Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Η «Καρατόμηση» του Πνεύματος και της Τέχνης




 Σήμερα ζούμε τη γενική νεοταξική έφοδο εναντίον και των ιστορικών οροσήμων της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σήμερα επιχειρείται η απαξίωση, η πολτοποίηση και η «καρατόμηση» των γιγάντων του πνεύματος και της Τέχνης. Πρέπει να δυσφημιστεί και να αφανιστεί η Τέχνη που έχει ποτιστεί με τους χυμούς της ιστορίας και της κοινωνίας, ακριβώς γιατί αυτή η Τέχνη εμπνέει, πυροδοτεί, διατηρεί το συλλογικό είναι και προτρέπει σε νέους αγώνες.


Δημιουργήθηκε ένας κόσμος καλλιτεχνικής και πνευματικής παρασιτίας που «οργανώθηκε» σε μικρά «φέουδα», με βάση όχι κανένα καλλιτεχνικό κριτήριο (τέτοιο κριτήριο στο περιθώριο της κοινωνίας δεν υπάρχει), αλλά με βάση τις φιλίες, τις «παρέες», τις «ιδιαιτερότητες» ή κάποιο σύμπτωμα «νεωτερισμού».

Οι μηχανισμοί της εξουσίας μετέτρεψαν την Τέχνη σε απλό παιχνίδι λέξεων, τοποθετώντας την έξω από τα βασικά προβλήματα της εποχής μας. Έτσι το χάσμα ανάμεσα στο κοινό και τον καλλιτέχνη διευρύνθηκε δραματικά. Χάθηκε πλέον κάθε κοινωνικός έλεγχος και αυτοσεβασμός. Κάθε ένας φανταζόταν τον εαυτό του καλλιτέχνη. Τα σύνορα μεταξύ του σοβαρού και του γελοίου, μεταξύ δικαιούχων και παρείσακτων καταργήθηκαν.

Η Τέχνη πλέον αναπτύσσεται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, σαν ιδιωτική
υπόθεση ενός στενού κύκλου μυημένων, χωρίς η ύπαρξή της να εξασκεί την παραμικρή επίδραση στη διαμόρφωση της ζωής.
Είναι ουτοπία να ζητάμε σήμερα από μια διανόηση αποκομμένη από τους σπασμούς και τους σπαραγμούς της κοινωνικής ζωής, πλήρως ενσωματωμένη στο σύστημα και επιδοτούμενη (στην πλειονότητά της) από τις οικονομικές ελίτ εξουσίας, το κράτος και τους μηχανισμούς τους, να παράγει Τέχνη και Κριτική.

Αυτή η διανόηση έχει μεταλλαχτεί σε ιδεολογικό ροπαλοφόρο, συνακόλουθα και «καλλιτεχνικό ροπαλοφόρο των μηχανισμών προπαγάνδας της οικονομικής εξουσίας. Έχει μεταλλαχτεί σε καταστροφέας της Τέχνης, της Κριτικής και της σκέψης γενικότερα. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις που αγωνίζονται «κόντρα στο ρεύμα» και αυτές αφανίζονται από τους μηχανισμούς της προπαγάνδας και της κατήχησης των ΜΜΕ . 

Σήμερα ασκείται η λογοκρισία όλο και πιο πλατειά. Εγκαταλείπονται πλέον τα δημοκρατικά προσχήματα. Όποιος δεν συμμορφώνεται αποβάλλεται ή εξαναγκάζεται σε παραίτηση.
Δύσκολα σήμερα, οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες (οι περισσότεροι) προσκυνούν και «εκλιπαρούν» τις ποικίλες «επιδοτήσεις» τους (όχι μόνο οικονομικές, αλλά και προβολής κ.α.) να μην ¨εκπορνεύσουν¨ την ¨δουλειά τους¨. 

Δυο είναι οι μέθοδες λογοκρισίας που χρησιμοποιεί σήμερα το σύστημα της αναξιοκρατίας και της πουλημένης έκφρασης για να βάλει φρένο στο ανήσυχο μυαλό.
α). Η έμμεση: αυτή επιβάλλεται αόρατα από την ίδια τη λογική και πρακτική των ΜΜΕ. Μια πρακτική που οδηγεί στην αυτοματοποίηση της αυτολογοκρισίας προκειμένου να μην χάσεις τη «θεσούλα» ή την πρόσβαση.
Είναι από τις πιο καταθλιπτικές μορφές λογοκρισίας γιατί εξαναγκάζεσαι, χωρίς εξωτερικές πιέσεις, να λειτουργείς σαν αυτόματο μέσα στο μηχανισμό των ΜΜΕ, να «προσαρμόζεσαι» και να γίνεσαι μυστική αστυνομία της σκέψης σου.
Αυτή η λογοκρισία είναι κυρίαρχη μέσα στα μεγάλα «δημοκρατικά» συγκροτήματα των ΜΜΕ. Είναι το κυρίαρχο καθεστώς: ποδηγετούνται οι άνθρωποι χωρίς ανοικτή βία και οι περισσότεροι έχουν και την ψευδαίσθηση ότι γράφουν ελεύθερα…

β). Η άμεση. Αυτή επιβάλλεται ανοικτά με ωμές πράξεις πίεσης, τρομοκρατίας και λογοκρισίας.
Σήμερα ασκείται αυτή η μορφή λογοκρισίας όλο και πιο πλατειά. Εγκαταλείπονται πλέον τα δημοκρατικά προσχήματα. Όποιος δεν συμμορφώνεται αποβάλλεται ή εξαναγκάζεται σε παραίτηση.

Ο Θάνατος της Διανόησης




 Είναι η πικρή αλήθεια ότι η πλειονότητα των διακεκριμένων Ελλήνων των γραμμάτων και της τέχνης των 90s πρωτοστατεί, συντάσσεται ή σιωπά, σε αυτό το ανθρωποφαγικό μεταμοντέρνο think tank της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Πόσο φαρμάκι έκρυβε μέσα της η ελίτ του ελληνικού πολιτισμού της δεκαετίας του ’90; Πόσες εμμονές και πόση αυταρέσκεια χωρά σε ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων; Πόσο παραγωγικός είναι επιτέλους αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός που έχει επιβληθεί.
Ξεφτίλισαν το συνταξιούχο που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος. Χλεύασαν τα παιδιά που λιποθύμησαν από κακή διατροφή.  Χειροκρότησαν κάθε κυβερνητική απόφαση που έκριναν ότι είναι αρκούντως σκληρή και διαμαρτυρήθηκαν μόνο για τις καθυστερήσεις στην επιβολή της πιο απάνθρωπης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών.
 Όχι, δεν είναι ούτε εργοστασιάρχες, ούτε μεγαλοτραπεζίτες, ούτε εθνικοί εργολάβοι, ούτε καναλάρχες.  

Είναι άνθρωποι του πολιτισμού. Είναι η πεφωτισμένη πρωτοπορία των 90s. Είναι το πνευματικό ισοδύναμο της σκωληκοειδούς απόφυσης του Κλικ.

Αφορμή για τις παρακάτω αράδες, η αυγουστιάτικη επέλαση των ανθρωπόμορφων ανθρωποφάγων στα ιντερνετικά μιντιομάγαζα, με πεντιγκρί «Έλληνα λογοτέχνη».
Εκείνου του είδους που άκμασε στη δεκαετία του ’90 γράφοντας αφόρητα αυτοαναφορικές αηδίες, για να τις διαβάζει ο ίδιος και να αυτοθαυμάζεται. Πού πούλησαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε ανθυποβαλκάνιους που ένιωσαν ότι έγιναν Ευρωπαίοι, γιατί κάτω από το ελενίτ του γκαράζ μπόρεσε επιτέλους να μπει η πολυπόθητη BMW. Δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάσω ονόματα. Τα γνωρίζουν όλοι.
Είναι συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, που αλώνιζαν στους τηλεοπτικούς δέκτες και ενίοτε στα κομματικά επιτελεία. Είναι όλοι εκείνοι, που η Λένα Διβάνη (αυτο)αποκαλεί… μετριοπαθέστατα, «διανόηση».
Όταν δεν υπήρχε συστημικός κίνδυνος οι «διανοητές» μπορούσαν εύκολα να παριστάνουν τους φιλελεύθερους και να ξιφουλκούν εναντίον του συστήματος, αλλά να το εκμεταλλεύονται έμμεσα ή άμεσα για τον βιοπορισμό τους.
Τη στιγμή όμως το αυτό το ίδιο σύστημα άρχισε να απειλείται, σχεδόν αυτόματα ή και συντονισμένα, συντάχθηκαν αρχικά με αποφασιστικότητα και τελικά με λύσσα δίπλα του. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε ο βαθύτατος συντηρητισμός τους, αυτή η συστημική μούχλα που τους εξασφάλιζε το παντεσπάνι τους.
Εκεί ήταν πάντα. Απλά δεν απειλούνταν τόσα χρόνια. Άλλωστε, οι περισσότεροι αξιοποίησαν εξαντλητικά, πολιτικό σύστημα, κόμματα και Κράτος. Είναι κρίμα να γίνουν θύματα των περικοπών του, τώρα που και οι ιδέες και οι πελάτες εξαντλούνται.
Φτάσαμε στο σημείο η αμφισβήτηση της εξουσίας να θεωρείται η κριτική στους πολιτικούς γιατί δεν είναι πιο αποφασιστικοί.

Η παρεξηγημένη σκατοψυχιά

Ακόμη και στην τούρλα του Αυγούστου, τέτοια μισαλλόδοξα, υπερσυντηρητικά, ανιστόρητα, και εν τέλει απάνθρωπα κείμενα και δηλώσεις δεν περνούν αναπάντητα. Όχι μόνο αναδεικνύονται (ως απάνθρωπα) αλλά κάποιες φορές αναγκάζουν τον ιδιοκτήτη τους να ερμηνεύσει ή και ανακαλέσει τα λεγόμενά του. Αυτό από την άλλη οδηγεί σε ένα ακόμη τραγελαφικό φαινόμενο.
Υποτιθέμενοι τεχνίτες της γλώσσας, λογοτέχνες και καθηγητές Πανεπιστημίου, να προσπαθούν να πείσουν ότι είναι ανίκανοι να βάλουν τη μία λέξη πίσω από την άλλη και να φτιάξουν μία κοινώς κατανοητή πρόταση που να μην επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Ποτέ άλλωστε τόσοι γνώστες της γλώσσας δεν αποδείχτηκαν τόσο ανίκανοι να την χρησιμοποιήσουν.
Προφανώς δεν είναι αυτή η αλήθεια. Καμία παρεξήγηση. Καμία παρερμηνεία. Ό,τι γράφουν ή λένε (ή καλύτερα, εκτοξεύουν), το εννοούν. Και εννοούν κάθε λέξη που χρησιμοποιούν. Απλώς τους είναι αδύνατο να παραδεχτούν ότι πιάστηκαν με την καρδάρα στο χέρι. Και αντ’ αυτού προσπαθούν να την περάσουν κάτω από τα μάτια μας, επιμένοντας «δεν βλέπετε καλά». Λένε ότι «όταν ανακαλύφθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Σωστό. Το κακό είναι ότι κάποιοι δεν έχουν ανακαλύψει ούτε τη συγγνώμη.

Τα κοινωνικά δίκτυα ανέτρεψαν αυτήν την παγιωμένη εντύπωση και -με βίαιο τρόπο- τους αποκαλύπτουν μία άλλη πραγματικότητα. Ότι δεν είναι αυθεντίες. Ότι ο λόγος τους δεν περνάει ως θέσφατο. Ότι εκτοξεύουν συχνά πηχτές ανοησίες που δεν περνούν απαρατήρητες. Για την ώρα συνεχίζουν να ζουν στη γυάλα τους, αλλά πλέον βλέπουν απ’ έξω. Βλέπουν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν εύκολα όποια άποψη βγάζουν από την κοιλιά τους ή -ακόμη χειρότερα- τους ορίζεται να επιβάλουν.
Αντιμετωπίζουν ανθρώπους που είναι εξυπνότεροι, πιο καλλιεργημένοι πνευματικά, περισσότερο γνώστες, πιο καταρτισμένοι και κυρίως πολύ πιο αξιόλογοι από αυτούς. Εκατοντάδες πολίτες της διπλανής πόρτας, κατά κόρον ψευδώνυμοι (ακριβώς γιατί είναι της «διπλανής πόρτας» και δεν έχουν την ανάγκη να αντλήσουν κύρος από την ονοματάρα τους), που παράγουν ψηφίδες ιδεών πολύ πιο προωθημένων, πολύ πιο άρτια εκπεφρασμένων, πολύ πιο σύγχρονων, και με περισσότερο ενδιαφέρον βρε αδερφέ από την ομοφοβική μπαλαφαρία της κάθε Σώτης στην Άθενς Βόις.

Οπότε χτυπάμε την ανωνυμία. Πού πας χωρίς να σε λένε Χειμωνά ή Τατσόπουλο;

Πώς θα σε θυμάται η Ανθρωπότητα αν βγαίνεις με το όνομα  «μπάμπης6789241»; Ποια κρατική επιτροπή θα σε βραβεύσει; Ποιος υπουργός θα σου σφίξει το χέρι; Ποια Σούλα Καραμπουζούκη, χήρα μεγαλοεργολάβου, θα σε συνοδεύσει σε παρουσίαση πραγματείας για την αφόρητη μυρωδιά της μασχάλης της εργατικής πλέμπας;

Δεν ισοπεδώνουμε τους διανοητές ή τους λογοτέχνες.
 Είναι όμως η πικρή αλήθεια ότι η πλειονότητα των διακεκριμένων Ελλήνων των γραμμάτων και της τέχνης των 90s πρωτοστατεί, συντάσσεται ή σιωπά, σε αυτό το ανθρωποφαγικό μεταμοντέρνο think tank της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.
Πιο γραφικοί, πιο γελοίοι και τελικά ακόμη πιο σκατόψυχοι, είναι εκείνοι οι δευτεροκλασάτοι σχολιαστές σε ιστοσελίδες και εφημερίδες, που νιώθουν την αδήριτη ανάγκη να δικαιολογήσουν κάθε κρετινισμό των παραπάνω «διανοητών».
Πρόκειται για εκείνα τα γελοία ανθρωπάκια που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στα σαλόνια της κυρίας Σούλας Καραμπουζούκη, χήρας μεγαλοεργολάβου, και να τα θαυμάσουν κι αυτά για το αφόρητο τίποτε που πουλάνε.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΘΕΑΤΡΟ: Συγγραφέας-Σκηνοθέτης-Ηθοποιός-Θεατής





Το μεγαλύτερο κοινωνικό πλαίσιο για το θέατρο και τον αγωνιστικό του χαρακτήρα είναι η συγκέντρωση της κοινότητας.
Τονίζουμε ιδιαίτερα την ιδέα της συνάθροισης, διότι είναι αναγκαία συνθήκη για την προβολή της έκφρασης των συντελεστών της υπόθεσης θέατρο, συγγραφέα-σκηνοθέτη-ηθοποιό, με τελικό αποδέκτη την συνείδηση του θεατή.

Τα πολιτικά χαρακτηριστικά του αττικού δράματος η ευφυέστατη παρουσίαση και πολιτική κριτική των ιδρυτικών θεσμών που γεννούν πχ την πόλη στους Όρνιθες του Αριστοφάνη ή ο προβληματισμός του χορού –της πόλης ουσιαστικά- που συνδιαλέγεται με το ηρωικό παρελθόν της, αρκούν για να δείξουν την έντονη πολιτική παρουσία του αττικού δράματος στα δρώμενα της εποχής του.
 
Έτσι ο συγγραφέας-δραματουργός συνθέτοντας το έργο του έχει συνείδηση ότι απευθύνεται όχι σε αναγνώστες (όπως ο οποιοσδήποτε άλλος λογοτέχνης συγγραφέας), αλλά σε δυνάμει ή θέσει θεατές. Κατά συνέπεια ως στόχος δεν τίθεται η διανοητική επικοινωνία του κοινού με το έργο μέσα από τη λειτουργία της ανάγνωσης, αλλά η πραγμάτωση της δια της οπτικής / εικονιστικής σχέσης που θ’ αναπτυχθεί ανάμεσα στο έργο και το κοινό κατά τη διάρκεια της θεατρικής παράστασης.

Ο ρόλος του συγγραφέα συμπληρώνεται τη στιγμή κατά την οποία αποδίδει το έργο στην κρίση του κοινού, κρινόμενο με βάση τις αρετές όχι του λόγου αλλά της δράσης.

Ο θεατρικός του λόγος δε βρίσκει καταξίωση παρά με τη σκηνική παράσταση αφού πρόθεσή του δεν είναι να απευθύνει (μέσα από τους ήρωες) το λόγο στους αναγνώστες πείθοντας για την ορθότητα. Αντίθετα επιδιώκει να δημιουργήσει αυτόνομες οντότητες που να εκφράζουν σκηνικά μια πραγματικότητα, να προτείνουν έναν τρόπο ζωής.

Αυτός που πραγματοποιεί τη διαδικασία σύνδεσης, της σκηνικής πραγματικότητας, είναι ο σκηνοθέτης .
Αυτός είναι που με τη γνώση, το ταλέντο και γενικότε­ρα τις ικανότητές του αποδίδει, ερμηνεύει ή μορφοποιεί το κείμενο κατά τρόπο που εκείνος νομίζει πιο πετυχημέ­νο, με τελικό κριτήριο τη δυνατότητα πρόσληψής του από το κοινό στη θεατρική αίθουσα και κατ’ επέκταση την α­ποκατάσταση του επικοινωνιακού κυκλώματος ανάμεσα στο δραματικό μύθο του θεατρικού έργου και του θεατή στην πλατεία.

Καθοριστική παράμετρος στη διαδικα­σία μετατροπής της θεατρικής σύνταξης σε σύμβαση που συνιστά τον κατεξοχήν χώρο στον οποίο αυτό συντελεί­ται, είναι το πεδίο που περικλείεται από τις παραμέτρους ηθοποιός και θεατής.

Το θέατρο με οποιαδήποτε σημασία και αν νοηθεί, είτε δηλαδή με την αριστοτελική κάθαρση, είτε με την μπρεχτική αποστασιοποίηση, παρουσιάζει ένα θέαμα που στηρίζεται στην ταύτιση του θεατή με τον ηθοποιό που λειτουργεί κατά τη διάρκεια της θεατρικής παράστασης ως κώδικας επικοινωνίας.

Στη θεατρική αίθουσα τα διαδραματιζόμενα δεν ακο­λουθούν μια μονόδρομη αλλά αμφίδρομη πορεία.
Διότι όπως είναι γνωστό, ο τελικός αποδέκτης των σκηνικών δρωμένων δεν είναι ο ηθοποιός στη σκηνή, αλλά ο θεατής στην πλα­τεία 
Ο θεατής δηλαδή πηγαίνοντας στο θέατρο έχει επίγνωση ότι μετέχει σ’ ένα κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός που δια­δραματίζεται γύρω του.
Συνειδητοποιεί ότι βιώνει κάποια άλλη διά­σταση του χώρου και του χρόνου (δραματικός) που υπάρ­χει μόνο όσο διαρκεί εκείνη, υποκαθιστώντας τη δική του πραγματικότητα.
Προσποιείται ακόμα ότι ε­κλαμβάνει ως αληθινό αυτό που διαδραματίζεται στη σκηνή, αν και γνωρίζει ότι δεν μπορεί παρά να μην είναι αληθινό.
Προσποιούμενος λοιπόν ότι δέχεται ως πραγματικό­τητα αυτό που δεν μπορεί παρά να είναι ψευδαίσθηση, ε­κτελεί πιστά το ρόλο που καλείται να ''παίξει'' και ο ίδιος ως θεατής

Με τη σειρά του ο ηθοποιός στη σκηνή υποκρινόμενος επίσης ότι ενεργεί ανεξάρτητα, δρα και συμπεριφέρεται κατά τρόπο που καθορίζεται και νοηματοδοτείται ακριβώς και μόνο από την παρουσία του θεατή στην πλατεία.
Κατ’ αυτό τον τρόπο τόσο η αριστοτελική ταύτιση, όσο και η μπρεχτική αποστασιοποίηση του θεα­τρικού από τον κοινωνικό ρόλο, δε λειτουργούν παρά ε­ξαιτίας και μόνο της αντίστοιχης ''συμμετοχής'' που πραγματοποιεί ο θεατής.

Έτσι λοιπόν το σώμα της παράστασης, η σύνταξη του θεατρικού έργου, νοηματικά και γλωσσικά, διατυπώνεται από το συγγραφέα,
Σκηνικά τη μορφοποίηση,  αναδεικνύοντας και τους όποιους συμβολισμούς και προεκτάσεις, αναλαμβάνει ο σκηνοθέτης
Ο ηθοποιός, ως ''εκτελεστικό όργανο'' συμβάλει μέσω της εικόνας και του χαρακτήρα του ήρωα που υποδύεται, να περάσει στον θεατή το πάθος και το γεγονός ως αλήθεια. 
Και όλα αυτά, με αποδέκτη τη συνείδηση του θεατή, πρέπει να βρουν ολοκλήρωση  ως αδιάσπαστη ενότητα, δια να επέλθει σε πληρότητα η αποστολή της θεατρικής πράξης-τέχνης, που είναι η ενεργοποίηση της συνείδησης.