Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

ΘΕΑΤΡΟ και ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ



Το Θέατρο είναι τέχνη σύνθετη και κοινωνική. Είναι η τέχνη των τεχνών καθώς «παντρεύει» πολλές τέχνες μαζί, δίνοντας πρωταρχικό ρόλο σε κάποια από αυτές ανάλογα με την εποχή , το είδος του θεάτρου και το σκοπό του.
Όταν τον προηγούμενο αιώνα εδραιώθηκε η Επιστήμη που μελετά το Θέατρο, η Θεατρολογία, οι επιστήμονες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα του ορισμού του Θεάτρου. Καθώς η ιστορία του Θεάτρου είναι τεράστια και η καταγωγή του χάνεται στα βάθη των αιώνων, τα είδη θεάτρου που αναπτύχτηκαν ήταν πολλά και κανείς ορισμός δεν ήταν επαρκής. Γι αυτό το λόγο, ο πιο γνωστός κι αποδεκτός ελάχιστος ορισμός των τελευταίων δεκαετιών προέρχεται από τον Bentley Θέατρο γίνεται αν ο Α ενσαρκώνει το ρόλο Β, ενώ ο Γ παρακολουθεί.
Η ελαχιστοποίηση των απαραίτητων στοιχείων για τη δημιουργία θεατρικής πράξης, μεγαλώνει τα όρια του Θεάτρου, το αποδεσμεύει από στεγανά και στερεότυπες αντιλήψεις. Παράλληλα το κάνει προσιτό προς όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτου ηλικίας, κοινωνικής τάξης, καταγωγής και μόρφωσης.
Ο εκπαιδευτικός του χαρακτήρας έχει διαπιστωθεί εδώ και χρόνια. Σε πολλές Ευρωπαικές χώρες έχει ενταχθεί ως μάθημα στα σχολεία και έχουν δημιουργηθεί σχολές στα Πανεπιστήμια με αντικείμενο το Θέατρο στην Εκπαίδευση.
Τι σημαίνει όμως μάθημα Θεάτρου στα παιδιά σχολικής ηλικίας και με ποιο τρόπο τα ωφελεί. Ένας τρόπος προσέγγισης, ειδικά στις μικρές ηλικίες, είναι ο αυτοσχεδιασμός. Οι αυτοσχεδιασμοί ανάλογα με την ηλικία, το χρόνο γνωριμίας των παιδιών και των παιδιών-δασκάλου, μπορεί να είναι σύντομοι ή μεγάλης διάρκειας, εμπνευσμένοι από θέματα των ίδιων των παιδιών ή από θέματα που τους δίνει ο δάσκαλος, ατομικοί ή ομαδικοί. Όταν μία ομάδα εκτελεί έναν αυτοσχεδιασμό κάποια άλλη μπορεί να μαντεύει το θέμα του αυτοσχεδιασμού ή να συνεχίζει τον αυτοσχεδιασμό από κει που τον άφησε η προηγούμενη.Με τον αυτοσχεδιασμό τα παιδιά ζωντανεύουν μέσα στο χώρο μιαν ορισμένη κίνηση, πράξη, συναίσθημα, συμπεριφορά ή ιστορία. Παράλληλα αναπτύσσεται η προσωπική αντίληψη, η σωματική πειθαρχία, η φαντασία, η εξάσκηση της συγκέντρωσης και της προσοχής, η παρατηρητικότητα, η δεξιοτεχνία μικροκινήσεων.
Βοηθητικό ρόλο στον αυτοσχεδιασμό παίζουν οι κινητικές ασκήσεις και τα παιχνίδια. Στα παραδοσιακά ομαδικά παιχνίδια ανακαλύπτει κανείς έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού και θεατρικότητας. Μέσα από αυτά τα παιδιά γνωρίζουν το σώμα τους και τις δυνατότητες τους, μαθαίνουν να κινούνται ελεύθερα χωρίς αναστολές και έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.
Αλλο μέσο του μαθήματος είναι η Δραματοποίηση. Αντιθέτως από παλαιότερες τακτικές, τα παιδιά δεν καλούνται να μάθουν απ έξω ένα έτοιμο κείμενο, αλλά δημιουργούν το δικό τους. Αφορμή γι αυτό μπορεί να είναι μία ζωγραφιά, εικόνες, παροιμίες, παραμύθια, η καθημερινότητα τους, θέματα επικαιρότητας ή οτιδήποτε άλλο τα απασχολεί ή τα ενδιαφέρει. Τα παιδιά συνεργάζονται, συζητούν μεταξύ τους, δέχονται ή απορρίπτουν προτάσεις, δοκιμάζουν λύσεις έως ότου καταλήξουν στην ιστορία τους. Έπειτα αναζητούν σκηνικές, σκηνογραφικές, ενδυματολογικές, μουσικές, φωτιστικές λύσεις. Το όλο αποτέλεσμα μπορεί να είναι ρεαλιστικό, φανταστικό, σουρεαλιστικό, ανάλογα πάντα με την ανάγκη της κάθε ομάδας. Όμως η ικανοποίηση των παιδιών είναι μεγάλη γιατί το αποτέλεσμα είναι αποκλειστικά δικό τους και έχουν δουλέψει ομαδικά. Ο δάσκαλος τους έχει περισσότερο το ρόλο του συντονιστή της ομάδας. Τα παιδιά είναι το κέντρο κι εκείνος ο δημιουργός «ερεθισμού» πνευματικής περιέργειας. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά αποκτούν αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Η μάθηση είναι βιωματική και ο συναισθηματικός τους κόσμος διευρύνεται. Αποκτούν εμπειρίες, δημιουργούν σχέσεις και προετοιμάζονται για την ομαλή αυριανή τους παρουσία στην κοινωνία. Εξασκούν τον προφορικό τους λόγο, την άρθρωση και τη διατύπωση.
Προϋποθέσεις για καρποφόρα μαθήματα θεάτρου σε παιδια, εκτός από το κέφι των παιδιών και του δάσκαλου-εμψυχωτή, καθώς και την θεωρητική-πρακτική κατάρτιση του τελευταίου, είναι:
Ένας χώρος άνετος και ασφαλής για την κίνηση των παιδιών.
Η δημιουργία βεστιαρίου με παλιά ρούχα και αξεσουάρ (τσάντες, μαντήλια, καπέλα, γάντια).
Αχρηστο υλικό για κατασκευές (σακούλες, εφημερίδες, πανιά, χαρτόκουτα, κομμάτια ξύλου,κ.α).


ΕΙΔΗ ΘΕΑΤΡΟΥ





Κλασική κατηγοριοποίηση του Ευρωπαϊκού θεάτρου:
Θέατρο πρόζας (ο λόγος ακολουθεί την καθημερινή του χρήση)
Τραγωδία
Κωμωδία
Δράμα (ό,τι δεν εμπίπτει στα προηγούμενα δύο)
Μουσικό θέατρο (η χρήση του λόγου είναι προσωδιακή)
Όπερα
Οπερέττα
Μιούζικαλ
Χοροθέατρο
Μπαλλέττο
Θέατρο μορφών
Μαριονέττες
Θέατρο Σκιών
Σύνθετα θεάματα
Παντομίμα
Επιθεώρηση
Μεσαιωνικά μυστήρια (δρώμενα βασισμένα σε χωρία της Βίβλου)
Ταξινόμηση του θεάτρο πρόζας σύμφωνα με την μορφή του λόγου:
Αυτοσχέδιος λόγος
Ποιητικός (ή έμμετρος) λόγος
Πεζός λόγος
Αναγεννησιακή ταξινόμηση του θεάτρου πρόζας
Τραγωδία
Λόγια Κωμωδία (commedia erudita)
Κωμωδία Τεχνητών (commedia dellarte)
Ειδικότερη κατηγοριοποίηση θεάτρου πρόζας:

Αρχαία Τραγωδία (υποδιαιρείται σε αττική (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) και ρωμαϊκή (Σενέκας))
Αρχαία Κωμωδία (υποδιαιρείται σε αττική (Αριστοφάνης, Μένανδρος) και ρωμααϊκή (Πλαύτος, Τερέντιος))
Αστικό δράμα
Γκραν Γκινιόλ (έργο με νατουραλιστική αναπαράσταση βίας)
Ελισαβετιανό θέατρο (θέατρο κατά την εποχή της βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ Α’ (1558 – 1603) – εμπεριέχει τα έργα του Σαίξπηρ και του Μάρλοου)
Επικό θέατρο (θεατρικά κείμενα που ακολουθούν την παράδοση του Μπρεχτ)
Ηθικό Δράμα (έργο διδακτικού τόνου)
Θέατρο της Επινόησης (οι συντελεστές δημιουργούν την παράσταση από κοινού)
Θέατρο του Παραλόγου
Θέατρο της Σκληρότητας (κατά τις επιταγές του Αντονέν Αρτώ)
Κωμωδία Ηθών
Μαύρη Κωμωδία
Μελόδραμα (έργο με μουσική υπόκρουση και συναισθηματικά φορτισμένο πυρήνα)
Ρομαντική κωμωδία
Σάτιρα (κωμωδία βασισμένο στο ψόγο και στον αστεϊσμό (χιούμορ))
Σατυρικό δράμα (αρχαίο είδος που παρουσιάζει έναν τραγικό πυρήνα διακωμωδημένο)
Τραγικοκωμωδία
Φάρσα (κωμωδία βασισμένη σε τύπους χαρακτήρων και ιλιγγιώδεις ρυθμούς εξέλιξης της πλοκής)
Κατηγοριοποίηση βάσει της λειτουργίας της παράστασης
Οπτικοακουστικό θέαμα (Δημιουργία ατμόσφαιρας μέσω ήχου και φωτισμών παρά μία συγκεκριμένη πλοκή)
Θέατρο Μεγάλης Διάρκειας (όπως η θεατρική μεταφορά του έπους Mahabarata από τον Peter Brook (9 ώρες) ή η τελευταία παρουσίαση του Faust του Goehte από τον Peter Stein (16 ώρες))
Θέατρο Περιπάτου (οι θεατές μετακινούνται στο χώρο κατά την παράσταση – απόγονος των μεσαιωνικών μυστηρίων)
Θέατρο Επικεντρωμένο σε ένα Χώρο (Site specific theatre) (η παράσταση βασίζεται στην επιλογή συγκεκριμένου χώρου για την τέλεσή της – όχι αναγκαστικά ενός θεατρικού χώρου)
Θέατρο Εγκατάστασης (Installational theatre) (το δρώμενο μπορεί να εκτυλίσσεται, καθώς οι θεατές έρχονται και αποχωρούν συνεχώς)
Πτωχό θέατρο (κατά τις επιταγές του Jerzy Grotowski)
Φυσικό ή σωματικό θέατρο (βασική σημειολογική μονάδα είναι το ανθρώπινο σώμα)
Ολοκληρωμένο ή Πλήρες Θέατρο (συνδυάζον λόγο, μουσική και όρχηση κατά τις επιταγές του Richard Wagner)
Είδη θεάτρου εκτός Ευρώπης
Ιαπωνικό θέατρο
Σαρουγκάκου (Sarugaku) (εμπεριέχει το No και το Κυογκέν)
Νο (Noh) (Μουσικό θέατρο)
Κυογκέν (Kyogen) (σύντομη μορφή θεάτρου πρόζας με στερεοτυπικούς
Χαρακτήρες, παρωδιακά στοιχεία και στοιχεία σάτιρας)
Καμπούκι (Kabuki) (Χοροθεατρική μορφή με στοιχεία τραγουδιού)
Μπούτο (Butoh) (Χοροθεατρική μορφή με γκροτέσκα μοτίβα)
Κινέζικο θέατρο
Θέατρο Σκιών
Κινεζική Όπερα (συνδυασμός θεάτρου πρόζας και μουσικού θεάτρου)
Ινδικό θέατρο
Κουτιγιαττάμ (Kutiyattam ή Koodiyattam) (θρησκευτικό δρώμενο)

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1889 - 1977



Ο Βασίλης Ρώτας γεννήθηκε το 1889. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Το 1910 φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) σαν ανθυπολοχαγός. Στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου πιάστηκε αιχμάλωτος και κλείστηκε σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στο Γκαίρλιτς και στο Βέρλ. Πήρε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία, και για δύο χρόνια (1921-1922) υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη και από τότε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και το θέατρο. Στη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό Νουμάς το 1908. Άρθρα,διηγήματα,κριτική θεάτρου και μαρτυρίες του δημοσιεύθηκαν στον παράνομο τύπο στη διάρκεια της κατοχής, τα Ελεύθερα Νέα, τη Βραδυνή, την Πρωία, την Εστία και στο περιοδικό Θέατρο(1961-1965) και στον Λαϊκό Λόγο (1965-1967). Υπήρξε βασικός συνεργάτης του περιοδικού Ελληνικά Γράμματα και ίδρυσε μαζί με άλλους φοιτητές τη Φοιτητική Συντροφιά.

Υπήρξε επίσης ιδρυτής του Λαϊκού Θεάτρου Αθηνών (1930-1937) που όμως έκλεισε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οργάνωσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο με συνεργάτες τον Μάρκο Αυγέρη, τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Αντώνη Φωκά, τον Μάνο Κατράκη κ.ά. και το Θέατρο στο Βουνό (1944, με τη συνεργασία μελών της ΕΠΟΝ) και έδωσε θεατρικές παραστάσεις στο βουνό. Δίδαξε επίσης στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Πειραιώς.

Εκτός από την ποιήση και το θέατρο ασχολήθηκε και με την μετάφραση .Στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου πέρασε και για τις μεταφράσεις των έργων του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Επίσης ιστορική έμεινε η μετάφρασή του της κωμωδίας του Αριστοφάνη Όρνιθες για την παράσταση του 1961 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν.

Ο Βασίλης Ρώτας δεν επηρεάστηκε τόσο από τα αισθητικά ρεύματα της εποχής του όσο από την λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι αλλά και από τα λαϊκά παραμύθια και τον Καραγκιόζη. Η στάση του αυτή εκφράζει και την άποψή του ότι "δημιουργός, καταλύτης και και αποδέκτης των πάντων είναι ο λαός". Επίσης μεγάλη επιρροή στο έργο του είχε η σεξπηρική δραματουργία και το αρχαίο ελληνικό δράμα. Σε πολλά έργα του, ο Ρώτας ακολούθησε τη μορφή και τη δομή της ελληνικής τραγωδίας (όπως στα Ελληνικά Νιάτα, 1946), των ιστορικών δραμάτων του Σέξπιρ(Ρήγας Βελεστινλής, 1936, Κολοκοτρώνης, 1955) και του Θεάτρου των Σκιών (Καραγκιόζικα, 1955).

O ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ έγραψε για τον

ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ

Καθώς αναπολώ τον Βασίλη Ρώτα ­ που έκλεισαν εφέτος 20 χρόνια απ' τον θάνατό του ­ έρχεται στο νου ένα του ποίημα, γραμμένο τον καιρό της αιχμαλωσίας του στο Γκέρλιτς, αν δεν κάνω λάθος. Εχει τον τίτλο «Χαριστής» κι αρχίζει έτσι:

«Ελάτε, φίλοι· σήμερα χαρίζω

το βιο μου, ό,τι έχω αγαπητό·

τους θησαυρούς μου απλόχερα χαρίζω

κι απ' το παράθυρο πετώ·

φίλοι, χαρίζω!..»

Δεν είναι τυχαίο, βέβαια, που το ποίημα έχει γραφτεί σε πρώτο πρόσωπο: έτσι ήταν πάντα ο αξέχαστος μπάρμπα Βασίλης ­ χαριστής, γενναιόδωρος, να σκορπίζει απλόχερα το πνευματικό βιός του, με τη γραφή και το λόγο, σε στίχο και σε πεζό, σε θέατρο και σε στοχασμό, σε μεγάλους και μικρούς. Μ' έναν αμετακίνητο στόχο: την ουσιαστική παιδεία και άνοδο του λαού μας. Και μ' εργαλείο του πολυάκριβο, του λαού τη γλώσσα, όσο πιο ατόφια, όσο πιο αμόλευτη από φραγκολεβαντίνικα μπολιάσματα και μαϊμουδίσματα.

Το παιδί απ' το Χιλιομόδι, στη μακριά και πολυτάραχη ζωή του, στάθηκε ένας πλήρης πνευματικός άνθρωπος, καλλιεργώντας όλα τα είδη του λόγου: ποίηση, διηγηματογραφία, θέατρο, κριτική, δοκίμιο. Στρατευμένος δέκα ολόκληρα χρόνια ­ στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Μικρασία ­ έμεινε ισόβιος πνευματικός στρατευμένος στην υπηρεσία της τέχνης και του τόπου.

Στου λαού την παίδευση και την κοινωνική και πνευματική πρόοδο αποσκοπούσε, σε όλα του τα «εγχειρήματα» και σ' όλες τις φάσεις της πορείας του: Οταν λ.χ. 21 χρονών, ίδρυε, με άλλους φοιτητές, την ιστορική «Φοιτητική Συντροφιά», που προσπάθησε ν' αποτινάξει τη δυναστεία της τυπολατρίας, της αρτηριοσκλήρωσης, του καθαρευουσιανισμού... Ή όταν, 20 χρόνια αργότερα (1930), έστηνε το «Λαϊκό Θέατρο» στο Παγκράτι ­ μιαν «υποβαθμισμένη», τότε, συνοικία ­ για να διαμορφώσει έναν σκηνικό πυρήνα ουσιαστικής και μορφωτικής λαϊκής τέρψης, πέρα απ' την ταμειοκρατία, τους ναρκισσισμούς, την κενολογία του βουλεβάρτου, που κυριαρχούσε τότε στις ελληνικές σκηνές. (Και, φυσικά, δεν είχε διόλου άδικο η μεταξική δικτατορία, που έκλεισε το «Λαϊκό Θέατρο» απ' τον πρώτο χρόνο της «βασιλείας» της: ένα λαϊκό θέατρο αποτελούσε κραυγαλέα παραφωνία μέσα σ' εκείνο το αποτρόπαια αντιλαϊκό καθεστώς)... Ή όταν, 12 χρόνια πιο ύστερα, μέσα στη θανατερή μαυρίλα της Κατοχής, έφτιαχνε το «Θεατρικό Σπουδαστήρι», με σπουδαίους συνεργάτες (τον Μάρκο Αυγέρη, τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Αντώνη Φωκά, τον Μάνο Κατράκη κ.ά.), για να διαπλάσει άρτιους και υπεύθυνους ηθοποιούς και άλλους καλλιτέχνες του θεάτρου... Ή, τέλος, όταν οργάνωνε το αντιστασιακό «Θέατρο στα Βουνά» της ΕΠΟΝ, στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας, για να προσφέρει γνήσιο θέατρο στους ανθρώπους της υπαίθρου, που δεν είχαν γνωρίσει ως τότε παρά τις αθλιότητες των μπουλουκιών...

Και μόνοι οι τίτλοι «μιλάνε»: «Συντροφιά», «Λαϊκό Θέατρο», «Σπουδαστήρι», «Ελεύθερη Ελλάδα»: ομοψυχία, λαός, σπουδή, ελευθερία... Μ' άλλα λόγια, αγώνας σ' όλα τα μέτωπα...


Και να γράφει αδιάκοπα ο Ρώτας στον νόμιμο και στον παράνομο Τύπο, για να στηλιτεύσει και να σαρκάσει τα κάλπικα, να φωτίσει τον αναγνώστη, να βοηθήσει στην αυτοσυνείδησή του, να καταδείξει τις πολλαπλές «δουλείες» του τόπου, να του γνωρίσει τις αληθινές αξίες της ζωής και της τέχνης.

Εκείνος ο τόσο μειλίχιος και γελαστός στις προσωπικές επαφές του, γινόταν βίαιος, σκληρός, ανελέητος, σαρδονικός, όταν έγραφε και πάλευε για ό,τι τον πονούσε, αλύγιστος και ασυμβίβαστος.

Για τον Βασίλη Ρώτα, εν αρχή ην ο λαός: αυτός (πρέπει να) είναι η πηγή παράδοσης και γλώσσας, αυτός (πρέπει να) είναι και ο δέκτης.

Η λαϊκή παράδοση πρόσφερε στον Ρώτα τον πλούτο των θεμάτων της ­ η λαϊκή γλώσσα του χάρισε το αναντικατάστατο όργανο για να εκφρασθεί και να την υπηρετήσει. Το δημοτικό τραγούδι, τα λαϊκά παραμύθια, η λαϊκή σάτιρα, ο Καραγκιόζης απ' τη μια ­ κι απ' την άλλη, οι εκφραστικοί «τρόποι» της λαϊκής ποίησης και πεζού λόγου, στάθηκαν το μεταλείο, απ' όπου αντλούσε πάντα ο Βασίλης Ρώτας. Από εκεί, διέπλασε τον δικό του προσωπικό λόγο ­ ευθύ αλλά παλλόμενο, λιτό αλλά καίριο, περιπαθή αλλά και σαρκαστικό. Για να μιλήσει στον λαό, να του τραγουδήσει, να τον τραγουδήσει.

Το θέατρο, ωστόσο, είχε την προτίμησή του. Σ' όλες τις εκφάνσεις του: σκηνική πράξη («Λαϊκό Θέατρο»), σκηνική διδαχή («Θεατρικό Σπουδαστήρι»), σκηνική κρίση (κριτικές μελέτες, άρθρα κλπ.). Εκεί επικέντρωνε τον περισσότερο δημιουργικό μόχθο του. Είτε με τα πρωτότυπα έργα του, είτε με τις μεταφράσεις του, είτε με τα δοκίμιά του.

Πολικός αστέρας του, για τα δικά του θεατρικά δημιουργήματα ήταν το αρχαίο δράμα, ο Σαίξπηρ, αλλά και ­ ώρες ώρες ­ ο Καραγκιόζης. Σε πολλά έργα του, ακολούθησε τη μορφή και τη δομή της ελληνικής τραγωδίας (όπως στα Ελληνικά Νιάτα, 1946) ή των σαιξπηρικών ιστορικών δραμάτων (Ρήγας Βελεστινλής, 1936, Κολοκοτρώνης, 1955) ή, πάλι, του Θεάτρου των Σκιών (Καραγκιόζικα, 1955). Και σ' όλα τα έργα του ιστορούσε και υμνούσε τους αγώνες των Ελλήνων για αποτίναξη των κάθε είδους «ζυγών», για αυτογνωσία, για αδέσμευτη σκέψη, αφίμωτη έκφραση, αδούλωτο βίο...

Τεράστια στάθηκε η προσφορά του Ρώτα στη μετάφραση ελλήνων και ξένων κλασικών: Αριστοφάνη (Ορνιθες, Ειρήνη), Σίλλερ (Μαρία Στιούαρτ, Δον Κάρλος), Χάουπτμαν Χανέλα πάει στον Παράδεισο, Ρόζα Μπερντ), Καλδερόν (Ο Δήμαρχος της Θαλαμέας), Τϊρσο δε Μολίνα (Ο Δον Τζιλ με το πράσινο παταλόνι).

Αλλά ο μεγάλος άθλος του ήταν πως δόθηκε σύψυχα στη μετάφραση του σαιξπηρικού έργου και μπόρεσε ν' αποδώσει στη γλώσσα μας όλα τα δράματα, κωμωδίες, τραγωδίες του «βάρδου», όπως και όλα τα ποιήματα και σοννέτα του. Από το 1927 ως τα τελευταία χρόνια του (πρώτα μόνος, ύστερα με τη συνεργασία της Βούλας Δαμιανάκου), έστησε «ναόν περικαλλή», με την απόδοση των έργων του ελισαβετιανού, κρατώντας πιστά τη μορφή τους και με χυμώδη ποιητικό λόγο.

Την κατευθυντήρια γραμμή των μεταφράσεών του, την χάραξε στον Πρόλογο της Α' έκδοσης του Αμλετ (Εστία, 1938): «Πρώτον, η ζωντανή γλώσσα, δεύτερον η ακρίβεια, τρίτον η πληρότητα και τέταρτον, αυτό που λίγοι μεταφραστές του Σαίξπηρ στα ελληνικά το 'χουν καταφέρει, το ύφος του μεγάλου ποιητή, ένα ύφος λαμπρό, ζωηρό, παιχνιδιάρικο, πλούσιο και γενναίο, σοφό και δυνατό, ρωμαλέο και ευκίνητο, αγαθό και ωραίο και προπαντός θεατρικό». Κι αυτή τη γραμμή ακολούθησε απαρέγκλιτα και γόνιμα ως το τέλος. Χάρη στον Ρώτα, το ελληνικό θέατρο και ο έλληνας αναγνώστης κατέχουν πια το σύνολο του σαιξπηρικού corpus ­ ένα άλλο μέγιστον δώρημα και μάθημα για δραματουργούς, μεταφραστές, ηθοποιούς, θεατές.

Είκοσι χρόνια μετά την αποχώρησή του στον κόσμο των σκιών, ο Βασίλης Ρώτας μένει στη μνήμη και στην καρδιά μας, ο «ποιητής» με την πλατύτερη έννοια του όρου, ο τραγουδιστής και ο διδάχος, ο αγωνιστής και περγελαστής, ο «καλός σπορέας», που ο μόχθος του καρπισε και κάρπισε.

Το ποίημά τουΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΥ «Ο μπάρμπα Βασίλης ο Αβασίλευτος», γραμμένο για τον θάνατο του Β. Ρώτα (1977)

«... Αϊντε, σε καρτεράν, μπάρμπα Βασίλη,

να ξαποστάσεις και να ξεδιψάσεις στην Πηγή των Αθανάτων,

αφήνοντας στον κόσμο το εγερτήριο λαϊκό σου τραγούδι

για τη μεγάλη μάχη της Ειρήνης»

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ


 

Το Θέατρο του Παραλόγου ή "Le Théâtre de l'Absurde" είναι φράση που χρησιμοποιείται σε αναφορά σε συγκεκριμένα έργα γραμμένα από έναν αριθμό βασικά Ευρωπαίων θεατρικών συγγραφέων στις δεκαετίες του 1940, 1950 και 1960, καθώς και στο στυλ θεάτρου που εξελίχθηκε από το έργο τους.

Ο όρος επινοήθηκε από τον κριτικό Μάρτιν Έσλιν, ο οποίος χρησιμοποίησε τη φράση ως τίτλο σε ένα βιβλίο του του 1962Αλμπέρ Καμύ Ο Μύθος του Σισύφου.

Το Θέατρο του Παραλόγου θεωρείται πως κατάγεται από τον Νανοϊσμό, α-νόητη ποίηση και αβαντ-γκαρντ τέχνη των δεκαετιών του 1920 και 1930. Ωστόσο, το είδος αυτό του θεάτρου κατάφερε να γίνει δημοφιλές αφού ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τόνισε την αβεβαιότητα και επισφαλή θέση της ανθρώπινης ζωής.

Η έκφραση Θέατρο του Παραλόγου έχει γίνει στόχος κριτικής από μερικούς συγγραφείς, και έτσι συναντάμε και τους όρους 'Αντι-Θέατρο' και 'Νέο Θέατρο'. πάνω στο θέμα αυτό. Ο Έσλιν θεώρησε πως το έργο των συγγραφέων αυτών δίνει καλλιτεχνική άρθρωση στην φιλοσοφία του πως η ζωή είναι εμφύτως χωρίς νόημα, όπως επεξηγείται στο έργο του

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Έσλιν, οι τέσσερεις καθοριστικοί θεατρικοί συγγραφείς του κινήματος είναι οι Ευγένιος Ιονέσκο, Σάμιουελ Μπέκετ, Ζαν Ζενέ και Άρθουρ Αντάμοβ, αν και καθένας από αυτούς τους συγγραφείς έχει εξ ολοκλήρου μοναδικά θέματα και τεχνικές που πηγαίνουν πέρα από τον όρο 'παράλογο'.
Άλλοι συγγραφέις που συχνά σχετίζονται με την ομάδα αυτή είναι μεταξύ άλλων οι Τομ Στόπαρντ, Φρίντριχ Ντυρενμάτ, Φερνάντο Αραμπάλ, Χάρολντ Πίντερ, Έντουαρντ Άλμπι και Ζαν Ταρντιού. Στους θεατρικούς συγγραφείς που λειτούργησαν ως έμπνευση στο κίνημα περιλαμβάνονται οι Αλφρέντ Τζαρύ, Λουίτζι Πιραντέλο, Στανισλάβ Βιτκίεβιτς, Γκιγιώμ Απολλιναίρ, οι σουρεαλιστές και πολλοί άλλοι. Το κίνημα του 'Παράλογου' ή 'Νέου Θεάτρου' ήταν στις αρχές του ένα διακριτό με βάση το Παρίσι (τη rive gauche, αριστερή όχθη του Σηκουάνα) αβαντ-γκαρντ φαινόμενο συνδεδεμένο με εξαιρετικά μικρά θέατρα στο Quartier Latin, και κέρδισε με τον καιρό την διεθνή εξέχουσα θέση του.
Στην πράξη, το Θέατρο του Παραλόγου ξεφεύγει από τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες, καταστάσεις και ό,τι είναι συνδεδεμένο με θεατρικές συμβάσεις. Ο χρόνος, ο τόπος και η ταυτότητα είναι ασαφή και ρευστά, και ακόμη και η βασική αιτιότητα συχνά καταρρέει. Ασήμαντες πλοκές, επαναληπτικός ή χωρίς νόημα διάλογος και δραματικές ασυνέπειες χρησιμοποιούνται συχνά για να δημιουργήσουν ονειρικές, ή ακόμη και εφιαλτικές διαθέσεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ για «το φυσικό και το Αληθινό»


Στοχασμοί για «το φυσικό και το Αληθινό»

Προτού ο νατουραλισμός προσγειώσει το θεατρικό ύφος στο επίπεδο της «φυσικότητας» ήταν συμφωνημένο άγραφα κι αυτονόητο πως το ποιητικό έργο –και το Θέατρο είναι ποίηση ή τίποτα- στηριζόταν σε μια σύμβαση που μεταπλάθει το καθημερινό, το μετουσιώνει και το εξαίρει. Η μετάπλαση αυτή είναι συνήθως ανεπαίσθητη, τόσο επιδέξια ώστε να μην καταργεί αλλά τουναντίον να τονίζει, την εντύπωση του αληθινού. Δεν πέφτει όμως ποτέ στο επίπεδο του φωτογραφικά «φυσικού». Η αλήθεια είναι η περιοχή της Τέχνης, όχι η φυσικότης.

Ο νατουραλισμός είναι υπεύθυνος για την θανάσιμη σύγχυση των δύο αυτών όρων. Υποκαθιστώντας την αλήθεια με την φυσικότητα, στέρησε το δραματικό θέατρο από την ικανότητα να συλλαμβάνει το βαθύτερα αληθινό. Γιατί η αλήθεια της Τέχνης είναι ζωή συμπυκνωμένη, εντατική εν δράσει, με χαρακτήρα οικουμενικό, ενώ η φυσικότητα είναι απατηλό στιγμιότυπο.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤ


Σουηδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Γεννήθηκε το 1849 στη Στοκχόλμη

- το τέταρτο παιδί από τα έντεκα της οικογένειας - από μικροαστό πατέρα, έμπορο αποικιακών και υπάλληλο ναυτιλιακής εταιρίας που είχε χρεωκοπήσει, κι από μητέρα κόρη ράφτη, που ήταν παραδουλεύτρα της οικογένειας και που τη στεφανώθηκε ο πατέρας του λίγους μόνο μήνες πριν τη γέννησή του.

Τη μητέρα του ο Στρίντμπεργκ την έχασε από φυματίωση στα δεκατρία χρόνια του κι ο πατέρας του, προτού περάσει χρόνος από το θάνατο της γυναίκας του, ξαναπαντρεύτηκε τη νεαρή γκουβερνάντα των παιδιών του. Μεγαλωμένος μέσα στη μιζέρια και τις στερήσεις, καταπιεσμένος από την κακότητα της μητριάς του, έγινε ένα παιδί υπερευαίσθητο και αντιδραστικό, οξύθυμο και καχύπτοπτο. Από τα πικρά αυτά βιώματα της παιδικής ηλικίας του, δεν θα κατορθώσει να απαλλαγεί ποτέ "ο γιος της δούλας".

Το 1867, γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα κι αργότερα συνεχίζει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βιοποριστικές ανάγκες του, δοκιμάζει, δίχως επιτυχία, να γίνει ηθοποιός. Εγκαταλείποντας κι αυτό το σχέδιο, γράφεται και πάλι στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Στο μεταξύ, αρχίζει να γράφει σύντομα θεατρικά έργα και το 1871 δημοσιεύει την τραγωδία "Στη Ρώμη", με θέμα τις δοκιμασίες του Δανού γλύπτη Μπέρτελ Τόρβαλντσεν (Thorvaldsen, 1768 - 1844). Κερδίζοντας κάποιο χρηματικό έπαθλο από το βασιλιά Κάρολο Ε' της Σουηδίας για ένα ρομαντικό έργο του, εγκαταλείπει οριστικά πια τις σπουδές του το 1872 και αφιερώνεται στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία. Διαβάζει κι επηρεάζεται σημαντικά από τους Σβέντενμποργκ, Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και Γκαίτε.

Το 1872, απορρίφθηκε από τους εκδότες του κι από τα θέατρα το πρώτο σημαντικό δράμα του "Ο Κυρ-Όλοφ", με θέμα τη θρησκευτική μεταρρύθμιση στη Σουηδία, που είχε ως συνέπεια να φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας. Κατορθώνει όμως να αντιδράσει και διορίζεται το 1874 υπάλληλος στη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, όπου παραμένει μέχρι το 1882, μελετώντας φιλοσοφία, προσπαθώντας να μάθει την κινέζικη γλώσσα και γράφοντας, κάτω από την επίδραση του Φλωμπέρ, το πρώτο νατουραλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα στα σουηδικά, το "Κόκκινο Δωμάτιο" (1879), μια σάτιρα της σουηδικής κοινωνίας και των χαλαρών ηθών της εποχής του. Στην περίοδο αυτή ερωτεύεται και παντρεύεται (1877) τη βαρώνη Σίρι φον 'Εσσεν, η οποία χώρισε για χάρη του τον πρώτο άντρα της. Από το γάμο τους αυτό γεννιούνται τρία παιδιά.

Με αφορμή το έργο του "Νέο Βασίλειο" (1881), κριτική της κοινωνικής ζωής στη Σουηδία μετά τις κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις του 1865, εγκαταλείπει τη θέση του βιβλιοθηκαρίου και αναγκάζεται να μεταναστεύσει με την οικογένειά του και να ζήσει για αρκετό χρόνο στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ιταλία (1882 - 1889). Στο διάστημα αυτό δημοσιεύει και μια συλλογή με ρεαλιστικά διηγήματα γύρω από το γάμο, τους "Παντρεμένους" (1884). Το έργο κατάσχεται και ο εκδότης δικάζεται για βλασφημία, αλλά η δημοτικότητα του Στρίντμπεργκ ανεβαίνει κατακόρυφα, πράγμα που τον κάνει να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αναλάβει όλη την ευθύνη για το βιβλίο. Αθωώνεται από το δικαστήριο και την επόμενη χρονιά (1886) δημοσιεύει μια δεύτερη κι ακόμα πιο καυστική συλλογή με διηγήματα, με τον τίτλο και πάλι "Παντρεμένοι", με έντονα τα στοιχεία του μισογυνισμού και του αντιφεμινισμού, που είναι τόσο γνώριμα στα κατοπινά θεατρικά έργα του.

Το 1886 ο Στρίντμπεργκ γράφει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του "Ο γιος της δούλας". Κατά την περίοδο 1880 - 1885, εμφανίζει τάσεις επαναστατικού σοσιαλισμού, όπως δείχνουν και τα διηγήματά του με τον τίτλο "Ουτοπίες πάνω στη γη" (1885). Μετά την περίοδο όμως αυτή στρέφεται όλο και περισσότερο σ' ένα φιλελεύθερο συντηρητισμό κι από το 1890 εγκαταλείπει οριστικά το ουτοπικό σοσιαλιστικό του όραμα.

Ο γάμος του συγγραφέα με τη Σίρι φον 'Εσσεν στάθηκε για λίγα χρόνια ευτυχισμένος. Αυτό οφείλεται βασικά και στις συγγραφικές επιτυχίες του Στρίντμπεργκ στο διάστημα αυτό. Δεν άργησαν όμως οι ζήλιες και οι καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι. Ο ποιητής ζει μια έντονη εσωτερική περιπέτεια, που τρέφει το μισογυνισμό του και την απέχθειά του για το γάμο και την οικογένεια. Αποτέλεσμα ήταν το διαζύγιο το 1891. Από τότε η ζωγραφική τού έγινε μια λυτρωτική εκτόνωση.

Η "μάχη των φύλων", ως μια προαιώνια και αδιάλειπτη μονομαχία άντρα και γυναίκας, βρίσκει την πλήρη έκφρασή της στα έργα του Στρίντμπεργκ "Ο Πατέρας" (1887), "Οι σύντροφοι" (1888), "Δεσποινίς Τζούλια" (1888), "Οι δανειστές" (1888), " Ο δεσμός" (1893) και "Ο χορός του θανάτου" (1901), καθώς και στα αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα. Όπως έγραψε σ' ένα θεατρικό του σημείωμα ο Άγγελος Τερζάκης - "Η γυναίκα θ' ασκήσει πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αλλόκοτη και αντιφατική έλξη... Έχει συνειδητοποιήσει όσο κανένας άλλος το δραματικό, το σχεδόν μοιραίο βάρος του θηλυκού στοιχείου μέσα στη ζωή... Έβλεπε στην πάλη άντρα - γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, που παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου".

Πολλά από τα έργα του Στρίντμπεργκ, που αναφέρονται στην πάλη των δύο φύλων, είναι αριστουργήματα ψυχολογικής ανάλυσης. Έχει γράψει θεατρικά έργα κάθε σχολής - ρεαλισμός, νατουραλισμός, συμβολισμός, ιστορικό δράμα, ονειρόδραμα, εξπρεσιονισμός. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι στην ίδια περίοδο με τα προσωπικά του δράματα έγραψε μετά το 1899 και μια σειρά από ρεαλιστικά ιστορικά έργα ("Γουσταύος Βάζα", "Ερρίκος ΙΔ'", "Κάρολος ΙΒ'", "Βασίλισσα Χριστίνα"), καθώς και το αδυσώπητα νατουραλιστικό δράμα "Ο χορός του θανάτου".

Από το 1892, ο Στρίντμπεργκ περιπλανιέται και πάλι στην Ευρώπη. Το 1893 γνωρίζει στο Βερολίνο και παντρεύεται τη νεαρή Αυστριακή συγγραφέα Φρίντα Ουλ. Γίνεται πατέρας για τέταρτη φορά. Αλλά κι ο δεύτερος αυτός γάμος κατέληξε σε διαζύγιο. Ύστερα από δύο γάμους και δύο διαζύγια, το βασανισμένο πνεύμα του βρίσκει καταφύγιο στο σβεντενμποργκικό μυστικισμό. Είχε προηγηθεί όμως η πνευματική του κατάρρευση από τον καιρό που έμαθε πως ο Νίτσε - με τον οποίο αλληλογραφούσε στα τέλη του 1888 - παραφρόνησε. Έφτασε στο απόγειο της κρίσης στο Παρίσι στα 1895 - 1896. Κλείστηκε σ' ένα ιδιωτικό σανατόριο για να βρει την ψυχική του γαλήνη.

Η υγεία του αποκαταστάθηκε σύντομα, μα δεν μπόρεσε να αποβάλλει τις ψυχικές ιδιορρυθμίες του. Στα έργα του της περιόδου αυτής κυριαρχεί μια τάση μυστικιστική, μαζί και μια θρησκευτική ευαισθησία. Η επίδραση του Μαίτερλινκ είναι οπωσδήποτε φανερή. Η δραματική τριλογία του " Προς τη Δαμασκό", που γράφτηκε ανάμεσα στα 1898 και 1904, είναι ένα έργο ονειρικό - συμβολικό. όπου ο συγγραφέας μέσα απ' τη θρησκευτική πίστη οδηγεί τον άνθρωπο στη θριαμβική σωτηρία. Στην παράξενη κωμωδία του "Υπάρχουν εγκλήματα και εγκλήματα", που δημοσιεύτηκε το 1899, οι αγωνίες που βασανίζουν την αμαρτωλή σκέψη βρίσκουν τη λύτρωση στο "ανώτερο δικαστήριο" του πνεύματος. Στο " Πάσχα" (1900) κυριαρχεί το χριστιανικό μήνυμα της αγάπης, που λυτρώνει από τους πόνους και τις οδύνες της ενοχής.

Τη Σουηδέζα ηθοποιό Χάρριετ Μπόσσε, που ερμήνευσε το ρόλο της ηρωίδας στο "Πάσχα", όταν το έργο παίχτηκε στη Στοκχόλμη τη Μεγάλη Πέμπτη του 1901, την ερωτεύτηκε ο Στρίντμπεργκ και την παντρεύτηκε την ίδια χρονιά. Ένας τρίτος γάμος κι ένα ακόμα παιδί. Ζωή βασανιστική και ανυπόφορη. Και ένα τρίτο διαζύγιο στα 1904. Η προσωπική δυστυχία και οι συνακόλουθες έμμονες ιδέες και μια απαισιοδοξία για τη ζωή αντανακλώνται, κάτω και από την επίδραση της υπαρξιακής σκέψης του Δανού φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ, στα επόμενα δράματά του, όπως στην απαισιόδοξη "Σονάτα των Φαντασμάτων" (1907), μια εξπρεσιονιστική ανάλυση της ανθρώπινης δυστυχίας. Αλλά και με το "Ονειρόδραμα" (1902), μια συμβολική φαντασιοκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Στρίντμπεργκ ελευθερώνει το νεώτερο δράμα από τα δεσμά του νατουραλισμού, προμηνώντας τα έργα του Πιραντέλλο, του Τόλλερ, του Κάιζερ, του Τσάπεκ, του Κοκτώ, του Σαρογιάν και πολλών άλλων σύγχρονων πειραματιστών.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η μοναξιά του, μετά τους τρεις αποτυχημένους γάμους του, γίνεται μαρτυρική. Συνδέεται με τη νεαρή ηθοποιό Φάννυ Φάλκνερ, γνωρίζοντας επιτέλους κοντά της μια ήρεμη κι ευτυχισμένη ζωή. Το 1912, στα 63 χρόνια του, πεθαίνει στη Στοκχόλμη από καρκίνο του στομάχου. Το σπίτι που έζησε ο Στρίντμπεργκ, ο "γαλάζιος πύργος", βρίσκεται στην Οδό Ντρότνιγκαταν 85 στη Στοκχόλμη.


ΣΑΙΞΠΗΡ ΟΥΙΛΛΙΑΜ




William Shakespeare

1564 - 1616) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς.

Θεωρείται μια από τις κορυφαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου, ενώ τα θεατρικά του παίζονται έως σήμερα, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον. Ο Σαίξπηρ κατάφερε να χειριστεί με απόλυτη δεξιοτεχνία τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα και την τραγωδία. Τα έργα του διαπνέονται από μία βαθειά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και παραμένουν επίκαιρα.

Η επίδραση του, ειδικότερα στην αγγλική λογοτεχνία, θεωρείται τεράστια.


Βιογραφία

Το σπίτι που γεννήθηκε ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στο Στράτφορντ (αμφισβητείται ωστόσο αν ο Σαίξπηρ του Statford συνδέεται πράγματι με το θεωρούμενο σήμερα ως σαιξπηρικό έργο).

Πολλοί ιστορικοί συμφωνούν πως ο ηθοποιός, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Ουίλλιαμ Σαίξπηρ αποτελεί πράγματι ένα και μοναδικό πρόσωπο, όπως πιστοποιούν σημαντικά ιστορικά ευρήματα.

Ο Σαίξπηρ γεννήθηκε στην πόλη Stratford-upon-Avon (ή απλά Stratford) τον Απρίλιο του 1564. Πατέρας του ήταν ο John Shakespeare, πετυχημένος έμπορος και μητέρα του η Mary Arden, κόρη εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας του Σαίξπηρ, συμμετείχε για ένα διάστημα στις δημόσιες υποθέσεις, ασκώντας καθήκοντα δημοτικού συμβούλου περίπου στα 1560, θέση που αργότερα έχασε καθώς κατηγορήθηκε για παράνομο εμπόριο. Έχει επικρατήσει να θεωρείται ως ημερομηνία γέννησης του Σαίξπηρ η 23η Απριλίου. Η ακριβής όμως ημερομηνία παραμένει έως σήμερα άγνωστη. Η μόνη γνωστή πληροφορία που υπάρχει σχετικά, είναι πως η βάφτισή του έγινε στις 26 Απριλίου όπως καταγράφεται στα μητρώα εκκλησίας του Στράτφορντ. Επιπλέον είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη, η τελετή της βάφτισης γινόταν λίγες μόνο ημέρες μετά τη γέννηση.

Για την παιδική ηλικία του Σαίξπηρ ελάχιστα είναι γνωστά. Θεωρείται πιθανό πως έλαβε την εκπαίδευσή του στο σχολείο του Στράτφορντ, όπου πρέπει να ήρθε σε επαφή με την κλασική λογοτεχνία και τα λατινικά. Έχοντας μελετηρό χαρακτήρα, ο Σαίξπηρ διάβαζε πολύ στα νεανικά του χρόνια, αν και δεν έγραφε πολύ. Κανένα στοιχείο δεν μπορεί να πιστοποιήσει κατά πόσον η εκπαίδευσή του συνεχίστηκε αργότερα.

Στις 28 Νοεμβρίου του 1582 ο Σαίξπηρ παντρεύτηκε την Anne Hathaway, οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του και ήδη τριών μηνών έγκυο όταν παντρεύτηκαν. Ο γάμος τους έγινε στο ναό Grafton κοντά στην πόλη του Statford. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά. Στις 26 Μαΐου του 1583 βαπτίστηκε η κόρη τους Susanna ενώ στις 2 Φεβρουαρίου του 1585 καταγράφεται η βάπτιση των δύο δίδυμων παιδιών τους, του Χάμνετ και της Ιουδήθ.

Ο Σαίξπηρ κατά καιρούς υπέφερε πολύ από φτώχεια. Μολοταύτα είχε τις φιλοδοξίες του και ήλπιζε. Το 1587 πήγε στο Λονδίνο για να προσπαθήσει να καλυτερέψει την οικονομική του κατάσταση. Διαφορετικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για φυγή του από το Statford με την κατηγορία κλοπής ή για συνεχείς μετακινήσεις του στη χώρα με την ιδιότητα του δασκάλου.

Η υπογραφή του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (από τη διαθήκη του).

Στο Λονδίνο, ο Σαίξπηρ έδειξε ενδιαφέρον για το θέατρο. Επειδή δεν είχε τα μέσα να πληρώνει για τα εισιτήρια, προσπαθούσε να κερδίζει χρήματα κρατώντας τα άλογα των θεατών του θεάτρου. Αργότερα έγινε ηθοποιός, και αφού απέκτησε αρκετή πείρα, άρχισε να βοηθά θεατρικούς συγγραφείς στο γράψιμο των χειρογράφων. Με το ανέβασμα του πρώτου του έργου "Αγάπης Αγώνας Άγονος", περί τα 1590, άρχισε τη σταδιοδρομία του.

Το 1594 ο Σαίξπηρ εμφανίζεται να συμμετέχει στη θεατρική ομάδα Lord Chamberlain's Men, η οποία χρηματοδοτείται από τον λόρδο Chamberlain. Ο θίασος αυτός θεωρείται πως είχε σημαντική αναγνώριση καθώς το 1603 ο νέος μονάρχης, James I, συνέχισε να τον συντηρεί οικονομικά αφού μετονομάστηκε σε King's Men. Ο Σαίξπηρ συμμετείχε ως ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας. Αρκετά νομικά έγγραφα της εποχής που διασώζονται πιστοποιούν πως στη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Σαίξπηρ κέρδισε αρκετά χρήματα. Αναφέρονται χαρακτηριστικά η απόκτηση του σπιτιού του (New Place) στο Στράτφορντ, το 1597, το οποίο ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο σπίτι στην περιοχή καθώς και η αγορά έκτασης στο Blackfriars του Λονδίνου. Παράλληλα φέρεται ως συνιδιοκτήτης του θεάτρου Globe στο Λονδίνο. Την ίδια περίοδο θεωρείται πως είναι γραμμένα μερικά από τα πιο γνωστά του έργα, μεταξύ των οποίων οι τραγωδίες Αντώνιος και Κλεοπάτρα, Ιούλιος Καίσαρ, Άμλετ, Βασιλιάς Ληρ, Μακβεθ και Οθέλλος.

Τα πρώτα σονέτα του Σαίξπηρ δημοσιεύτηκαν το 1609, αν και γράφτηκαν λίγα χρόνια νωρίτερα και αποτελούσαν ως επί το πλείστον ερωτικά ποιήματα. Τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του καταγράφονται μόλις τέσσερα θεατρικά του έργα εκ των οποίων το τελευταίο είναι ο Ερρίκος ο Η' , του 1613. Μετά το 1613, ο Σαίξπηρ διέκοψε τη συγγραφή και αποσύρθηκε σε ένα ωραίο καινούργιο σπίτι του Stratford. Όμως πρόλαβε να αφήσει πίσω του ένα εντυπωσιακό αριθμό έργων. Πέθανε στις 23 Απριλίου του 1616 και ο τάφος του βρίσκεται στο ιερό της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας του Statford. Ο ενταφιασμός του στο ιερό ήταν μια ιδιαίτερη τιμή που του έγινε όμως όχι λόγω της συγγραφικής του ιδιότητας, αλλά διότι είχε εξαγοράσει ένα μερίδιο της εκκλησίας έναντι 440 λιρών, ποσού σημαντικό για την εποχή. Στον τάφο του Σαίξπηρ τοποθετήθηκε έπειτα από δική του επιθυμία η παρακάτω επιγραφή:

Good friend, for Jesus' sake forbear,
To dig the dust enclosed here
Blest be the man that spares these stones,
But cursed be he that moves my bones.

και σε ελεύθερη μετάφραση:

Καλέ φίλε, στο όνομα του Θεού συγκρατήσου,
Στο να σκάψεις τη σκόνη που εσωκλείεται εδώ.
Ευλογημένος όποιος ήσυχες αφήσει αυτές τις πέτρες,
Καταραμένος όμως όποιος ανακινήσει τα κόκκαλα μου.

Σχετικά με την επιγραφή αυτή, καλλιεργήθηκε ένας μύθος σύμφωνα με τον οποίο, αδημοσίευτα έργα του Σαίξπηρ πιθανόν να βρίσκονται εντός του τάφου. Μέχρι σήμερα δεν έχει αποπειραθεί να διαπιστωθεί η αλήθεια αυτής της υπόθεσης.

Το πρόβλημα της ταυτότητας του Σαίξπηρ

Πορτραίτο του Σαίξπηρ.

Τα τελευταία χρόνια, συγγραφείς όπως ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Μαρκ Τουέην ή ο Χένρυ Τζέημς, αλλά και προσωπικότητες όπως ο Σίγκμουντ Φρόυντ εξέφρασαν τη δυσπιστία τους σχετικά με την υπόθεση πως ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ του Statford ταυτίζεται με τον συγγραφέα που έδωσε τα σαιξπηρικά έργα. Ο σκεπτικισμός αυτός στηρίζεται σε διάφορες ενδείξεις μεταξύ των οποίων η απουσία κάποιου βιβλίου ή χειρόγραφου έργου στην - κατά τα άλλα λεπτομερή - διαθήκη του.

Πολλοί αποδίδουν αυτήν την διαφωνία στην γενική έλλειψη και ασάφεια γύρω από πολλά ιστορικά στοιχεία της περιόδου κατά την οποία έζησε ο Σαίξπηρ. Ακόμη και το πορτραίτο του στην εθνική πινακοθήκη (National Portrait Gallery) του Λονδίνου αμφισβητείται έντονα πως απεικονίζει πράγματι τον Σαίξπηρ ενώ και ένα δεύτερο διάσημο πορτραίτο του αποδείχθηκε με την βοήθεια χημικής ανάλυσης ότι στην πραγματικότητα δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα. Ορισμένοι μελετητές του έργου που αποδίδεται στον Σαίξπηρ, θεωρούν πως ένα μέρος του πιθανά ανήκει σε άλλους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται συχνά ο Φράνσις Μπέηκον, ο Κρίστοφερ Μάρλοου καθώς και ο 6ος κόμης του Derby William Stanely. Ο Edward de Vere, 17ος κόμης της Οξφόρδης, θεωρείται επίσης ένας από τους πιθανούς συγγραφείς κάποοιων έργων που αποδίδονται στον Σαίξπηρ. Ιστορικά στοιχεία γύρω από την ύπαρξη του κόμη de Vere έγιναν γνωστά περίπου το 1920 και αρκετοί πιστεύουν πως τα γεγονότα της ζωής του εμφανίζουν ομοιότητες με καταστάσεις που αποτυπώνονται και στο έργο του Σαίξπηρ.

Η πλειοψηφία των ακαδημαϊκών μελετητών δεν δέχεται τις παραπάνω εκτιμήσεις, ωστόσο θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο ο Σαίξπηρ να μην αποτελεί και τον μοναδικό συγγραφέα των έργων του, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη πολλοί δραματουργοί και θεατρικοί συγγραφείς συνεργάζονταν στενά μεταξύ τους.

Έργο

Η γνώση της ανθρώπινης φύσης, το πλούσιο λεξιλόγιό του και η βαθειά αντίληψη της δραματικής τέχνης, έδωσαν την ικανότητα στον Σαίξπηρ να γράψει θεατρικά έργα που είναι εξίσου επίκαιρα και συγκινητικά όπως και στην εποχή που γράφτηκαν. Τα ιστορικά του δράματα δίνουν μια διαυγή εικόνα της Αγγλικής ιστορίας. Οι κωμωδίες του εκτείνονται από τη γελωτοποιία του Πακ στο Όνειρο Θερινής Νυκτός, ως το πιο λεπτό χιούμορ των έργων του που περιγράφουν τα ήθη της εποχής. Χρησιμοποίησε τη βαθειά του δραματική αντίληψη στις μεγάλες του τραγωδίες, όπως ο "Άμλετ", ο "Οθέλος", "Μάκβεθ" και "Βασιλιάς Ληρ".

Τα έργα του Σαίξπηρ έχουν παιχτεί και παίζονται στα θέατρα όλου του κόσμου συνεχώς από την πρώτη τους παράσταση, ενώ πολλά εξ αυτών έχουν μεταφερθεί και στη μικρή και μεγάλη οθόνη. Η πρώτη έκδοση του πλήρους έργου του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ χρονολογείται στα 1623 και διατηρείται σήμερα στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Τα έργα του κατά παράδοση διακρίνονται σε τραγωδίες, κωμωδίες και ιστορικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από τις ακριβείς χρονολογίες των έργων του Σαίξπηρ δεν είναι μέχρι σήμερα γνωστές.

Κωμωδίες

  • Η παραπάνω σειρά χρονικής περιόδου συγγραφής κάθε έργου είναι αυτή που δημοσιεύθηκε στο ομώνυμο βιβλίο Σαίξπηρ του Ε.Κ. Chambers (1930) και που αναδημοσίευσε σε εδική έκδοση "Απαντα Σαίξπηρ" η ελληνική εφημερίδα "Το Βήμα" (2009)

Ιστορικά έργα

  • Βασιλιάς Ιωάννης
  • Ριχάρδος ο Β'
  • Ερρίκος ο Δ' (πρώτο μέρος)
  • Ερρίκος ο Δ' (δεύτερο μέρος)
  • Ερρίκος ο Ε'
  • Ερρίκος ο Στ' (πρώτο μέρος)
  • Ερρίκος ο Στ' (δεύτερο μέρος)
  • Ερρίκος ο Στ' (τρίτο μέρος)
  • Ριχάρδος ο Γ'
  • Ερρίκος ο Η'

Τραγωδίες

Ποιήματα

Στο λογοτεχνικό έργο του Σαίξπηρ περιλαμβάνονται ακόμα:

  • Σονέτα
  • Μεγαλύτερης έκτασης ποιήματα:
    • Αφροδίτη και Άδωνις
    • Ο βιασμός της Λουκρητίας
    • Ο περιπαθής προσκυνητής
    • Ο φοίνικας και η τρυγόνα
    • Το παράπονο ενός εραστή

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ




Σε μια προϊστορική για την ανθρωπότητα περίοδο, πολύ πριν από τις Διονυσιακές τελετές και το χωρικό άσμα του διθυράμβου (μέσα από το οποίο εξελίχθηκε με βραδεία διαδικασία το αρχαίο δράμα), εντοπίζουμε παρόμοιες τελετές μαγικού και λατρευτικού χαρακτήρα. 
Ο πρωτόγονος άνθρωπος, προκειμένου να ερμηνεύσει τα φυσικά φαινόμενα προσέφευγε στη μυθοπλασία. Κυρίως όμως προσπαθούσε να επηρεάσει τη ροή των ίδιων των γεγονότων μέσα από ποικίλα δρώμενα που είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τις μιμητικές ομαδικές κινήσεις – εκκλήσεις προς τις θεοποιημένες φυσικές δυνάμεις.
Στα δρώμενα αυτά διακρίνουμε μια πρώιμη, «εμβρυϊκή» καλλιτεχνική έκφραση του ανθρώπου, προ-λογική και σαφώς προ-αισθητική, που δεν έχει οργανωμένο λόγο. Η έκφραση όμως αυτή έδινε ταυτοχρόνως διέξοδο στο μιμητικό ορμέμφυτο του πρωτογόνου, στην κλίση του για τη δημιουργία και την απόλαυση ενός θεάματος. 
Στην «έκρηξη» αυτού του ορμέμφυτου πρέπει να εντοπίσουμε και τις απαρχές του θεάτρου. Σ΄ αυτόν τον πρωτογενή αυτοσχεδιασμό, στην πρώτη άγρια μορφή αναπαράστασης ενός πόθου, ενός φόβου, μιας πρόληψης, πρέπει να δούμε τις ρίζες του θεάτρου.
Τα δρώμενα των πρωτογόνων, που διεξάγονταν σε χώρους οι οποίοι εξαγνίζονταν πρώτα, για να υποδεχτούν τη μαγική τελετή, ή σε χώρους με συμβολική αξία (βράχους, ποτάμια κ.ά), είχαν τόσο τη σοβαρή τους μορφή όσο και την ευτράπελη. 
Αυτή η διπλή όψη των δρώμενων προανήγγελλε – πριν ακόμα ισχύσει ο λόγος ως σύστημα επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους –τις δύο μορφές του θεάτρου, την τραγωδία και την κωμωδία, που είναι σύμφυτες με τη ίδια τη ζωή.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΡΑΓΙΚΟΙ






Η ιεροτελεστίες των αρχαίων ανθρώπων μετατράπηκαν σιγά σιγά ώσπου έγιναν αληθινές θεατρικές παραστάσεις. Το θέατρο δυτικού τύπου γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα, με την τραγωδία. Η θεατρική μορφή ξεκίνησε από τις τελετές της λατρείας του Διονύσου, θεού της γονιμότητας και του μεθυσιού. Οι τελετές αυτές τόνιζαν τις έντονες και οδυνηρές πλευρές της ζωής οπότε η τραγωδία, στην ολοκληρωμένη της μορφή (5ος αιώνας π.Χ) πραγματεύονταν προβλήματα συνείδησης με κατάληξη βίαιη, πένθιμη και ένα ηθικό μήνυμα. Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης υπήρξαν οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγικοί. Στην αρχαία Ελλάδα η τραγωδία συνοδευόταν από την κωμωδία, που ήταν πιο «ελαφριά» και διασκεδαστική. Αυτά τα δύο είδη συνεχίστηκαν με τους Ρωμαίους. Έπειτα στο Μεσαίωνα, τα πράγματα άλλαξαν. Επιτρεπόταν επίσημα μονάχα η «ιερή αναπαράσταση» που εκτελούνταν μέσα στην εκκλησία ή κάτω από την κύρια είσοδό της. Στην αρχή οι παραστάσεις είχαν να κάνουν με τη ζωή του Χριστού. Αργότερα προστέθηκαν οι βίοι των αγίων και οι παραστάσεις γίνονταν και στις πλατείες. Μοντάρανε διάφορα σκηνικά, που παρίσταναν τους τρόπους της ζωής του Χριστού ή του αγίου. Οι ηθοποιοί μετακινούνταν από το ένα σκηνικό στο άλλο, ανάλογα με τα μέρη του δράματος. Οι μίμοι και οι γελωτοποιοί απάγγελναν διάφορες ιστορίες στις πλατείες ή πάνω σε κάρα στα πανηγύρια. Αυτό ήταν θέατρο κριτικής και σάτιρας.
Η τραγωδία στην εξελιγμένη μορφή της παρουσιάζει την εξής δομή: αρχίζει με έναν «πρόλογο» συνήθως, που εισάγει το θεατή στην υπόθεση, συνεχίζεται με τη «πάροδο», το άσμα που τραγουδάει ο χορός με την είσοδό του στην ορχήστρα και ακολουθούν τα «επεισόδια» διαλογικά μέρη, όπου τα πρόσωπα του δράματος συγκρούονται, διαπράττουν το τραγικό σφάλμα και προκαλούν την επέμβαση της ανώτατης δύναμης. Τα «επεισόδια» εναλλάσσονται με χορικά άσματα, τα «στάσιμα», όπου τα μέλη του χορού ορχούνται, φιλοσοφούν για τη ζωή, νουθετούν, απεύχονται τη συμφορά, αδυνατούν όμως να την εμποδίσουν. Το τελευταίο τμήμα της τραγωδίας είναι η «έξοδος». Ιδιαίτερα συγκινησιακό στοιχειό της τραγωδίας είναι ο «κομμός», όπου ένα πρόσωπο θρηνεί, τραγουδώντας μόνο του ή εναλλάξ με τον κορυφαίο του χορού. Οι κομμοί συχνά συμπίπτουν με την έξοδο. Χαρακτηριστικές επίσης για την αφηγηματική και δραματική αξία τους είναι οι σκηνές της αναγνώρισης, όπου ένα πρόσωπο αναγνωρίζει ένα άλλο, δικό του, που το θεωρούσε χαμένο.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ:
Ο Αισχύλος(525-456 πΧ), ο πρώτος από τους τρεις μεγαλύτερους τραγικούς ποιητές, μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια και μαραθωνομάχος, έγραψε 90 έργα, από τα οποία σώζονται τα επτά: η τριλογία Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες),κορυφαίο επίτευγμα του ανθρώπινου πνεύματος, Πέρσαι, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης και επτά επί Θήβας.
ΣΟΦΟΚΛΗΣ:
Ο Σοφοκλής(496-405 πΧ) ο «τελειότατος των τραγικών» κατά τον Ξενοφώντα, θα αυξήσει τον αριθμό των υποκριτών από δύο σε τρεις όπως και των χορευτών από δώδεκα σε δεκαπέντε, και θα περιορίσει τα άσματα του χορού δίνοντας μεγαλύτερη έκταση στο διάλογο. Στα έργα του Σοφοκλή, παρόλο που οι υπερβατικές δυνάμεις εξακολουθούν να έχουν ρυθμιστικό χαρακτήρα στη δράση, η έκβαση των πραγμάτων θα εξαρτηθεί από τη βούληση και τις επιλογές των ηρώων. Ο Σοφοκλής παράγει έτσι το τραγικό από τη σύγκρουση του ατόμου με τον εαυτό του ή με τους άλλους. Από τα έργα του έχουν διασωθεί ακέραια επτά: Τραχίνιαι, Αντιγόνη, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης, Αίας και Οιδίπους επί Κολωνώ.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ:
Ο Ευριπίδης(484 ή 480-406) θα οργανώσει τις αναζητήσεις του με επίκεντρο τον άνθρωπο – οι θεοί συμβάλουν τεχνικά (από μηχανής θεός) στην έξοδο των ηρώων από την περιπέτεια. Θα δοκιμάσει τολμηρές ψυχογραφικές περιγραφές των χαρακτήρων του, θα δώσει έμφαση στην πλοκή, θα ελαττώσει την παρεμβατικότητα του χορού, ενώ θα προετοιμάσει το νεότερο ψυχολογικό και κοινωνικό δράμα(ενδεικτικός ο διχασμός της Μήδειας ανάμεσα στο πάθος και τη λογική). Από τα έργα του έχουν σωθεί τέσσερις τραγωδίες εμπνευσμένες από τον Τρωικό πόλεμο και τα συναφή γεγονότα: Τρωάδες, Εκάβη, Ανδρομάχη και Ρήσος, πέντε τραγωδίες από το μυθικό κύκλο των Ατρειδών: Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ελένη, και μια από τον οίκο των Λαβδακιδών: Φοίνισσαι. Άλλα έργα του Ευριπίδη είναι: Άλκηστης, εμπνευσμένη από ένα δημοφιλή λαϊκό μύθο της εποχής, Ιππόλυτος, Μήδεια, Βάκχαι, Ικέτηδες, Ίων, Ηρακλείδαι, Ηρακλής και σατυρικό δράμα Κύκλωψ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ





Ο όρος Νεοελληνικό θέατρο ορίζει την ελληνική θεατρική κίνηση που έγινε μετά από την επανάσταση του 1821.

Την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού γίνονται για πρώτη φορά μεταφράσεις έργων των Μολιέρου, Βολταίρου, Γκολντόνι κ.α. Τότε γράφει το έργο Αχιλλεύς (1805) ο Αθανάσιος Χριστόπουλος και ο Ρίζος Νερουλός τα Κορακίστικα (1812).

Την προεπαναστατική περίοδο, όπου οι υπόδουλοι Έλληνες προετοιμάζονται για την απαλλαγή του τουρκικού ζυγού, γράφτηκαν έργα όπως : Η Ελλάς και ο ξένος (1818) του Γεωργίου Λασσάνη και Τιμολέων (1818) του Ιωάννη Ζαμπέλιου.

Μετά την επανάσταση του 1821 το έργο Βασιλικός (1830) του Αντωνίου Μάτεση δίνει το ξεκίνημα της άνθησης του Θεάτρου. Το πρώτο υπαίθριο θέατρο ανοίγει το 1835 και το πρώτο χειμερινό το 1840.


Ρομαντικά δράματα γράφονταν και παίζονταν τότε όπως Η κόρη του παντοπώλη του Άγγελου Βλάχου, Ο οδοιπόρος(1830) του Παναγιώτη Σούτσου, Ο τυχοδιώκτης (1835) και Ο χαρτοπαίκτης (1835) του Μιχάλη Χουρμούζη, Του κουτρούλη ο γάμος (1846) του Αλέξανδρου Ρίζου ,Βαβυλωνία (1836) του Δημητρίου Βυζάντιου , Φαύστα (1893) και Μαρία Δοξαπατρή (1858) του Δημητρίου Βερναδάκη, Γαλάτεια (1872) του Σπυρίδωνα Βασιλειάδη.


Το 1889 έκανε την εμφάνισή του το κωμειδύλλιο με το έργο Η τύχη της Μαρούλας του Δημητρίου Κορομηλά και το ειδυλλιακό δράμα με το έργο Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας του Δημητρίου Κορομηλά. Τέτοιου είδους έργα έγραψαν οι Δημήτρης Κόκος(Μπαρμπα Λινάρδος), Κ. Ξένος (Περί όνου σκιάς) και Σ. Περεσιάδης (Γκόλφω).


Τον 20ο αιώνα το ελληνικό θέατρο συνεχίζει να αναπτύσεται. Σπουδαίος συγγραφέας του Νεοελληνικού Θεάτρου είναι ο Γρηγόρης Ξενόπουλος (1897 - 1951), ο οποίος γράφει στη δημοτική γλώσσα δράματα, κωμωδίες και ηθογραφίες. Έργα του είναι η Στέλλα Βιολάντη, Φοιτητές, Ποπολάρος κ.α. Άλλοι συγγραφείς : Δημήτρης Χόρν (Φυντανάκι), Άγγελος Τερζάκης (Σταυρός και Σπαθί), Σπύρος Μελάς (Ομπαμπάς εκπαιδεύεται) κ.α.

Τη δεκαετία του 1950 η ανάπτυξη του Θεάτρου Τέχνης από τον Κάρολο Κουν συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του θεάτρου. Σπουδαίοι συγγραφείς της δεκαετίας ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (Η αυλή των Θαυμάτων, Το μεγάλο μας τσίρκο) και ο Γιώργος Σεβαστίκογλου (Αγγέλα).

Δεκαετία 1960 . Μεγάλη συγγραφική κίνηση χωρίς εθνικές προκαταλήψεις. Κυριότεροι συγγραφείς του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου :

Βασίλης Ζιώγας (Πασχαλινά παιχνίδια, Το προξενειο της Αντιγόνης), Κώστας Μουρσελάς ( Η κυρία δεν πενθεί, Επικίνδυνο φορτίο), Δημήτρης Κεχαϊδης (Προάστειον Νέου Φαλήρου, Το πανηγύρι, Η βέρα και το τάβλι), Λούλα Αναγνωστάκη (Αντόνιο, Η πόλη), Γιώργος Σκούρτης (Νταντάδες, Κομμάτια και θρύψαλα), Μάριος Ποντίκας (Τρομπόνι).