Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ΜΟΛΙΕΡΟΣ: ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ στη ΚΩΜΩΔΙΑ


"..Το Θέατρο έχει τη μεγάλη αρετή να διορθώνει. Πολύ συχνά, τα ωραιότερα νοήματα μιας σοβαρής ηθικής διδασκαλίας είναι λιγότερο ισχυρά από της σάτιρας και τίποτα δε διορθώνει καλύτερα τους περισσότερους ανθρώπους από το ζωγράφισμα των ελαττωμάτων τους. Το μεγαλύτερο πλήγμα στην κακία είναι να την εκθέσεις στον περίγελο τού κόσμου. Εύκολα υποφέρει κανένας τις επιπλήξεις· αλλά κανένας δεν αντέχει τη γελοιοποίηση. Κάποιος μπορεί να θέλει να ’ναι κακός, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να ’ναι γελοίος…

… Δέ μπορώ να τ’ αρνηθώ υπήρξαν Πατέρες τής Εκκλησίας που καταδίκασαν την κωμωδία. Δε μπορούν όμως και να μ’ αρνηθούν πως υπήρξαν και μερικοί που της φέρθηκαν λίγο πιο μαλακά. Έτσι, η εξουσία στην οποία ισχυρίζονται ότι εδραιώνουν τη λογοκρισία καταστρέφεται απ’ αυτή τη διχογνωμία· και το συμπέρασμα που βγαίνει απ’ αυτή τη διάσταση γνωμών σε πνεύματα φωτισμένα από τα ίδια φώτα, είναι πως πήραν την κωμωδία διαφορετικά και πως οι μεν την είδαν στην καθαρότητά της, ενώ οι άλλοι παρατήρησαν μόνο τη διαφθορά της κ’ έκαναν σύγχυση μ’ όλα αυτά τα απαίσια θεάματα που σωστά ονόμασαν «θεάματα λαγνείας». 
Και πράγματι, αφού πρέπει να συζητήσουμε για πράγματα κι όχι για λέξεις, κι αφού οι περισσότερες αντιρρήσεις προέρχονται από κακή συνεννόηση και «περιτύλιγμα» στην ίδια λέξη αντίθετων πραγμάτων, είν’ απαραίτητο ν’ αφαιρέσουμε τον πέπλο του διφορούμενου και να κοιτάξουμε τι είναι κωμωδία καθαυτή, για να δούμε αν πρέπει να καταδικαστεί. 
Θ’ αναγνωρίσουν όλοι τότε, αναμφισβήτητα, πως αφού η κωμωδία δεν είναι παρά ένα πνευματώδες ποίημα, που μ’ ευχάριστες διδασκαλίες, περιγράφει τα ελαττώματα των ανθρώπων, η λογοκρισία που της γίνεται είναι αδικία· κι αν θελήσουμε ν’ ακούσουμε τη μαρτυρία της αρχαιότητας πάνω στο θέμα, θα, διαπιστώσουμε ότι οι πιο μεγάλοι της φιλόσοφοι έπλεξαν το εγκώμιο της κωμωδίας, αυτοί ακριβώς που διακήρυσσαν μια τόσο αυστηρή σοφία και που αδιάκοπα καταμαρτυρούσαν τις αμαρτίες του αιώνα τους. 

Θα δούμε ακόμα πως ο Αριστοτέλης αφιέρωσε νύχτες ολόκληρες στη μελέτη τού Θεάτρου και φρόντισε να καθορίσει τις αρχές στις οποίες πρέπει να βασίζεται η τέχνη τής κωμωδίας. Θα μάθουμε πως οι μεγαλύτεροι άνδρες τής αρχαιότητας, οι πιο άξιοι, θεώρησαν δόξα τους το ότι σύνθεσαν κωμωδίες’ πως άλλοι μάλιστα έπαιξαν οι ίδιοι μπροστά στο κοινό τις κωμωδίες τους· πως η Ελλάδα έδειξε την εκτίμηση πού’ χε σ’ αυτή την τέχνη με δοξασμένα βραβεία που θέσπισε και με τα υπέροχα θέατρα που έχτισε για να την τιμήσει· 
Και στη Ρώμη τέλος, την ίδια τέχνη τίμησαν μ τρόπο εξαιρετικό : δεν εννοώ τη διεφθαρμένη Ρώμη, κάτω απ’ την ελευθεριότητα των Αυτοκρατόρων, αλλά την πειθαρχημένη Ρώμη, κάτω από τη σοφία των Υπάτων, την εποχή της παντοδυναμίας της ρωμαϊκής αρετής. 

Ομολογώ πως υπήρξαν εποχές που η κωμωδία διαφθάρηκε. 
Αλλά σ’ αυτό τον κόσμο και τι δε διαφθείρεται κάθε μέρα; Δεν υπάρχει αθώο πράγμα πού οι άνθρωποι να μη μπορούν να το οδηγήσουν στο έγκλημα· δεν υπάρχει τέχνη σωτήρια που να μην είναι ικανοί ν’ αναποδογυρίσουν τις προθέσεις της· δεν υπάρχει τίποτα καλό που να μη μπορούν να του κάνουν κακή χρήση. 

Η φιλοσοφία είν’ ένα δώρο τ’ ουρανού· οδηγεί τα πνεύματά μας στη γνώση του Θεού, μέσω της θεώρησης των θαυμάτων της φύσης. Κι ωστόσο, κανένας δεν αγνοεί πόσο συχνά την ξεστράτισαν και τη χρησιμοποίησαν δημόσια για να υποστηρίξουν την ασέβεια. 
Ακόμα και τα ιερά και τα όσια δεν προφυλάγονται καθόλου από τη διαφθορά των ανθρώπων και βλέπουμε κακούργους που κάθε μέρα εκμεταλλεύονται την ευλάβεια και τη βάζουν στην υπηρεσία των εγκλημάτων. 
Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως δεν κάνει κανένας τις διακρίσεις που πρέπει να γίνουν. Δεν τυλίγουν μέσα σε μια ψεύτικη συνέπεια την αγαθότητα των πραγμάτων που διαφθείρονται με την πονηριά των διαφθορέων. Πάντα διαχωρίζουν την κακή χρίση από την πρόθεση της τέχνης· Δεν πρέπει να θέλουμε ν’ απαγορεύουμε την κωμωδία, επειδή τη λογόκριναν σ’ ορισμένες εποχές…
Κείνη η λογοκρισία είχε τους λόγους της, που δεν υπάρχουν σήμερα. Κλείστηκε μέσα σ’ αυτό που μπορούσε να δει και δε μπορούμε να τη βγάλουμε από τα ίδια της τα όρια, να την επεκτείνουμε ακόμα περισσότερο, να την κάνουμε να κλείνει «στο ίδιο τσουβάλι τον αθώο και τον ένοχο. 
Η κωμωδία πού ’χε η λογοκρισία σχέδιο να χτυπήσει, δεν ήταν καθόλου η κωμωδία που εμείς θέλουμε να υπερασπιστούμε. Δεν πρέπει να τις συγχέουμε τη μια με την άλλη. Είναι δυο πρόσωπα που τα ήθη τους είναι διαμετρικά αντίθετα. Δεν έχουν καμιά σχέση η μια με την άλλη, εκτός απ’ τα’ όνομα και θα ’ταν τρομερή αδικία να θέλουμε να καταδικάσουμε την Ολυμπία, μια τίμια γυναίκα, επειδή υπήρξε και μια άλλη Ολυμπία που ήταν διεστραμμένη. 
Παρόμοιες αποφάσεις δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα γεννούσαν μεγάλην αταξία στον κόσμο. Δε θα ’μενε τίποτα που να μην καταδικάζεται· κι αφού δε δείχνεται η ίδια αυστηρότητα για τόσα πράγματα που τους γίνεται κατάχρηση κάθε μέρα, θα ’πρεπε να δοθεί χάρη κα στην κωμωδία και να εγκρίνονται τα θεατρικά έργα στα οποία βασιλεύει η διαπαιδαγώγηση κ’ η τιμιότητα.
Ξέρω πως υπάρχουν πνεύματα που η λεπτότητά τους δε μπορεί να υποφέρει καμιά κωμωδία, που λένε πως οι πιο τίμιες απ’ αυτές είναι κ’ οι πιο επικίνδυνες, πως τα πάθη που ζωγραφίζονται σ’ αυτές είναι τόσο πιο συγκινητικά όσο περισσότερη αρετή έχουν, και πως οι ψυχές αγγίζονται στην τρυφερότητά τους απ’ αυτού του είδους τις παραστάσεις. 
Δε βλέπω όμως ποιο είναι το μέγα έγκλημα να νιώθει κανένας τρυφερά βλέποντας ένα έντιμο πάθος· ούτε θεωρώ υψηλό σκαλοπάτι αρετής αυτή την πλήρη αναισθησία όπου θέλουν να σκαρφαλώσουν την ψυχή μας. Αμφιβάλλω αν μια τόσο μεγάλη τελειότητα είναι μέσα στις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης· και δεν ξέρω αν δεν είναι προτιμότερο να πασχίζει κανένας να διορθώνει και να μαλακώνει τα πάθη των ανθρώπων απ’ το να θέλει να τ’ αποκόψει τελείως..''
Μολιέρος
Πρόλογος από τον ΄΄Ταρτούφο΄΄ το 1669

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΔΡΑΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ η ΤΡΑΓΩΔΙΑ




Η τραγωδία άρχισε με τη δημοκρατία, έχοντας στόχο να δείξει τη συμφορά που σπέρνει κάθε τυραννία θεών κι ανθρώπων.
Έτσι, η βασική της δραματική σύγκρουση φέρνει αντιμέτωπους την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων και την καταπίεση που της επιβάλλει η ανώτερη κι ανεξέλεγκτη εξουσία.

Η τραγική κατάρα εκδηλώνεται τις πιο πολλές φορές με μια σειρά από ενδοοικογενειακά εγκλήματα που συνεχίζονται από γενιά σε γενιά, μέχρι να πραγματοποιηθεί η τελική εξιλέωση, συμφιλίωση ή συμβιβασμός ανάμεσα στον Άνθρωπο και στον Θεό.
Το πρώτο σύμπτωμα θα είναι συνήθως κάποιο έγκλημα γονιών ενάντια στα παιδιά τους. Η παλιά γενιά προσπαθεί να επιζήσει εξολοθρεύοντας τη νέα.
Τα μυθολογικά πρόσωπα που προτιμούν, απ’ ό,τι φαίνεται, οι δραματουργοί, είναι αυτά που ανήκουν στην τελευταία φάση των καταραμένων θρύλων. Είναι οι νέοι εκδικητές, αυτοί που φέρνουν το τέλος στην κατάρα και συμβιβάζονται με τον νέο κυρίαρχο θεό που σαν κι εκείνους έχει συντρίψει τον γονιό του.
Στα φρικτά εγκλήματα της πατροκτονίας και μητροκτονίας, οι δραματουργοί υμνούν την επανάσταση του καταπιεσμένου νέου πνεύματος και την τελική του νίκη πάνω στο παλιό.
Σκοπός τους, χρησιμοποιώντας τα πρόσωπα αυτά, δεν είναι μόνο να ψυχογραφήσουν για το κοινό τους έναν εγκληματία ή να το συνταράξουν με μια φρικαλέα πράξη, μα και να του δώσουν να καταλάβει πως οι νεότεροι έχουν πάντα δίκιο.
Ο Αισχύλος μας λέει : Το δίκαιον μεταβαίνει, δηλαδή περνάει απ’ το γερασμένο μυαλό στο νεανικό.
Στην αντίληψη των δραματουργών της Αθήνας, ο κόσμος προχωρεί κάθε φορά που το καινούργιο πνεύμα νικάει το παλιό.
 Όταν ο νέος ήρωας τινάζει από πάνω του τις αντιλήψεις των προγόνων, τότε μόνο παίρνει τέλος η κατάρα που βαραίνει το γένος των ανθρώπων.
Η κατάρα των Πελοπιδών αρχίζει απ’ τη στιγμή που ο Τάνταλος αποκαλύπτει στους συνανθρώπους του τα μυστικά των θεών.
Η κατάρα του Προμηθέα, όταν κλέβει τη φωτιά απ’ τον κεραυνό του Δία.
Η κατάρα της θηβαϊκή δυναστείας, όταν ο Κάδμος κάνει να βλαστήσει απ’ τη γη, σα θεός, ένα καινούργιο γένος ανθρώπων.
Στη θηβαϊκή οικογένεια ακόμα προσθέτονται νέες κατάρες στις παλιές, με τον Λάιο που κλέβει απ’ τους θεούς το προνόμιο της παιδεραστίας και τον Οιδίποδα που λύνει το αίνιγμα της ανθρώπινης ζωής.
Η Αλθαία σκοτώνει τον Μελέαγρο, ο Αθάμας τον Λέαρχο, η Αγαύη τον Πενθέα, ο Οινόμαος τους επίδοξους γαμπρούς του κι ο Θησέας, χωρίς να θέλει, τον Ιππόλυτο.
Στην τέταρτη, τέλος, γενιά, ο Αγαμέμνονας θυσιάζει την κόρη του Ιφιγένεια, για να σώσει το γόητρό του σαν αρχηγού της τρωικής εκστρατείας.
Κάτι παρόμοιο παρουσιάζει κι ο μύθος του Περσέα. Ο Ακρίσιος έχει μάθει απ’ το Μαντείο πως ο έγγονός του μια μέρα θα τον σκοτώσει. Κι έτσι φροντίζει, όσο είναι ακόμα καιρός ν’ απαλλαγεί απ’ την κόρη του Δανάη κι απ’ το μικρό παιδί της.
Κάτι ανάλογο γίνεται και στον Θηβαϊκό Κύκλο όπου ο Λάιος στέλνει τον νεογέννητο Οιδίποδα στον θάνατο, από φόβο μην του πάρει, σύμφωνα με τον χρησμό του Απόλλωνα, τον θρόνο και τη ζωή.

Η μυθική παραβολή είναι και σήμερα τόσο ζωντανή όσο και στην αρχαιότητα. Συμβολίζει την προσπάθεια του κατεστημένου να συντρίψει κάθε προοδευτική ιδέα, να πνίξει κάθε τάση για καινούργιους τρόπους ζωής. Είναι ακόμα κι η εκδίκηση πάνω στη νιότη, εκείνων που δεν είναι πια νέοι.

Όμως το πράγμα δεν σταματάει εκεί. Η εκδίκηση απ’ τη νέα γενιά έρχεται. Ο Ορέστης κι η Ηλέκτρα σφάζουν τη μάνα τους. Ο Περσέας, ρίχνοντας τον δίσκο, σκοτώνει κατά λάθος τον παππού του, ενώ ο Λάιος θα βρει τον θάνατο απ’ το χέρι του γιου του Οιδίποδα. Η Πυθία δεν είχε κάνει λάθος. Γνώριζε πολύ καλά τον ατράνταχτο νόμο θεών Στην ιστορία του Ολύμπου, ο Κρόνος σκοτώνει τα απιδιά του και τα τρώει, για να μην τον πολεμήσουν.
Η θεϊκή τάξη τελικά αποκαταστάθηκε, όταν ένα απ’ τα παιδιά του, ο Δίας, ξέφυγε απ’ τον θάνατο και με τη σειρά του εξόντωσε τον πατέρα του.. Κι έτσι αυτή η τελική αναστροφή της ανώτατης κυριαρχίας συμβολίζει την οριστική νίκη των νέων ιδεών και την επικράτηση ενός καινούργιου πολιτισμού πάνω στους παλιότερους.
 Έτσι βλέπουμε τον Οιδίποδα, τον Ορέστη και την Ηλέκτρα, πρόσωπα δευτερεύοντα στη μυθολογία και στην επικολυρική ποίηση, να παίρνουν την πρώτη θέση στην τραγωδία. Αυτοί κι όχι οι πατεράδες ή γενάρχες τους (Κάδμος, Περσέας, Πέλοπας, Αγαμέμνων) παίρνουν το ιερό σχήμα του τραγικού ήρωα.
 Μήπως όμως αυτή τη φράση δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε πως ο καθένας έχει το δίκιο του;
 Η Ορέστεια είναι το πρώτο έργο τέχνης με θέμα το έγκλημα και την εξιλέωση.
φονικό κι η δραματική ακτινοβολία του κρατάν μιαν ιδιαίτερη θέση. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι σημαντικότερες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι βουτηγμένες στο αίμα.
Στο θέατρο η ελληνική τραγωδία εγκαινιάζει την παράδοση.
Η ρωμαϊκή αντιγράφει λαίμαργα την εγκληματική πλευρά της ελληνικής. Οι δραματουργοί της ιταλικής, γαλλικής, ισπανικής κι αγγλικής Αναγέννησης, θαυμάζουν το έγκλημα τόσο στ’ αρχαία κείμενα, όσο και στη γύρω τους ζωή και τ’ αποθεώνουν στη σκηνή τους. Χρυσή εποχή του εγκλήματος βρίσκεται και στο ρομαντικό θέατρο που εμπνέεται απ’ τον Μεσαίωνα κι οι νατουραλίστες αναφέρονται στην επίδραση της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος πάνω στον εγκληματία.
Αυτό που διεγείρει τους δραματουργούς και ξετρελαίνει τους θεατές, είναι, απ’ τη μια μεριά ο εσωτερικός αγώνας του θύματος πριν απ’ τον βίαιο θάνατο κι απ’ την άλλη, ο εσωτερικός αγώνας του θύτη, πριν και μετά την πράξη του. σ’ ορισμένες περιπτώσεις και τα δυο. Κανένα πάντως θεατρικό έργο δεν άφησε ποτέ το έγκλημα χωρίς συνέπειες, είτε αυτές ήσαν τύψεις, τιμωρία ή συγχώρεση. Ήταν θέμα δραματικής αρχής.
Σύμφωνα με την Πλατωνική θεωρία, η τέχνη ενεργεί με τετραπλό μαγνητισμό.
 Σαν θεατές ταυτίζουμε τον εαυτό μας με τον συγγραφέα και βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια του. Αλλά, καθώς ο συγγραφέας ταυτίζεται με τον ήρωά του, υποσυνείδητα γινόμαστε ένα με τον τελευταίο.
 Όταν λοιπόν ο ήρωας είναι θύμα, ζούμε κι εμείς μαζί του όλα τα στάδια της αγωνίας που τον χωρίζουν απ’ τον θάνατο. Κι απ’ αυτό το παράξενο ταξίδι στη μοίρα ενός άλλου, γυρίζουμε πνευματικά και ψυχικά ωριμότεροι.
Πέρα όμως απ’ αυτό, υπάρχει κι η ενδόμυχη ικανοποίηση πως βγήκαμε σώοι απ’ το τραγικό πεπρωμένο που είχαμε μοιραστεί με τον ήρωα μέχρι την τελευταία στιγμή και πως εμείς επιζήσαμε όταν αυτός χάθηκε.
Στην περίπτωση πάλι που ο ήρωας είναι θύτης, συμπάσχουμε μ’ αυτόν υπνωτισμένοι απ’ την προσήλωσή του στην υπεράνθρωπη προσπάθεια να πραγματοποιήσει τον θάνατο. Η εμπειρία αυτή ικανοποιεί τα υπολείμματα του αιμοβόρου πρωτογονισμού που υπάρχει μέσα μας γιατί μας δόθηκε η ευκαιρία να διαπράξουμε ένα βίαιο έγκλημα χωρίς να βάψουμε τα χέρια μας μ’ αίμα. Όμως, η συνείδησή μας δεν θα ήταν ήσυχη, ούτε τέλεια η ικανοποίησή μας, αν δεν μοιραζόμαστε με τον εγκληματία και τη δεύτερη φάση της δραματικής του ζωής : 
Τις τύψεις και την τιμωρία που ανοίγουν τον δρόμο για την εξιλέωση. Αυτή ήταν ουσιαστικά κι η έννοια του όρου κάθαρσις των αρχαίων.
Ο θεατής ήταν εκείνος που εξαγνιζόταν στο τέλος της παράστασης.
Ο φόβος για τη μοίρα του θανάτου που τελικά ο ίδιος γλίτωσε κι ο οίκτος για το θύμα και τον θύτη που τη μοίρα τους τελικά ο ίδιος δεν μοιράστηκε, του προσφέραν την πιο παρήγορη ψυχαγωγία.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΤΕΧΝΗ και ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ




Σήμερα ζούμε τη γενική νεοταξική έφοδο εναντίον και των ιστορικών οροσήμων της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σήμερα επιχειρείται η απαξίωση, η πολτοποίηση και η «καρατόμηση» των γιγάντων του πνεύματος και της Τέχνης. Πρέπει να δυσφημιστεί και να αφανιστεί η Τέχνη που έχει ποτιστεί με τους χυμούς της ιστορίας και της κοινωνίας, ακριβώς γιατί αυτή η Τέχνη εμπνέει, πυροδοτεί, διατηρεί το συλλογικό είναι και προτρέπει σε νέους αγώνες.
Δημιουργήθηκε ένας κόσμος καλλιτεχνικής και πνευματικής παρασιτίας που «οργανώθηκε» σε μικρά «φέουδα», με βάση όχι κανένα καλλιτεχνικό κριτήριο (τέτοιο κριτήριο στο περιθώριο της κοινωνίας δεν υπάρχει), αλλά με βάση τις φιλίες, τις «παρέες», τις «ιδιαιτερότητες» ή κάποιο σύμπτωμα «νεωτερισμού».

Οι μηχανισμοί της εξουσίας μετέτρεψαν την Τέχνη σε απλό παιχνίδι λέξεων, τοποθετώντας την έξω από τα βασικά προβλήματα της εποχής μας. Έτσι το χάσμα ανάμεσα στο κοινό και τον καλλιτέχνη διευρύνθηκε δραματικά. Χάθηκε πλέον κάθε κοινωνικός έλεγχος και αυτοσεβασμός. Κάθε ένας φανταζόταν τον εαυτό του καλλιτέχνη. Τα σύνορα μεταξύ του σοβαρού και του γελοίου, μεταξύ δικαιούχων και παρείσακτων καταργήθηκαν.
Η Τέχνη πλέον αναπτύσσεται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, σαν ιδιωτική υπόθεση ενός στενού κύκλου μυημένων, χωρίς η ύπαρξή της να εξασκεί την παραμικρή επίδραση στη διαμόρφωση της ζωής.
Είναι ουτοπία να ζητάμε σήμερα από μια διανόηση αποκομμένη από τους σπασμούς και τους σπαραγμούς της κοινωνικής ζωής, πλήρως ενσωματωμένη στο σύστημα και επιδοτούμενη (στην πλειονότητά της) από τις οικονομικές ελίτ εξουσίας, το κράτος και τους μηχανισμούς τους, να παράγει Τέχνη και Κριτική.
Αυτή η διανόηση έχει μεταλλαχτεί σε ιδεολογικό ροπαλοφόρο, συνακόλουθα και «καλλιτεχνικό ροπαλοφόρο των μηχανισμών προπαγάνδας της οικονομικής εξουσίας. Έχει μεταλλαχτεί σε καταστροφέας της Τέχνης, της Κριτικής και της σκέψης γενικότερα. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις που αγωνίζονται «κόντρα στο ρεύμα» και αυτές αφανίζονται από τους μηχανισμούς της προπαγάνδας και της κατήχησης των ΜΜΕ .
Σήμερα ασκείται η λογοκρισία όλο και πιο πλατειά. Εγκαταλείπονται πλέον τα δημοκρατικά προσχήματα. Όποιος δεν συμμορφώνεται αποβάλλεται ή εξαναγκάζεται σε παραίτηση.
Δύσκολα σήμερα, οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες (οι περισσότεροι προσκυνούν και «εκλιπαρούν» τις ποικίλες «επιδοτήσεις» τους όχι μόνο οικονομικές, αλλά και προβολής κ.α.) να μην ¨εκπορνεύσουν¨ την ¨δουλειά τους¨.
Δυο είναι οι μέθοδες λογοκρισίας που χρησιμοποιεί σήμερα το σύστημα της αναξιοκρατίας και της πουλημένης έκφρασης για να βάλει φρένο στο ανήσυχο μυαλό.
α). Η έμμεση: αυτή επιβάλλεται αόρατα από την ίδια τη λογική και πρακτική των ΜΜΕ. Μια πρακτική που οδηγεί στην αυτοματοποίηση της αυτολογοκρισίας προκειμένου να μην χάσεις τη «θεσούλα» ή την πρόσβαση.
Είναι από τις πιο καταθλιπτικές μορφές λογοκρισίας γιατί εξαναγκάζεσαι, χωρίς εξωτερικές πιέσεις, να λειτουργείς σαν αυτόματο μέσα στο μηχανισμό των ΜΜΕ, να «προσαρμόζεσαι» και να γίνεσαι μυστική αστυνομία της σκέψης σου.
Αυτή η λογοκρισία είναι κυρίαρχη μέσα στα μεγάλα «δημοκρατικά» συγκροτήματα των ΜΜΕ. Είναι το κυρίαρχο καθεστώς: ποδηγετούνται οι άνθρωποι χωρίς ανοικτή βία και οι περισσότεροι έχουν και την ψευδαίσθηση ότι γράφουν ελεύθερα…

β). Η άμεση. Αυτή επιβάλλεται ανοικτά με ωμές πράξεις πίεσης, τρομοκρατίας και λογοκρισίας.
Σήμερα ασκείται αυτή η μορφή λογοκρισίας όλο και πιο πλατειά. Εγκαταλείπονται πλέον τα δημοκρατικά προσχήματα. Όποιος δεν συμμορφώνεται αποβάλλεται ή εξαναγκάζεται σε παραίτηση.