Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ: ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΟ ΕΙΔΟΣ ΘΕΑΤΡΟΥ




Η Επιθεώρηση είναι από την εποχή της γέννησής της (τρία χρόνια πριν από την εθνική πανωλεθρία του ηλίθιου πολέµου του 1897) συνυφασµένη µε τα καίρια, τραυµατικά ή δοξαστικά, πολιτικά γεγονότα ενός πλήρους αιώνος.

Η Επιθεώρηση τουλάχιστον µετά την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, που δικαίως θεωρήθηκε ένας µέγας πολιτιστικός θεσµός Εθνικής Αισθητικής Παιδείας, είχε απαξιωθεί από τους λογίους και ιδιαίτερα από τους κριτικούς. Εκτός από τον Φώτο Πολίτη, που είχε σφοδρά επιχειρηµατολογήσει εναντίον της για φτήνια και χυδαιότητα, κανείς άλλος κριτικός έως το 1971 δεν αξίωσε µια κρίση άκρως αρνητική και απαξιωτική. Έκριναν µε τους ίδιους όρους, θετικά ή αρνητικά, µε το «σοβαρό» θέατρο τις επιθεωρησιακές παραστάσεις.
Η Επιθεώρηση είναι ένα υβρίδιον μεν, ένα μεικτό, αλλά ειλικρινές και νόμιμο είδος και η τιμή της παρουσίας της στην ιστορία του ευρωπαϊκού θεάτρου είναι ελληνική. Πολιτικό θέατρο με ευθεία κριτική θεσμών και προσώπων δεν υπάρχει σε καμιά άλλη θεατρική παράδοση της Ευρώπης.
Είναι αυτό που στην εποχή του Αριστοφάνη ονομαζόταν «ονομαστί κωμωδείν» και ακόμη και η δημοκρατική Αθήνα δεν το άντεξε.
Η ελληνική, η αθηναϊκή λεγόμενη, επιθεώρηση υποχρεώθηκε να σιωπήσει μόνο στις δικτατορίες, όπου η εξουσία κατέφυγε στη Λογοκρισία.

Είναι τουλάχιστον ασέβεια να ακούς και να διαβάζεις πως μια παράσταση Αριστοφάνη έπεσε στο χυδαίο επίπεδο της Επιθεώρησης.
Το να το ακούς και να το διαβάζεις από άσχετους στην ιστορία του θεάτρου μας (ακόμη και πανεπιστημιακούς), πάει κι έρχεται. Το να το ακούς και να το διαβάζεις από δημοσιογραφικά αμόρφωτα θεατροπολυλογάδικα μειράκια τρώγεται. Το να το ακούς από τη μεθοδευμένη κρατικοδίαιτη ψευτοκουλτούρα το περιμένεις.
Αλλά και να το ακούς από ανθρώπους του θεάτρου είναι σίγουρα ασέβεια σε μια γενναία πράξη της θεατρικής μας ιστορίας. Αναφέρομαι στην απαξίωση της Επιθεώρησης.
Αλλά ανιστόρητο είναι πως τάχα οι αριστοφανικές παραστάσεις καταφεύγουν σε επιθεωρησιακές λύσεις. Το αντίθετο συνέβη ιστορικά για όσους έχουν παιδεία θεατρικής ιστορίας. Η Επιθεώρηση δανείστηκε ευθέως από τα αριστοφανικά δομικά και περιεχομενικά πρότυπα. 
Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, ο μέγας Ραγκαβής γράφει μια άγρια πολιτική σάτιρα εναντίον της ξενικής εξάρτησης, του κοινοβουλευτικού βίου και της αργυρώνητης δημοσιογραφίας στο έργο του «Του Κουτρούλη ο γάμος». Στον πρόλογό του ρητά αναφέρει πως αρκέστηκε να μιμηθεί το σατιρικό αλλά και το δομικό σχήμα του Αριστοφάνη και μάλιστα στα χορικά δανείζεται ευθέως τα μέτρα και τη διάρθρωση των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, στη δε παράβαση της κωμωδίας η μίμηση είναι σχεδόν αριστουργηματικά σκανδαλώδης.
Σε άλλο έργο του Ραγκαβή, στο «Γάμος άνευ νύφης» ο κεντρικός ήρωας, ένας χωριάτης που έρχεται στην πρωτεύουσα για να βρει νύφη ονομάζεται αριστοφανικότατα Αγριμογιάννης και στην Αθήνα ανακαλύπτει πόσο τα ήθη τα πατροπαράδοτα έχουν πλέον χαθεί, αυτός ο τύπος που είχε γίνει λαϊκός και δημοφιλής είναι ο κομπέρ της πρώτης Επιθεώρησης που γράφτηκε και παίχτηκε στην Ελλάδα «Λίγο απ΄ όλα». 
Από τον αριστοφανίζοντα Ραγκαβή και τον πολιτικό σατιρικό του στόχο γεννήθηκε η πολιτική και κοινωνική σάτιρα στη νεώτερη Ελλάδα με τη μορφή μιας νέας και ευρωπαϊκά πρωτότυπης θεατρικής φόρμας η ονομαζόμενη ''Αθηναϊκή Επιθεώρηση''.
Στα μέσα του 19ου αιώνα και στην αιχμή του βαυαρικού καθεστώτος που ήκμασε η κοινωνική και πολιτική σάτιρα, ο θαρραλέος δημοσιογράφος Σοφοκλής Καρύδης εκτός από τις κωμωδίες που έγραψε (ανάμεσά τους «Ο υποψήφιος βουλευτής», «Η κοινωνία των Αθηνών») συγκρότησε και θίασο, έβγαλε και πολιτική σατιρική εφημερίδα και τα δύο με τον τίτλο «Αριστοφάνης». 
Με αυτό τον θίασο ο Χουρμούζης πρωτοανέβασε διασκευασμένη στα ήθη της εποχής τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη!
Αλλά ανάμεσα στο «Λίγο απ΄ όλα» και στην πλεισίστια πλέον αναβίωση της Επιθεώρησης το 1907, 1908, 1909, ο Σουρής, που είχε γίνει σατιρικός πρέσβης του μέσου Ελληνα με τον «Φασουλή» του μεταφράζει σε ύφος και στιχουργική ημερολόγια τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη και εμφανίζεται ο ίδιος στην Παράβαση!
Αλλά και πριν από την αναβίωση της Επιθεώρησης με τα «Παναθήναια» ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ανεβάζει «Μόνον δι΄ άντρας» στην πάλαι ποτέ πρωτοποριακή του «Νέα Σκηνή» τις «Εκκλησιάζουσες» και τη «Λυσιστράτη».
Η Επιθεώρηση τολμηρή αλλά και μοναδική ήταν πλέον μέσα στα θεατρικά δρώμενα με την ίδρυσή της το 1894 από τον σοβαρό θίασο του Δημ. Κοτοπούλη και σε επανάληψη από τον μεγάλο Παντόπουλο δηλαδή ηθοποιούς που παίζανε τραγωδία, Σαίξπηρ, Μολιέρο και όχι μόνο! Είχε πίσω της μια ολόκληρη αριστοφανική αναφορά κι αυτή τη δομική και σατιρική παράδοση αξιοποίησε.
Ο Αριστοφάνης στις περισσότερες κωμωδίες του μετά την εξέταση στο πρώτο μέρος της ευρηματικής του καταφεύγει σε «νούμερα», εισβάλλουν στη σκηνή συκοφάντες, βολευτάκηδες, ιερείς κάπηλοι, ποετάστροι, γνωστοί «ευρύπρωκτοι», χωροτάκτες, αστρολόγοι, λυσσασμένες και ματσωμένες γριές, έμποροι όπλων, πεινάλες, τεμπελχανάδες, στρεπτόδικοι νομομαθείς δικολάβοι κ.τλ. Δηλαδή εν περιλήψει όλους τους τύπους και τη δομή της η Επιθεώρησης τους ''άρπαξε'' και τους μιμήθηκε από την Αττική κωμωδία.
Γνωρίζω τον Αντίλογο, ο Αριστοφάνης ήταν και ποιητής. Σαφώς. Και μέγας. Γι΄ αυτό και οι σύγχρονες παραστάσεις σέβονται όλες τις παραβάσεις του και τις λυρικές του παρόδους. Απόδειξη: οι έξοχες μελοποιήσεις των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Μαρκόπουλου, Λεοντή, Κουρουπού, Κραουνάκη, Τόκα, Σάββα, Χριστιανάκη, Τσακνή, Τσαγκάρη, Πλέσσα κ.λπ. που με μελωδίες και ρυθμούς τίμησαν τον λόγο του Αριστοφάνη και δεν έγραψε (κανένας!) φτηνιάρικη μουσική. Απόδειξη: ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης όταν έκαναν Επιθεώρηση κατέφυγαν στην αριστοφανική τους προϊστορία.
Η επιθεώρηση, όπως όλα τα θεατρικά είδη, πέρασε περιόδους ακµής, παρακµής και ασάφειας, ανάλογες µε τα άλλα είδη θεάτρου! Ολα τα είδη υποκύπτουν είτε στον συρµό κάπως νεοφανών είτε στην εξάντληση συχνά της συνταγής τους είτε στην έκλειψη ταλέντων στη γραφή ή στη µίµηση.
Η ουσία της Επιθεώρησης αναγνωρίστηκε από την πρώτη στιγμή.
"Η επιθεώρησις είναι επίκαιρος, εν είδος εφημερίδος καθημερινής", είχε πει στα 1915 ο Γεώργιος Τσοκόπουλος και στα 1944 ο Γιάννης Σιδέρης διατύπωνε την ίδια περίπου σκέψη με περισσότερα λόγια: "Ο,τι είναι για τη λογοτεχνία γενικά οι εφημερίδες, το ίδιο είναι και για το θέατρο η Επιθεώρηση. Επικαιρότητα, άμεση επικαιρότητα".
Στο 19ο αιώνα, επικαιρότητα λογαριαζόταν ό,τι είχε συμβεί μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες και οι επιθεωρήσεις είχαν τη μορφή μιας σατιρικής ανακεφαλαίωσης των γεγονότων της δημόσιας ζωής ενός ολόκληρου ημερολογιακού έτους".
Όποιος λοιπόν προσφεύγει στο να κριτικάρει δυσμενώς μια παράσταση με την επιχειρηματολογία οτι ''ξέπεσε σε χυδαίο επίπεδο επιθεώρησης'' είναι ανιστόρητος αδαής και
δεν έχει καμία σχέση με το ''αντικείμενο'' που ονομάζεται θέατρο.
Ο ξεπεσμός και το χυδαίο βρίσκεται στην ανεπάρκεια του.

1 σχόλιο: