Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΑΙΣΧΥΛΟΣ




Μεγάλος τραγικός ποιητής του 6ου/5ου π.Χ. αιώνα.
Η ζ ω ή τ ο υ π ο ι η τ ή. Γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525/4 π.Χ. Ήταν γιος του ιερέα Ευφορίωνα κι ανήκε σε παλιά μεγάλη οικογένεια ευπατριδών. Ήταν αδερφός του Κυναίγειρου, του γνωστού εκείνου ήρωα που προσπάθησε ακόμα και με τα δόντια του να εμποδίσει το φευγιό των περσικών καραβιών στον Μαραθώνα. Ο ίδιος ο ποιητής πολέμησε στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα κι ακόμα, όπως λεει ο Παυσανίας, στο Αρτεμίσιο και στις Πλαταιές. Αργότερα ακολούθησε τον Κίμωνα στην εκστρατεία της Θράκης. Μια αδερφή του Αισχύλου παντρεύτηκε κάποιον Φιλοπειθή κι απ’ αυτό το γάμο βγήκε μια γενιά τραγικών ποιητών: ο Φιλοκλής, ο Μόρσιμος, ο Αστυδάμας κι ακόμα ο Φιλοκλής κι ο Αστυδάμας οι νεότεροι. Ο ίδιος ο Αισχύλος είχε δυο γιους, τον Ευφορίωνα και τον Βίωνα που κι αυτοί υπήρξαν τραγικοί ποιητές. Ένας θρύλος μας λεει ότι την κλήση του ποιητή στη δραματική τέχνη του τη φανέρωσε ο ίδιος ο Διόνυσος με ένα όραμα.
Ο Αισχύλος, σε πολύ μικρή ηλικία άρχισε να γράφει τραγωδίες, όπως μας λεει ο ανώνυμος βιογράφος του : νέος ήρξατο των τραγωδιών. Σε ηλικία 25 ως 30 ετών, ηθοποιός και ταυτόχρονα ποιητής ανταγωνιζόταν τους διαδόχους του Θέσπη, δηλαδή τον Χοιρίλο, τον Πρατίνο και τον Φρύνιχο. Η περίοδος αυτή για τον Αισχύλο ήταν μια περίοδος μεγάλης δραστηριότητας, στοχασμών και πειραματισμών για την οποία δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Τότε ξεκινάν οι Μηδικοί πόλεμοι. Δυο φορές (μια εναντίον του Δαρείου το 490 π.Χ. και μια εναντίον του Ξέρξη το 480-490 π.Χ.) η Ελλάδα βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπίσει την ανεξαρτησία της. Ο Αισχύλος βρίσκεται πάντα πρώτος ανάμεσα στους υπερασπιστές. Κατά πάσα πιθανότητα μαχόταν μαζί με τους αδερφούς του, στις τάξεις των οπλιτών του δήμου της Ελευσίνας.
Οπωσδήποτε τα γεγονότα αυτά που συνταράξαν την Ελλάδα, δώσαν στην ψυχή του Αισχύλου την πνοή του ηρωισμού. Άλλωστε ήταν εποχή που βρισκόταν πια σε απόλυτη ωριμότητα κι ήταν ο κυρίαρχος της τέχνης του. Η Σούδα μας λεει ότι πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 500 π.Χ., ενώ το μάρμαρο της Πάρου τοποθετεί την πρώτη του νίκη το 484 π.Χ. Οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ίσως κατά την επιστροφή του απ’ την εκστρατεία της Θράκης, όπου είχε υπηρετήσει κάτω απ’ τις διαταγές του Κίμωνα, ανέβασε τους Πέρσες, το 472 π.Χ. Ήταν η εποχή που κυριαρχούσε πια ολοκληρωτικά στη σκηνή. Οι πρώτοι αντίπαλοί του, ο Χοιρίλος, ο Πρατίνας κι ο Φρύνιχος εξαφανίζονταν ο ένας μετά τον άλλον. Ο Σοφοκλής τότε δεν ήταν παρά ένας αρχάριος κι ο Ευριπίδης βρέφος. Ο μεγάλος τραγικός ποιητής, αναμφισβήτητος εκπρόσωπος της εθνικής δόξας, πετύχαινε ό,τι ήθελε απ’ τους μεγάλους χορηγούς και τους άρχοντες της πολιτείας. Αυτό το εκμεταλλεύτηκε για να δώσει στην τραγωδία το βάρος που ανταποκρινόταν στο ιδανικό του. Ήδη η φήμη του δεν περιοριζόταν μόνο στην Αθήνα. Όπως ο Πίνδαρος κι ο Σιμωνίδης, προσκλήθηκε κι αυτός απ’ τον Ιέρωνα στην Αυλή των Συρακουσών. Στο σημείο αυτό ο βιογράφος του μας λεει ότι ο Αισχύλος είχε γράψει κι 4
Ελεγείες κι ότι είχε νικηθεί απ’ τον Σιμωνίδη στον αγώνα που θεσπίστηκε για να τιμωρηθούν οι νεκροί του Μαραθώνα. Το γεγονός όμως αυτό μάλλον αναφέρεται για να εξηγήσει το φευγιό του Αισχύλου απ’ την Ελλάδα κι έτσι υπάρχουν αμφιβολίες, αφού μάλιστα από καμιά άλλη πηγή δεν επιβεβαιώνεται. Στη Σικελία ο Αισχύλος έγραψε την τραγωδία του Ατναίαι.
Απ’ αυτή την εποχή η Σικελία έγινε για τον Αισχύλο μια δεύτερη πατρίδα του. Η Αθήνα όμως ήταν πάντα ο χώρος των μεγάλων θριάμβων του. Αφού νικήθηκε απ’ τον Σοφοκλή το 468 π.Χ., τον επόμενο χρόνο τον νίκησε με τη θηβαϊκή τετραλογία που μέρος της είναι οι Επτά επί Θήβας. Λίγο αργότερα ανέβασε τη Λυκούργεια. Τέλος το 458 π.Χ. νίκησε πάλι με την Ορέστεια. Μετά γύρισε στη Σικελία.
Οι αρχαίοι φαίνεται ότι πιστεύαν γενικά πως ο Αισχύλος δεν άφησε την πατρίδα του χωρίς σοβαρούς κι οδυνηρούς λόγους. Άλλοι πάλι λένε πως προσβλήθηκε απ’ την εύνοια που έδειξε το κοινό στον νεαρό αντίπαλό του, τον Σοφοκλή. Υπάρχει όμως κι η άποψη ότι αυτοεξορίστηκε επειδή τον κατηγορήσαν ότι είχε αποκαλύψει κάτι απ’ τα Ελευσίνια Μυστήρια. Και πραγματικά η ανήσυχη κι ηρωική ιδιοσυγκρασία του ποιητή τον έκανε ν’ αποκαλύψει στον Προμηθέα ένα απ’ τα μεγαλύτερα μυστικά των Ελευσινίων. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι έγινε όταν ο ίδιος ο ποιητής που υποδυόταν τον Προμηθέα είπε για τον θεό των Ελλήνων (μετάφραση) : Και εν τούτοις ο Ζευς αυτός, παρ’ όλη την αλαζονεία που γεμίζει την ψυχή του, θα έρθει μια μέρα που θα ταπεινωθεί. Ο υμέναιος τον οποίον προετοιμάζει θα τον ανατρέψει απ’ το ύψος της δύναμής του. Θα πέσει απ’ το θρόνο, θ’ αφανιστεί η παντοδύναμη βασιλεία του! Σύμφωνα με τον σχολιαστή, η τόλμη αυτή προκάλεσε την αγανάκτηση του κοινού που όρμησε στη σκηνή απειλώντας να τον κατασπαράξει, επειδή τον θεώρησε ιερόσυλο. Ο ποιητής με δυσκολία κατόρθωσε να ξεφύγει καταφεύγοντας στην ορχήστρα όπου αγκάλιασε το βωμό. Έτσι παραλίγο η τύχη του ποιητή να ταυτιστεί με την τύχη του ήρωά που ενσάρκωνε αυτή τη στιγμή. Σύμφωνα ακόμα με την εκδοχή, χωρίς την επέμβαση των Ευμολπιδών, ο Άρειος Πάγος θα τον είχε καταδικάσει να πιει κώνειο, όπως έγινε και με τον Σωκράτη. Ο γνωστός σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός λεει για τον Αισχύλο : Χιλιοτριμμένο είναι το ερώτημα αν ο Αισχύλος ήτανε μύστης στα Ελευσίνια κι αν πραγματικά είχε βεβηλώσει τον ιερό θεσμό στα έργα του, όπως τον κατηγόρησαν. Το γεγονός είναι πως η πίστη του στην υπεροχή του ανθρώπου αυτεξούσιου τον κέντριζε να φτάνει καμιά φορά σε ιερόσυλες ακρότητες. Και παρ’ όλη τη θρησκευτική κατάνυξη που υπάρχει στα χορικά του, ξεπετάγεται πότε πότε η αμφιβολία, όχι μονάχα για την ύπαρξη του μυθικού δωδεκάθεου, μα κι αυτής ακόμα της μοναδικής πάνσοφης θεότητας, γεννήτριας του Καλού και του Κακού. ‘Όπως όμως και να ‘χει το πράγμα το τελευταίο του έργο που ανέβηκε στην Αθήνα, η Ορέστεια, κέρδισε μια μεγάλη νίκη, δείχνοντας έτσι πως το κοινό τον είχε πια συχωρέσει, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του πνεύματός του. Έτσι φαίνεται πως στην πραγματικότητα μόνο η δόξα του τον έφτασε στη Σικελία την πρώτη φορά κι οι μεγάλες επιτυχίες που είχε εκεί τον κάναν να έρθει πάλι και τη δεύτερη φορά.
Ο Αισχύλος πέθανε στη Γέλα της Σικελίας το 456 π.Χ. Η παράδοση λεει ότι ένας αϊτός νόμισε το φαλακρό του κεφάλι για πέτρα κι άφησε να πέσει πάνω του μια χελώνα για να σπάσει το καύκαλό της. Κι η παράδοση προσθέτει ακόμα ότι κάποιος χρησμός είχε πει : Ουράνιόν σε βέλος κατακτενείν. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούμε να το πιστέψουμε.
Ο Αισχύλος γεννήθηκε στην Ελευσίνα και πέθανε μακριά απ’ την πατρίδα του, στους πρόποδες της Αίτνας. Οι κάτοικοι της Γέλας τον κηδέψαν με μεγαλοπρέπεια και τον θάψαν τιμητικά στα δημόσια μνήματα, χαράζοντας στον τάφο του το επίγραμμα που είχε συνθέσει ο ίδιος όταν προαισθάνθηκε το θάνατό του.
Αισχύλου Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθε
μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας
αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
και βαθυχαιτήεις Μήδας επιστάμενος.
Δηλαδή, Το μνήμα αυτό της σιτοφόρου Γέλας κρύβει τα λείψανα του Αισχύλου του Ευφορίωνος, του Αθηναίου. Για τη γενναιότητά του μπορεί να σας πει το περίφημο δάσος του Μαραθώνα κι ο αλαζόνας Μήδας που την ξέρει. Και σ’ αυτό το επίγραμμα φαίνεται όλη η μεγάλη φιλοπατρία του ποιητή. Δεν αναφέρει πουθενά για το δραματικό του έργο αλλά μόνο την υπηρεσία που πρόσφερε στην πατρίδα του, πολεμώντας στο δάσος του Μαραθώνα. Όμως αρκετοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν τη γνησιότητα του κειμένου αυτού.
Σύμφωνα με τον βιογράφο του Αισχύλου, όσοι απ’ τους κατοίκους της Γέλας και της άλλης Σικελίας γράφαν τραγωδίες, πηγαίναν στο μνήμα του, φέρνοντας προσφορές και κάνοντας θυσίες και ζητούσαν τη βοήθειά του. Ο αθηναϊκός λαός διατήρησε με ευλάβεια τη μνήμη του. Κατά παράβαση των καθιερωμένων, διατάχθηκε να ξαναπαιχτούν τα έργα του Αισχύλου. Πολλές επίσης τραγωδίες του που δεν είχαν παιχτεί, ανεβαστήκαν απ’ το γιο του Ευφορίωνα και κερδίσαν το πρώτο βραβείο. Τον επόμενο αιώνα, ένα άγαλμα του  
Αισχύλου από χαλκό στήθηκε στο θέατρο του Διονύσου και για πολύν καιρό η Αθηναίοι επισκέπτονταν τον τάφο του στη Γέλα.
Ο π ο ι η τ ή ς Α ι σ χ ύ λ ο ς. Μετά τη συνταρακτική εμφάνιση του Θέσπη στην αρχή στην Ύπαιθρο και μετά στην Αθήνα, πολλοί δραματικοί ποιητές ακολουθήσαν τα ίχνη του, αλλά ο πραγματικός δημιουργός κι οργανωτής του Αρχαίου θεάτρου υπήρξε ο Αισχύλος. Τα έργα των προηγούμενων ήσαν μονωδίες, έργα δηλαδή που παίζονταν από έναν και μόνο υποκριτή. Με τον Σοφοκλή που την πλούτισε με νέα πρόσωπα και την ανακαίνισε απ’ τα θεμέλια, η τραγωδία εξελίχτηκε απότομα απ’ τον πρωταρχικό της πυρήνα του διθυράμβου σε πολυπρόσωπη και ποικίλη αναπαράσταση που ξεσήκωνε τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ποιητής, μουσικός, αρχιτέκτων, μηχανικός, σκηνοθέτης, χορηγός του χορού, δραματοποιός, ο Αισχύλος παραμένει κυρίως ένας Ευμολπίδης. Το ανθρώπινο υλικό του είναι το ίδιο του Ομήρου. Οι 70 τραγωδίες του απ’ τις οποίες σωθήκαν μόνον 7, είχαν τα θέματά τους απ’ τους κυκλικούς ποιητές. Πολύ μεγάλη όμως είναι η διαφορά ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Όμηρο. Εκεί οι περιπέτειες των Ολυμπίων κι η γήινες καταστροφές διαδραματίζονταν μέσα σ’ ένα ονειρικό κι αέρινο κλίμα. Εδώ, θέαμα, πρόσωπα, κινήσεις και διάλογοι μας μεταφέρουν στο κέντρο των θελήσεων και των συνειδήσεων, εκεί που γεννιούνται τα πεπρωμένα.
Ο Χορός του ποιητή, είτε παρουσιάζει παρθένες ή γέροντες, είτε Ωκεανίδες ή Ερινύες, βρίσκεται πάντα κάτω απ’ την καθοδήγηση των θεών. Ήταν νέος ακόμα όταν η Αθήνα νίκησε στο Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων εκφράστηκε αργότερα σ’ ένα απ’ τα έργα του, αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη. Ο ίδιος πήρε μέρος σε όλες τις μάχες κι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως τα μεγάλα εκείνα γεγονότα που συγκλονίσαν τις ελληνικές ψυχές, μεταδώσαν στην ψυχή του μια ρωμαλέα δημιουργική δύναμη.
Το αρχαίο θέατρο δεν ήταν μια εμπορική επιχείρηση, ούτε μια ταπεινή πληρωμένη ψυχαγωγία, αλλά μια αληθινή θρησκευτική γιορτή, μια μυσταγωγία, όπου οι θεατές παρακολουθούσαν και συμμετείχαν στα δρώμενα εκστατικοί. Την υψηλή αυτή μυσταγωγία του πνεύματος ο Αισχύλος την καλύπτει με όλη τη θρησκευτική μεγαλοπρέπεια.
Ο Αισχύλος, κατά γενική παραδοχή, υπήρξε ένας μεγάλος κι ασύγκριτος δημιουργός, από κάθε άποψη. Με την πρωτότυπη εφευρετικότητά του, την αχαλίνωτη φαντασία του, με το βάθος του θρησκευτικού συναισθήματος, των φιλοσοφικών στοχασμών και τη μουσική των στίχων του ανοίγει το δρόμο για να φτάσει το δράμα στην κορυφή των πιο υψηλών ανθρωπίνων επιτευγμάτων. Η αττική τραγωδία, όπως τη δημιούργησε ο Αισχύλος, δανείστηκε κάτι απ’ όλα τα προηγούμενα είδη. Ξεχωρίζει όμως πολύ καθαρά απ’ τα είδη αυτά. Ξεχωρίζει κυρίως στον χορικό λυρισμό που εισάγει ένα νέο στοιχείο που είναι η δράση. Το χορικό του Αισχύλου δεν έχει την ασάλευτη γαλήνη μιας ωδής του Πινδάρου. Είναι αυτό το ίδιο ένα δράμα. Οι ηθικές ιδέες που παρουσιάζει στην τραγωδία του δεν είναι νέες. Πολλές απ’ αυτές υπήρχαν και στον Όμηρο. Όμως υπάρχει μια πρωταρχική που είναι τελείως ξένη για τον Όμηρο: η ιδέα της δικαιοσύνης. Ο Αισχύλος πιστεύει ότι η ουσία του δράματος πρέπει να είναι η ιδέα αυτή της δικαιοσύνης, η οποία ενσωματώνεται σ’ αυτό που λέγεται άνθρωπος. Κάθε ανθρώπινη πράξη είναι κι ένα ζήτημα δικαίου. Η τραγωδία λοιπόν θα διαπραγματευθεί ζητήματα δικαίου και θα κινηθεί γύρω απ’ τον ηθικό αυτόν άξονα της ανθρώπινης ζωής. Πολλές φορές όμως τα προβλήματα του δικαίου είναι σκοτεινά κι αινιγματικά. Η ζωή φέρνει σε αντίθεση διάφορα δίκαια που είναι το ίδιο σεβαστά. Ο κόσμος παρουσιάζει παντού το θέαμα δικαίων σε σύγκριση. Μέσα σ’ αυτή την αναμέτρηση πώς να διακρίνει κανείς πού πραγματικά βρίσκεται η δικαιοσύνη; Κι όταν την ανακαλύψει πώς να την παρουσιάσει στους άλλους με τρόπο τόσο καθαρό ώστε το κοινό να πάει με το μέρος αυτό που θέλει ο ποιητής και να βγει απ’ τη θέση της αδιαφορίας που είναι συνηθισμένη θέση του πλήθους μπροστά στα μεγάλα ηθικά προβλήματα; Σύμφωνα με τον Αισχύλο όμως το δίκαιον μεταβαίνει, δηλαδή το δίκαιο μετατοπίζεται, όπως λεει στις Χοηφόρες (908). Ο άνθρωπος δεν ξέρει να το συγκρατήσει.
Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους του (886) παρουσιάζει τον Αισχύλο να επικαλείται τη θεά των Ελευσινίων και να λεει : Δήμητρα που έθρεψες την ψυχή μου, κάνε να γίνω άξιος των μυστηρίων σου. Απ’ αυτό πολλοί βγάζουν το συμπέρασμα ότι ο Αισχύλος ήταν μυημένος. Όταν όμως κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε τα μυστήρια των Ελευσινίων απάντησε, όπως μας λεει ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια, ΙΙΙ, 2), ότι ουδέν εγνώριζεν ότι επρόκειτο περί πραγμάτων μυστικών. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη, ο Αισχύλος δεν ήταν μυημένος. Ήταν απλά ένα πνεύμα θρησκευτικό παρά θρησκόληπτο. Επί πλέον είχε μια τελείως δική του προσωπικότητα. Η αλαζονεία του τον απομάκρυνε από κάθε επαφή με το πλήθος. Δίχα δ’ άλλων μονόφρων ειμί λεει στον Αγαμέμνονα (557), δηλαδή μακριά απ’ τους άλλους, διανοούμαι μόνος μου. Περισσότερο όμως κι απ’ τη ζωή του κι απ’ τις διάφορες μαρτυρίες των συγχρόνων του αποκαλύπτει τον χακτήρα του το ίδιο το έργο του. Ο Αριστοφάνης τον λεει άνθρωπο αγριοποιό,
αυθαδόστομον. Είναι προσηλωμένος στις πεποιθήσεις του κι αφιερωμένος στην τέχνη του σε τέτοιο σημείο που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα συνηθισμένα και τα καθημερινά. Είναι αριστοκράτης από παράδοση κι ακόμα περισσότερο από ιδιοσυγκρασία. Όμως κανείς δεν μπορεί να τον περιφρονήσει και να τον μισήσει γιατί συγχρόνως είναι και πολύ μεγάλος πατριώτης. Είναι ένας μεγάλος ερημίτης ακόμα κι όταν βρίσκεται μέσα στο πλήθος. Η φύση τον έπλασε περισσότερο για να τον θαυμάζουν παρά για να τον αγαπούν. Ό,τι του στέρησε σε γλυκύτητα του το έδωσε σε δύναμη ψυχής και φαντασίας. Και σαν από μια προφητική διαίσθηση για το ποιος είναι και τι θ’ αφήσει με το έργο του στον άνθρωπο, γράφει ο ίδιος στο πρώτο χορικό της τραγωδίας του Αγαμέμνων ( Μετάφραση: Ι. Ν. Γρυπάρη):
Αυτός στον άνθρωπο άνοιξε το δρόμο
της φρόνησης, κι έβαλε νόμο: πάθος μάθος.
αυτός, ως και στον ύπνο, στην καρδιά μας
στάζει τον πόνο, που θυμίζει
με τρόμο τα παθήματά μας
κι αθέλητα μας συνετίζει.
Η γ λ ώ σ σ α τ ο υ π ο ι η τ ή. Εντυπωσιακή είναι η δύναμη της γλώσσας του ποιητή. Είναι μια γλώσσα παλλαϊκή, θα μπορούσαμε να πούμε, γεμάτη από αρχαϊσμούς, μια γλώσσα με μαγική τις περισσότερες φορές παρενέργεια, πλούσια σε εικόνες, λες και τη διαπερνούν σταθερά θέματα, μια γλώσσα που στα λυρικά κυρίως μέρη ρέει σαν ένα πλατύ ποτάμι. Αυτό το μεγαλείο της γλώσσας του που το θαυμάσαν πολλοί λάτρεις της ποίησής του, προκάλεσε την ειρωνεία του Αριστοφάνη που θέλησε να υποδείξει πόσο επικίνδυνα βρίσκονται κοντά το μεγαλόπρεπο και το γελοίο. Όμως ακόμα κι αυτό το αυξανόμενο χιούμορ με το οποίο ο Αριστοφάνης (στους Βατράχους του) παρουσιάζει τον Αισχύλο να μαλώνει με τον Ευριπίδη δείχνει τον σεβασμό που έτρεφε ο μεγάλος αυτός κωμικός ποιητής για τον μεγάλο δάσκαλο της τραγικής τέχνης.
Τ ο έ ρ γ ο τ ο υ Α ι σ χ ύ λ ο υ. Η έκταση του έργου του δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με τη Σούδα είχε γράψει 90 τραγωδίες ή σατυρικά δράματα, απ’ τα οποία τα περισσότερα ήσαν συγκροτημένα σε τετραλογίες, όπως ήταν ο κανόνας της εποχής. Ο Ανώνυμος βίος του έχει κατάλογο τίτλων ταξινομημένων σε τέσσερις στήλες που περιλαμβάνει 72 ονόματα. Σύμφωνα με το βιογράφο του κέρδισε 13 πρώτες νίκες, χωρίς να υπολογίζονται εκείνες που πήρε μετά το θάνατό του. Η Σούδα που υπολογίζει κι αυτές μιλάει για 28.
Το συνολικό έργο του Αισχύλου περιλάμβανε, σύμφωνα με τον κώδ. Mediceus (32, 9) 73 δράματα και σύμφωνα με τη Σούδα 90. Σε μας είναι γνωστοί 79 τίτλοι. Απ’ τα έργα αυτά μπορούν να ενταχθούν σε ομάδες τα ακόλουθα: Φινεύς, Πέρσαι, Γλαύκος Ποτνιεύς, σατυρικό δράμα Προμηθεύς Πυρκαεύς διδαχτήκαν το 472 π.Χ.), Λάιος, Οιδίπους, Επτά επί Θήβας, σατυρικό δράμα Σφιγξ (θηβαϊκή τριλογία, 467 π.Χ.), Ικέτιδες, Αιγύπτιοι, Δαναΐδες, σατυρικό δράμα Αμυμώνη (τετραλογία των Δαναΐδων, 466/59 π.Χ.), Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες, σατυρικό δράμα Πρωτεύς (Ορέστεια 458 π.Χ.), Όπλων κρίσις, Θράσσαι, Σαλαμίνιαι (τριλογία του Αίαντα), Ηδωνοί, Βασσάραι, Νεανίσκοι, σατυρικό δράμα Λυκούργος Λυκούργεια), Προμηθεύς Δεσμώτης, Προμηθεύς Λυόμενος, Προμηθεύς Πυρφόρος (τριλογία Προμηθέα), Βάκχαι, Πενθεύς, Ξάντριαι αβέβαιη η σύνδεσή τους), Μυρμιδόνες, Νηρηίδες, Φρύγες Έκτορος λύτρα, τριλογία του Αχιλλέα), Φορκίδες, Πολυδέκτης, το τρίτο έργο της τριλογίας παραμένει άγνωστο, σατυρικό δράμα Δικτυουλκοί (τετραλογία του Περσέα), Αργώ, Κάβειροι, Υψιπύλη (τριλογία των Αργοναυτών), Οστολόγοι, Πηνελόπη, Ψυχαγωγοί, σατυρικό δράμα Κίρκη (τετραλογία του Οδυσσέα). Άλλοι γνωστοί μας τίτλοι που δεν μπορούμε όμως να τους τοποθετήσουμε σε ομάδες είναι: Ελευσίνιοι, Κάρες, Μέμνων, Νιόβη, Φιλοκτήτης, Ψυχοστασία, Σεμέλη, τα σατυρικά δράματα Διονύσου τροφοί και Ισθμιασταί, το γιορταστικό έργο Ατναίαι. Οι τίτλοι δείχνουν την προέλευσή τους απ’ όλους σχεδόν και κυρίως απ’ τους μεγάλους μυθικούς κύκλους των Ελλήνων (Άργος, Θήβα, Τροία).
Απ’ τα έργα που του μας έχουν σωθεί οι Πέρσαι θεωρούνται σήμερα το αρχαιότερο. Ο Αισχύλος ήταν περίπου 50 χρονών όταν το έγραψε. Περιλαμβανόταν σε μια τετραλογία με τις τραγωδίες Φινεύς (θέμα παρμένο απ’ τον αργοναυτικό μύθο) και Γλαύκος Ποτνιεύς (ασαφές θέμα). Ακολουθούσε το σατυρικό δράμα Προμηθεύς Πυρκαεύς, απ’ το οποίο μας σώθηκε ένα πολύ μικρό μέρος σε πάπυρο. Χορηγός ήταν ο Περικλής. Σύμφωνα με το πρότυπο του Φρυνίχου ο Αισχύλος πήρε το θέμα των Περσών όχι απ’ τον μύθο, αλλ’ απ’ την ιστορία της εποχής του, δηλαδή τη νίκη των Ελλήνων πάνω στους Πέρσες στη Σαλαμίνα. Το νόημα αυτού του γεγονότος ο Αισχύλος το τοποθέτησε στην επικράτηση της θείας δικαιοσύνης που ήρθε να περιορίσει την επιθυμία των Περσών για κυριαρχία κι οδήγησε αναγκαστικά στην αποτυχία του Ξέρξη που ήταν ο φορέας αυτής της ύβρης. Αντικρίζοντας με αυτό το πρίσμα τη νίκη των Ελλήνων ο Αισχύλος μπόρεσε να την περιγράψει χωρίς καθόλου μίσος (περίφημη η αγγελική ρήση για τη νίκη στη Σαλαμίνα).  
Το πνεύμα του πεθαμένου Δαρείου εκπροσωπεί στο έργο τον ρόλο του γνώστη που προειδοποιεί κι αποτρέπει.
Η τριλογία Λάιος, Οιδίπους, Επτά επί Θήβας (σατυρικό δράμα Σφιγξ) έχει το θέμα της απ’ τον θηβαϊκό κύκλο. Η πατροκτονία κι ο γάμος του Οιδίποδα με τη μητέρα του πρέπει να γίνονταν στα χαμένα δυο πρώτα δράματα. Στους Επτά επί Θήβας ο ποιητής πραγματεύεται τον αγώνα και τον θάνατο των δυο, εχθρών πια μεταξύ τους αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη. Δραματουργικά σημαντικά είναι εδώ τα εφτά ζευγάρια λόγων στη μέση του έργου με την έκθεση όσων διαδραματίζονταν στις εφτά πύλες της Θήβας. Με τον θάνατο των δυο αδερφών εκπληρώνεται το πεπρωμένο μιας καταραμένης γενιάς. Το τέλος του έργου είναι αμφισβητούμενο γιατί πολλοί ισχυρίζονται ότι μεταβλήθηκε με την ευκαιρία μιας μεταγενέστερης διδασκαλίας.
Στις Ικέτιδες τον κύριο ρόλο τον έχει ο Χορός που τον αποτελούν οι κόρες του Δαναού που αντιδρούν στο γάμο τους με τους γιους του Αιγύπτου και ζητάν να βρουν άσυλο στο Άργος δίπλα στο βασιλιά Πελασγό. Γι’ αυτόν κάτι τέτοιο σημαίνει επιλογή ανάμεσα στον απειλητικό πόλεμο με τους γιους του Αιγύπτου και στην άρνηση του δικαίου της φιλοξενίας. Με την άφιξη αγγελιαφόρων απ’ την Αίγυπτο που φέρνουν την απειλή του πολέμου και με την απειλή της κατάρας των απελπισμένων κοριτσιών προετοιμάζεται ένα μεγάλο γεγονός που βρήκε τη συνέχειά του στα δυο επόμενα δράματα: οι Αιγύπτιοι κι οι Δαναΐδες που περιλαμβάναν τον αναγκαστικό γάμο με τους γιους του Αιγύπτου και το φόνο τους, τελειώναν όμως με εξιλασμό και συμφιλίωση, όπως το είχαν υποδηλώσει ήδη στις Ικέτιδες τα τελευταία λόγια του Πελασγού. Ο κυρίαρχος ρόλος του Χορού κι η υποχώρηση των διαλογικών μερών είχαν στηρίξει άλλοτε την άποψη που σήμερα έχει πια εγκαταλειφθεί, ότι οι Ικέτιδες ήταν το παλιότερο έργο του Αισχύλου. Το σατυρικό δράμα Αμυμώνη προερχόταν απ’ τον ίδιο θεματικό κύκλο.
Η Ορέστεια, η μόνη τριλογία που μας έχει σωθεί, ανέβηκε στη σκηνή το 458 π.Χ. Το θέμα της ήταν παλιό (κομμάτια απ’ το τραπέζι του Ομήρου λένε πως ονόμασε ο ίδιος ο Αισχύλος τα δράματά του). Μια νυχτερινή σκηνή ανοίγει τον Αγαμέμνονα όπου ένας φύλακας πάνω στη στέγη του παλατιού στο Άργος βλέπει μακριά, μήπως αντικρίσει το σημάδι της φωτιάς που θα αναγγείλει τον πτώση της Τροίας. Το μεγάλο εισαγωγικό μέρος δε στοχεύει μόνο σ’ αυτό το δράμα, αλλά είναι ένα είδος εισαγωγικού προλόγου για ολόκληρη την τριλογία. Αρχίζει απ’ την πάροδο του Χορού των γερόντων, με μια επίταση ως την άφιξη του νικητή Αγαμέμνονα που γίνεται με σχεδόν ανατολίτικη πολυτέλεια. Ο Αγαμέμνων βαδίζει προς το παλάτι νικητής, φέρνοντας το βάρος της κατάρας του οίκου των Ατρειδών, ενώ η Κλυταιμνήστρα τον χαιρετάει με υποκρισία. Η Κασσάνδρα που ο Αγαμέμνων την έφερε μαζί του σαν σκλάβα, αποκαλύπτει ωστόσο, σ’ ένα φρικτό όραμα, τα περασμένα και τα μελλοντικά εγκλήματα των Ατρειδών. Μετά πηγαίνει κι αυτή να συναντήσει το θάνατο. Σε λίγο παρουσιάζεται δίπλα στο φορείο με τον νεκρό Αγαμέμνονα γεμάτη αγαλλίαση η Κλυταιμνήστρα που γρήγορα όμως, σ’ έναν ανταγωνιστικό διάλογο με τον Χορό, χάνει τη σιγουριά της. Με δυσκολία ο Αίγισθος που παρουσιάζεται στο τέλος στη σκηνή, προσπαθεί να την στηρίξει πάλι.
Ότι το καινούργιο έγκλημα θέλει καινούργια πληρωμή, το δείχνουν καθαρά οι πρώτες στροφές του χορικού που τραγουδάν οι Χοηφόρες, οι κοπέλες που φέρνουν προσφορές στον τάφο του νεκρού. Η ίδια η Κλυταιμνήστρα διάταξε τις προσφορές στον τάφο του Αγαμέμνονα και τώρα τα κορίτσια, με επικεφαλής την Ηλέκτρα, προχωρούν προς τον τάφο του, δίπλα στον οποίο έχει κρυφτεί ο Ορέστης που γύρισε πίσω στον τόπο του. Γίνεται η αναγνώριση των αδερφών και σε μια σκηνή αρχίζει να μεγαλώνει όλο και πιο πολύ, μέσα στον Ορέστη το φριχτό σχέδιο, με το οποίο θέλει να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Έτσι πέφτει νεκρός ο Αίγισθος, στο τέλος πέφτει νεκρή κι η Κλυταιμνήστρα. Και σ’ αυτού του έργου το τέλος, όπως ακριβώς στον Αγαμέμνονα, ο φονιάς στέκεται πάνω απ’ τα πτώματα των δυο θυμάτων του. Όμως, ενώ ακόμα ο Ορέστης κάνει τον απολογισμό του, πέφτει πάνω του και τον χτυπάει η μανία. Ορμάει έξω απ’ τη σκηνή και φεύγει για να βρει τη λύτρωση με τη βοήθεια κάποιου θεού.
Οι φοβερές μορφές των Ερινύων που καταδιώκουν τον Ορέστη, αποτελούν τον Χορό στο δράμα με το οποίο κλείνει η τριλογία (Ευμενίδες). Η σκηνή με την οποία ανοίγει το έργο τις δείχνει αποκαμωμένες, κοιμισμένες, αφού κυνηγήσαν τον Ορέστη ως το ιερό των Δελφών. Εδώ όμως παρουσιάζεται ο Απόλλων κι υπόσχεται τη συμπαράστασή του στον καταδιωκόμενο. Του παρέχεται ασφαλής συνοδεία ως την Ακρόπολη της Αθήνας, όπου θα βρει δικαστές να δικάσουν την περίπτωσή του (μια απ’ τις σπάνιες περιπτώσεις αλλαγής σκηνικού χώρου). Εκεί λοιπόν γίνεται μια τυπική δίκη. Η κορυφαία του Χορού απαγγέλλει την κατηγορία μπροστά στους συγκεντρωμένους Αθηναίους πολίτες, ο ίδιος ο Απόλλων υπερασπίζεται τον Ορέστη, η Αθηνά ξεδιαλύνει την τεράστια σύγκρουση που είναι ο φόνος της μητέρας έναντι της εκδίκησης του πατέρα, αλλά κι ο παλιός κόσμος, ο κόσμος της μητέρας, έναντι του καινούργιου κόσμου, του κόσμου του πατέρα. Η Αθηνά αποφασίζει υπέρ του Ορέστη. Την ίδια στιγμή η κρίση αυτή βρίσκει τη θέση της στη σύγχρονη αθηναϊκή ιστορία γιατί λίγο πριν, το 462 π.Χ., με μια μεταβολή του  
πολιτεύματος, αποφασίστηκε η μεταφορά στον Άρειο Πάγο της δικαιοπραξίας των φονικών ζητημάτων. Τα πνεύματα της εκδίκησης εξευμενίζονται και σαν Καλόγνωμες πια θεές θα έχουν στην Αθήνα έναν τόπο λατρείας τους με την ίδρυση μιας νέας λατρείας στο εσωτερικό της πόλης και την ίδια στιγμή συμβιβασμός και συμφιλίωση σε μια τραγική σύγκρουση άλυτη πια για τους ανθρώπους.
Το σατυρικό δράμα Πρωτεύς που το θέμα του ήταν παρμένο απ’ την Οδύσσεια ερχόταν αμέσως μετά απ’ αυτή την τριλογία.
Ο Προμηθεύς Δεσμώτης θεωρήθηκε για πολύν καιρό νόθο έργο του ποιητή λόγω ιδιοτυπιών στη γλώσσα και στο περιεχόμενό του. Σήμερα, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης υλικού που μας βοηθάει στη σύγκριση, ξαναγυρίζουμε στην άποψη ότι το έργο είναι γνήσιο. Ίσως πρόκειται εδώ για μια πολύ σημαντική αντιπαράθεση του Ολύμπιου κόσμου με τον κόσμο των Τιτάνων, καθώς συγκρούονται μεταξύ τους οι εκπρόσωποί τους, ο Δίας κι ο Προμηθεύς που εδώ παρουσιάζεται σαν δημιουργός του πολιτισμού (στην τριλογία αμέσως μετά ερχόταν ασφαλώς ο Προμηθεύς Λυόμενος κι ύστερα ίσως ο Προμηθεύς Πυρφόρος). Μπορεί ο Δίας να παρουσιάζεται εδώ σαν ένας αυθαίρετος και βίαιος αφέντης σε σύγκριση με τον Δία της Ορέστειας που κυβερνάει τον κόσμο με δικαιοσύνη (ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του έργου), όμως το χαμένο μέρος της τριλογίας μπορεί να είχε φέρει στο σημείο αυτό έναν συμβιβασμό με την ίδρυση μιας λατρείας του Προμηθέα, παρόμοια με το τέλος της Ορέστειας.
Από άλλα έργα του Αισχύλου μας σωθήκαν μόνο πάρα πολύ μικρά αποσπάσματα. Νεότερα ευρήματα μας δώσαν ένα απόσπασμα απ’ τη Νιόβη (στάθηκε αδύνατο να προσδιορισθεί το πρόσωπο που μιλάει), ενώ μερικοί στίχοι απ’ τους Μυρμιδόνες μας λένε προφανώς για την οργή του Αχιλλέα. Τα σατυρικά δράματα του Αισχύλου πρέπει να θεωρούνταν στην αρχαιότητα πολύ υψηλού επιπέδου. Οι Δικτυουλκοί (Αυτοί που τραβάν το δίχτυ) κλείναν την τετραλογία του Περσέα. Στο έργο αυτό ψαράδες τραβάν με το δίχτυ τους προς τη στεριά ένα μεγάλο σεντούκι που μέσα σ’ αυτό βρίσκεται η Δανάη με τον μικρό Περσέα. Ο γερο-Σιληνός γυροφέρνει με εύθυμα και ζωηρά πειράγματα τη σωσμένη Δανάη. Το περιεχόμενο των Ισθμιαστών δεν είναι πια δυνατό να το εξετάσουμε σωστά. Μια ξεχωριστή θέση κατέχει το γιορταστικό έργο του που γράφτηκε για να γιορταστεί η ίδρυση της Αίτνας κι απαρτιζόταν από 5 μέρη. Ο Αισχύλος το ανέβασε στην πρώτη επίσκεψή του στη Σικελία (τίτλος: Αίτναι ή Ατναίαι).
Δίπλα στα 7 δράματα που μας σωθήκαν ολόκληρα μας παραδοθήκαν πάνω από 400 αποσπάσματα και πολυάριθμα παπυρικά κομμάτια που ένα μέρος τους βρέθηκε για πρώτη φορά στις τελευταίες δεκαετίες. Λίγο μετά απ’ τον θάνατο του Αισχύλου ξανανεβήκαν δράματά του στη σκηνή. Ο ρήτορας Λυκούργος στον 4ο π.Χ. αιώνα φρόντισε να ετοιμαστεί ένα κρατικό αντίγραφο των έργων του Αισχύλου που έγινε η βάση όλης της παράδοσης. Ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης απέκτησε το αντίγραφο αυτό κι ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος ετοίμασε σύμφωνα μ’ αυτό την έκδοση του κειμένου. Αργότερα ως την εποχή των Αντωνίνων, το απόθεμα των δραμάτων του Αισχύλου περιορίστηκε στον αριθμό 7. Αυτά τα 7 έργα φαίνεται ότι επιζήσαν ώσπου τον 9ο αιώνα η παράδοση διακλαδώθηκε: το πιο πολύτιμο χειρόγραφο είναι ο Mediceus 32, 9 (γύρω στο 1000). Δίπλα στο χειρόγραφο αυτό έχουμε μια ομάδα βυζαντινών χειρογράφων του 13ου και του 14ου αιώνα – Editio princeps: Aldina, Βενετία 1518. Τα δράματα του Αισχύλου γίναν βέβαια πιο γνωστά μέσα απ’ τη λατινική μετάφραση του Joh. Sanravius (Βασιλεία 1555), αφήσαν όμως τα πρώτα φανερά τους ίχνη μόνο στους Άγγλους συγγραφείς (Milton, Byron, Shelley). Η πρώτη πλήρης γερμανική μετάφραση κυκλοφόρησε στα 1805-08 (J. T. L. Danz).
Στα νεότερα χρόνια με τα θέματα που ασχολήθηκε ο Αισχύλος ξανασχοληθήκαν: Goethe (Προμηθεύς), O’ Neill (Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, 1931), M. Mell (Εφτά εναντίον της Θήβας, 1932), Sartre (Οι μύγες, 1943), Hauptmann (Η τετραλογία των Ατρειδών, 1948). Στο μουσικό θέατρο: R. Strauss / H. Hofmannsthal (Ηλέκτρα, 1909), E. Krenek (Η ζωή του Ορέστη, 1929), C. Orff (Προμηθέας, 1968). Προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα νέες συλλήψεις των θεμάτων: M. Braun (1961), H. Muller (1969).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου