Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ




Ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής κι ο κύριος εκπρόσωπος της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας.
Η κ α τ α γ ω γ ή τ ο υ π ο ι η τ ή. Για τη ζωή και την προσωπικότητα του Αριστοφάνη πολύ λίγα μας είναι γνωστά. Εκτός απ’ τους δυο βίους του που σωθήκαν και που απ’ αυτούς έκανε ένα συνοθύλευμα ο Θωμάς Μάγιστρος, έχουμε ακόμα ένα άρθρο στο λεξικό της Σούδα, μια μικρή σημείωση από Ανώνυμο Περί κωμωδίας κι ακόμα ένα σχόλιο στην Απολογία του Πλάτωνα. Σώθηκε επίσης κι ένα επίγραμμα για τον Αριστοφάνη που αποδίδεται στον Πλάτωνα. Απ’ τα ελάχιστα αυτά στοιχεία πολύ λίγα πράγματα μπορούμε να γνωρίζουμε για τη ζωή του. Το μεγαλύτερο μέρος της βιογραφίας του συμπληρώνεται από διάφορους στίχους των κωμωδιών του, όπου ο ποιητής κάνει υπαινιγμό πότε άμεσα και πότε έμμεσα για τον εαυτό του. Έτσι τα σίγουρα δεδομένα για τη ζωή του είναι τόσο λίγα που κι αυτός ο χρόνος της γέννησης και του θανάτου του ορίζεται με εικασίες. Ακόμα υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις για την καταγωγή του, του τόπου που έζησε, της δημόσιας κι ιδιωτικής του δράσης, της σχέσης του με άλλα πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο Αριστοφάνης εξ αιτίας μιας συγκυρίας που οφειλόταν ίσως στη μοναχική του ζωή και στην κρυπτωνυμία του, γιατί απόφευγε να βάζει τ’ όνομά του στα έργα του, χρησιμοποιώντας τα ονόματα άλλων, αν και για σαράντα ολόκληρα χρόνια κυριαρχούσε στην κωμική σκηνή της Αθήνας κι έγινε το δημοτικότερο πρόσωπο της εποχής του, γνωστός ακόμα και στον τελευταίο Αθηναίο, έμεινε στην ιστορία ο πιο άγνωστος κι ακαθόριστος βιογραφικά απ’ τους αρχαίους ποιητές. Είναι βέβαιο ότι ο Αριστοφάνης, αν κι αγωνίστηκε με πολύ θάρρος σαν κοινωνικός και πολιτικός σατιριστής απ’ την αττική σκηνή, πολύ λίγο ανακατεύτηκε στον δημόσιο βίο κι έζησε αποτραβηγμένος στις πνευματικές του ασχολίες, γι’ αυτό οι μεταγενέστεροι αρχαίοι πολύ λίγα, όπως και μεις, γνωρίζαν γι’ αυτόν κι ελάχιστα μας αφήσαν. Έτσι είναι γνωστό για τη ζωή του ότι ήταν Αθηναίος απ’ το δήμο Κυδαθηναίων κι απ’ την Παντιονίδα φυλή και γι’ αυτό ονομαζόταν Κυδαθηναιεύς. Ο πατέρας του λεγόταν Φίλιππος. Αν κι η επικρατέστερη επωνυμία του ήταν Αιγινήτης, γιατί έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αίγινα, όπου αυτός ή ο πατέρας του στάλθηκε σαν κληρούχος γι’ αυτό και λέγαν πως γεννήθηκε στην Αίγινα, αν και διάφορες λες πηγές που προέρχονται απ’ τον Ηλιόδωρο δια μέσου του Αθήναιου μυθοπλαστικά παρουσιάζουν τον Αριστοφάνη να κατάγεται απ’ τη Ρόδο (απ’ τη Λίνδο ή την Κάμειρο) ή απ’ την Αίγυπτο. Η Σούδα αναφέρει ότι προερχόταν από δούλους. Μ’ αυτά σχετίζεται κι αυτή που αναφέρεται γραφή ξενίας που επέδωσε κατά του Αριστοφάνη ο δημαγωγός Κλέων, θέλοντας να κλείσει το στόμα του ποιητή για τις εναντίον του απ’ τη σκηνή εκτοξευόμενες κατηγορίες και βλασφημίες. Η γραφή ξενίας ήταν μήνυση κατά παντός ξένου που αντιποιείται δικαιώματα Αθηναίου πολίτη. Κι όχι μόνο μια φορά αλλά δυο και τρεις φορές λένε ότι ο Κλέων επέμεινε να κατηγορεί τον Αριστοφάνη σαν ξένο. Και μάλιστα την τρίτη γραφή ξενίας την έκανε μετά την παράσταση των Ιππέων. Την ξενική καταγωγή του Αριστοφάνη υπαινισσόταν κι ο ανταγωνιστής του κωμικός Εύπολις ο οποίος σ’ ορισμένους του στίχους παραπονιόταν για τις επιδόσεις κι επιτυχίες των ξένων στην Αθήνα, αν και δεν είναι βέβαιο ότι οι στίχοι αυτοί του Εύπολη αναφέρονται στον Αριστοφάνη ή θίγουν γενικότερο δημογραφικό πρόβλημα της αρχαίας Αθήνας. Τη δίωξή του σαν ξένο απ’ τον Κλέωνα ο Αριστοφάνης την υπαινίσσεται στους Σφήκες (1284-1291). Όμως είναι βέβαιο ότι παρ’ όλες τις επιθέσεις των αντιπάλων του ο ποιητής ήταν απ’ τη μητέρα του γνήσιος Αθηναίος, υπήρχε μόνο κάποια αμφιβολία για το γένος του πατέρα του Φιλίππου, αλλά κι αυτή φαίνεται ανυπόστατη, γιατί είναι γνωστό ότι το 430 π.Χ. ο Αριστοφάνης με τους γονείς του, σαν γνήσιοι Αθηναίοι, πήραν για ιδιοκτησία τους έναν κλήρο στην Αίγινα όταν το 431 π.Χ. υποδουλώθηκε στους Αθηναίους κι έγινε η κατακληρούχηση του νησιού απ’ αυτούς. Στο αγρόκτημα αυτό πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ο Αριστοφάνης που αστειευόμενος αναφέρει στους Αχαρνής του (563) ότι οι Λακεδαιμόνιοι ζητούσαν να πάρουν την Αίγινα για να κάνουν δικό τους τον ποιητή που ζούσε σ’ αυτήν. Παρ’ όλα αυτά είναι βέβαιο ότι, όπως λεει ο γραμματολόγος Κριστ, αν δεν κυκλοφορούσε στις φλέβες του Αριστοφάνη καθαρό αττικό αίμα, το φρόνημά του όπως κι παιδεία του δείχναν, περισσότερο από κάθε άλλον γνήσιο Αθηναίο να γνωρίζει την αττική γλώσσα και ζωή. Κι αυτή την ιδέα για τη γνήσια αθηναϊκή καταγωγή του την είχε κι ο ίδιος ο Αριστοφάνης, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, στη δίκη επί ξενία αναφέρθηκε στον ομηρικό στίχο ούτις επί γόνον αυτός ανέγνω κι ακόμα στη συλλογή των αττικών επιγραφών αναφέρεται και βουλευτής Αριστοφάνης Κυδαθηναιεύς και πρόκειται ίσως για κάποιον συγγενή, θείο ή παππού του Αριστοφάνη. Ο χρόνος ακμής 
του ποιητή, από υποθέσεις που βασίζονται σε σίγουρες πληροφορίες είναι μεταξύ του 450 και 385 π.Χ. γιατί δε φαίνεται μεν πουθενά η ακριβής χρονολογία της γέννησής του, το γεγονός όμως ότι οι Ιππής του διδαχτήκαν το 424 π.Χ., κι οι Διαιταλείς το 427 π.Χ. (που θεωρείται και το πρώτο του έργο), δείχνει ότι τότε ο ποιητής είχε γίνει ενήλικας για να έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει Χορό κωμωδών, δηλαδή κατά πάσαν πιθανότητα το 425 π.Χ. ήταν 25 ετών ή το πολύ 30 κι έτσι σαν έτος της γέννησής του με βεβαιότητα μπορεί να καθοριστεί μέσα στην πενταετία 455-450 π.Χ. Κι ο ίδιος ο Αριστοφάνης αναφέρει μεταφορικά στις Νεφέλες ότι παρουσίασε την πρώτη κωμωδία του σε πολύ νεαρή ηλικία : και εγώ ήμουν ακόμα ανήλικος και δεν μου επιτρέπεται να τεκνοποιήσω, γι’ αυτό το έργο μου το άφησα έκθετο. Έτσι ο σχολιαστής του βγάζει αυθαίρετα το συμπέρασμα ότι σχεδόν μειρακίσκος ήδη ήπτετο των αγώνων, δηλαδή ήταν ακόμα σχεδόν μειράκιον (κάτω των 20 ετών) όταν διαγωνίστηκε με το πρώτο του έργο. Ακαθόριστη επίσης είναι κι η χρονολογία του θανάτου του. Το τελευταίο σίγουρα έργο του που ανέβασε στη σκηνή υπήρξε ο δεύτερος Πλούτος (δηλ. ο αναθεωρημένος και τροποποιημένος) που διδάχτηκε το 388 π.Χ. στη γιορτή των Διονυσίων κι ακόμα δυο έργα του. Τον Κώκαλον και τον Αιολοσίκωνα δίδαξε μετά το 388 π.Χ. όχι ο ίδιος με το δικό του όνομα, αλλά με το όνομα του γιου του Αραρότος, θέλοντας στα τελευταία χρόνια της ζωής του να τον επιβάλει για διάδοχό του στο αθηναϊκό κοινό. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτά μπορούμε να ορίσουμε με πιθανότητα το χρόνο του θανάτου του περίπου το 385 π.Χ. κι ίσως το Συμπόσιο του Πλάτωνος που γράφτηκε το 384 π.Χ. και που μπαίνει ο ποιητής και μιλάει με τον Σωκράτη να γράφτηκε σε ανάμνηση και σαν μνημόσυνο του Αριστοφάνη που είχε πεθάνει πριν από λίγο καιρό.
Η π α ι δ ε ί α τ ο υ π ο ι η τ ή. Για την αγωγή του Αριστοφάνη και γενικά για την παιδεία του φαίνεται απ’ τα έργα του ότι είχε εξαιρετική κατάρτιση τόσο γενική όσο κι ειδική, δηλαδή εκτός απ’ την καθολική μόρφωση που έδινε η Αθήνα την εποχή του Περικλή, ήξερε πολύ καλά τα έργα των πριν απ’ αυτόν ποιητών κι ακόμα είχε μελετήσει πολύ καλά τη φιλολογική παράδοση. Στη σκηνική τέχνη τελειοποιήθηκε μετά από επίμονη προσπάθεια, γιατί ο νεαρός ποιητής δεν είχε αποχτήσει στα πρώτα του έργα τη σκηνική πείρα και κατεχόταν από μια έμφυτη δειλία πιστεύοντας ότι η τέχνη είναι δύσκολο επιχείρημα που πρέπει να το κάνει κανείς με σεβασμό και μετά από μεγάλη προπαρασκευή. Γι’ αυτό και λεει στους Ιππής ότι πριν γίνει κάποιος πηδαλιούχος πρέπει να ασκηθεί πρώτα καλά στην κωπηλασία και κατηγορεί τον προγενέστερό του κωμικό ποιητή για τις κενολογίες του και τα χοντρά του αστεία, πιστεύοντας ότι ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να παρασύρεται από εντυπωσιακές επιδιώξεις κι υπαινισσόμενος τη μεγάλη του προσπάθεια για τη σκηνική τέχνη και τη μαθητεία και συνεργασία του με παλιότερους ποιητές κάνει λόγο στους Βατράχους (1018) όταν λεει ότι με τον τρόπο του εγγαστρίμυθου μάντη Ευρυκλή παρουσιάζεται στην αρχή το κωμικό ταλέντο του, όχι απ’ ευθείας αλλά μέσα από πολλούς άλλους ποιητές τους οποίους βοηθούσε κρυφά εις αλλοτρίας γαστέρας ενδύς, κωμωδικά πολλά χέασθαι, δηλαδή εισχωρώντας σε ξένες κοιλιές, έκανε να βγαίνουν απ’ αυτές πολλά κωμωδιακά επινοήματα. Ο Αριστοφάνης παρουσιάζεται επίσης πιο συντηρητικός απ’ τις τραγωδίες του Αισχύλου κι απ’ τις ωδές του Στησιχόρου και του Πινδάρου, περισσότερο θαύμαζε για τον συντηρητισμό του τον Αισχύλο που του δίνει στους Βατράχους μετά από αγώνα με τον Ευριπίδη στον Άδη τα πρωτεία της ποίησης. Ο Αριστοφάνης ήξερε, σαν αληθινός ποιητής, να εκμεταλλεύεται τα λογοτεχνικά επιτεύγματα των συγχρόνων του, του Εύπολη, του Κράτη, του Σοφοκλή και κυρίως του Ευριπίδη, ο οποίος παρ’ όλο ότι ήταν ο συχνός στόχος των επιθέσεων και διακωμωδήσεών του, εξάσκησε μεγάλη επίδραση στο ύφος, στην τεχνική και στη γλώσσα του Αριστοφάνη τόσο που ο Κρατίνος ο νεότερος, κωμωδιογράφος της Μέσης Κωμωδίας, για να χαρακτηρίσει το κοινό ύφος και την προσκόλληση του Αριστοφάνη στον Ευριπίδη έπλασε το ρήμα ευριπιδαριστοφανίζειν. Όπως φαίνεται απ’ τις ευριπίδειες παρωδίες του Αριστοφάνη, αυτός διάβαζε τόσο πολύ τα έργα του Ευριπίδη, ώστε τα είχε μάθει απ’ έξω. Ο Αριστοφάνης όπως παρουσιάζεται στους Όρνιθες (690), είχε ασχοληθεί με τις θεωρίες των Ορφικών και μάλιστα με τη Θεογονία, τις οποίες πίστευε. Αλλού πάλι στους Όρνιθες (692) αναφέρει τον Πρόδικο και τη θεωρία για την καταγωγή της θρησκείας.
Ο Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η ς κ ι η π ο λ ι τ ι κ ή. Περνώντας τον περισσότερο χρόνο του ο Αριστοφάνης στην Αίγινα, παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον την πολιτική κίνηση της Αθήνας και σατίριζε τα τρωτά της. Η ιδιωτική ζωή του βρισκόταν στην αφάνεια και τη χαρακτήριζε η ησυχία ενός θεωρητικού άντρα. Τις περισσότερες απ’ τις κωμωδίες του τις παρουσίαζε με τα ονόματα άλλων ποιητών ή υποκριτών οι οποίοι αναλαμβάναν να πάρουν τη χορηγία της πόλης για τη διδασκαλία, να διδάξουν τον χορό, να παρασταθούν στο θέατρο και ν’ ακούσουν τα ονόματά τους σαν ποιητές, αν κι όλοι ξέραν πως δεν ήσαν οι ίδιοι. Για την ανάθεση αυτή ο Αριστοφάνης πλήρωνε, για να απαλλάσσεται απ’ τους κινδύνους και τις ευθύνες. Αυτό δείχνει ότι είχε οικονομική άνεση κι ήταν πλούσιος κι αριστοκρατικός στις ιδέες του. Ο Άγγλος γραμματολόγος Γκ. Μάρραιυ λεει : είχε τις προκαταλήψεις και το θάρρος εύπορου ανθρώπου, γι’ αυτό λίγες απ’ τις κωμωδίες του 17
δίδαξε ο ίδιος ενώ τις περισσότερες δίδαξε ο Φιλωνίδης (γιος του ήταν ο Νικοχάρης) κι ο Καλλίστρατος.
Η ζ ω ή τ ο υ π ο ι η τ ή. Γενικά για τη δημόσια κι ιδιωτική ζωή του Αριστοφάνη πολύ λίγα πράγματα ξέρουμε. Πιστεύεται ότι η μοναχική ζωή του υπήρξε υπόδειγμα ηθικής και σεμνότητας ενός συντηρητικού άντρα που ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη και τις ιδέες του που αγωνιζόταν γι’ αυτές. Στην Ειρήνη (767) που διδάχτηκε το 421 π.Χ., παρουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του φαλακρό λέγοντας ότι και τοις φαλακροίσι παραινούμεν συσπουδάζειν περί της νίκης. Επίσης, όπως λεει ο Αθήναιος χαρακτηριζόταν απ’ τους Αθηναίους σαν πότης κι ότι εμπνεόταν απ’ το κρασί, όπως ο Αλακαίος : και Αλκαίος ο μελοποιός και Αριστοφάνης ο κωμωδοποιός μεθύοντες έγραφον τα ποιήματά των. Ο Αριστοφάνης απ’ την πρώτη εμφάνισή του σαν κωμικός ποιητής, δηλαδή το 427 π.Χ. που παρουσιαστήκαν οι Διαιταλείς μέχρι το 388 π.Χ., όταν διδάχτηκε ο δεύτερος Πλούτος κράτησε σταθερά την πολιτική του γραμμή και την ηθική του αυστηρότητα. Οι εναντίον του επιθέσεις των αντιπάλων του, τους οποίους ο ίδιος σατίρισε δε σωθήκαν, ίσως γιατί χαθήκαν μαζί με τα έργα τους. Ο θεατρικός του αντίπαλος Κρατίνος τον κατηγορεί σαν υπολεπτολόγον, γνωμοδιώκτην κι ευριπιδαριστοφανίζοντα, δηλαδή σχολαστικό, κυνηγό των ξένων απόψεων κι ιδεών ή ότι έχει ιδέες βάναυσες και χυδαίες (γνωμοδιώκτης) και μιμητή του Ευριπίδη.
Ο ποιητής παντρεύτηκε πολύ νέος κι απόχτησε τρεις γιους, τον Φίλιππο, τον Αραρότα και τον Νικόστρατο (ή Φιλέταιρο). Κι οι τρεις ασχοληθήκαν με την κωμική ποίηση. Όμως ο Αριστοφάνης πίστευε περισσότερο στις ικανότητες του Αραρότα και γι’ αυτό του ανάθεσε, να διδάξει με το όνομά του στα τελευταία χρόνια της ζωής του τις κωμωδίες Κώκαλον και Αιολοσίκωνα στις οποίες πρωταγωνίστησε ο ίδιος ο Αραρώς και μετά το θάνατο του ποιητή ο γιος παρουσίασε δικά του έργα.
Απ’ ότι αναφέρθηκε βγαίνει εύκολα το συμπέρασμα ότι η ζωή του Αριστοφάνη ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στην υπηρεσία των γραμμάτων και της τέχνης κι ότι εδώ κυρίως εκδηλώθηκε ολόκληρη η δημόσια δράση του. Είναι γνωστό πως έγραψε 44 συνολικά κωμωδίες απ’ τις οποίες αμφισβητούνται τέσσερις: Ποίησις, Ναυαγός, Νήσοι και Νίοβος, τις οποίες πολλοί αποδίδουν στον κωμικό ποιητή Άρχιππο.
Ο Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η ς κ ι η ε π ο χ ή τ ο υ. Οι μεγάλες πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές αλλαγές με τις οποίες συνέπεσε χρονικά η ζωή του Αριστοφάνη, παρουσιάζονται με πολλούς τρόπους στα έργα του. Πήρε μέρος σε όλα αυτά τα γεγονότα και σε όλες αυτές τις αλλαγές. Στρατεύτηκε με πάθος κι έκανε δικά του όλα τα προβλήματα της εποχής του. Απέναντι σ’ όλες τις εξελίξεις που σημειώνονταν στην πόλη της Αθήνας και τον ανησυχούσαν, αυτός εκπροσωπούσε πάντα τη δύναμη της παράδοσης, χωρίς όμως και να φτάνει σε άγονη συντηρητική αντιπολίτευση. Χωρίς να είναι καθόλου εχθρός της δημοκρατίας, αγωνίστηκε εναντίον της φανατικής κομματικής πολιτικής κι εναντίον διαφόρων πολιτικών εκτρωμάτων. Έδινε τις συμβουλές του κάνοντας επίκληση μόνο στον κοινό νου και δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για τα παλιά καλά χρόνια. Είχε μια μεγάλη παρατηρητικότητα που τον έκανε να φτιάξει τους χαρακτήρες των διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων. Τα έργα του καθρεφτίζουν τη ζωή στην Αθήνα σε όλα τα επί μέρους χαρακτηριστικά της, σε ήσυχους αλλά και σε άσχημους καιρούς. (Ένα ανέκδοτο λεει πως όταν ο νεαρός Διονύσιος των Συρακουσών θέλησε να γνωρίσει την αθηναϊκή πολιτεία, ο Πλάτωνας του έστειλε τις κωμωδίες του Αριστοφάνη). Σε καιρούς πολέμου ο Αριστοφάνης προσπάθησε να νουθετήσει καλώντας σε ειρήνη και σε πανελλήνια ενότητα. Μέσα του έκαιγε η φλόγα της αγάπης για την πατρίδα του. Την ευτελή καθημερινή ζωή των συμπολιτών του την ήξερε πολύ καλά. Άλλο τόσο όμως είχε κλείσει μέσα του, με μια πλατιά μόρφωση, το σύνολο του πολιτισμού τους, την τέχνη και τη λογοτεχνία τους. Πολυάριθμα παραθέματα και συχνή κριτική δείχνουν καθαρά ότι ο Αριστοφάνης ήταν απόλυτα κατατοπισμένος στην παλιά και τη σύγχρονη λογοτεχνία. Έκανε έναν μεγάλο αγώνα εναντίον των εκπροσώπων του σοφιστικού διαφωτισμού που οδηγούσε, όπως πίστευε, στη διάλυση και την αποσύνθεση. Θεωρώντας μάλιστα κύριο εκπρόσωπό της τον Σωκράτη έκανε χωρίς δισταγμό επίθεση κι εναντίον του. Ενώ χλεύαζε δηκτικά τη μαντεία κι άλλες τέτοιες θρησκευτικές παραφυάδες, είχε μεγάλο σεβασμό για τη θρησκεία της αττικής υπαίθρου. Παρ΄ όλη την ελευθερία με την οποία αστεϊζόταν σε βάρος των θεών, εν τούτοις η πατρογονική θρησκεία ήταν γι’ αυτόν κάτι το απαραβίαστο. Ακριβώς η μεγάλη ελευθεροστομία του και το εμπαικτικό πάθος του μαρτυράν την ελευθερία πνεύματος που εκπροσωπούσε στην Αθήνα, κάτι που στην πραγματικότητα ήταν το ζωτικό στοιχείο της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας και που ο Αριστοφάνης προσπαθούσε να το διαφυλάξει απ’ τις κάθε είδους βλαβερές, όπως πίστευε, επιδράσεις.
Ο π ο ι η τ ή ς Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η ς. Ο Αριστοφάνης έχτισε πάνω στα θεμέλια που είχαν βάλει οι πρόδρομοί του και κυρίως ο Κρατίνος. Αν οδήγησε τη θεατρική εξέλιξη της κωμωδίας στην κορφή της τελειότητας, όπως πιστεύαν οι αρχαίοι, είναι δύσκολο να το κρίνουμε. Σ’ ορισμένα πράγματα φαίνεται πως τον είχε ξεπεράσει ο Εύπολις, στο δηκτικό όμως πείραγμα το προβάδισμα ανήκε μάλλον στον Κρατίνο. Του Αριστοφάνη η δύναμη βρισκόταν στο κωμικό που προκαλούν οι περιστάσεις και στην ουσιαστική του 
προϋπόθεση, την κατοχή όλων των εκφραστικών, την πλούσια κλίμακα των τόνων του, απ’ την πιο λεπτή έκφραση λυρικών αισθημάτων ως το χοντρό αστείο και το ωμό πείραγμα. Ο Αριστοφάνης ήταν επίσης ο μάστορας της κωμωδίας. Τον παραδοσιακό τύπο της πολιτικής κωμωδίας τον μεταμορφώνει με αξιοθαύμαστη ελευθερία. Εκτός απ’ αυτά που εκθέτουν τα καθημερινά προβλήματα, ο Αριστοφάνης γράφει, αργότερα έργα που μεταθέτουν τη σκηνή τους σε φανταστικές περιοχές και σε παραμυθένιους χώρους. Τα τελευταία του έργα παρουσιάζουν αλλαγές προς την κατεύθυνση της Μέσης Αττικής Κωμωδίας, στην οποία οι υπαινιγμοί στην επικαιρότητα και το προσωπικό πείραγμα παραμεριστήκαν κι υποχωρήσαν. Ο Αριστοφάνης σε όλα τα έργα του εμπνέεται απ’ τη σύγχρονη πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή της Αθήνας, παρουσιάζει με τέτοια ζωηρότητα και καθαρότητα τα ήθη, τους ανθρώπους και τις ιδέες της εποχής του, ώστε να πουν γι’ αυτόν ότι αυτός που δεν έχει διαβάσει τον ακόλαστο αυτόν ευνοούμενο των Χαρίτων, όπως τον χαρακτήρισε ο Γκαίτε, δεν γνωρίζει την Ελλάδα και την Αρχαία Αθήνα. Ο Αριστοφάνης αναδείχτηκε καινοτόμος θεατρικός ποιητής που αποτύπωσε στα έργα του τη σφραγίδα της πρωτοτυπίας και της ιδιομορφίας. Τα έργα των άλλων ποιητών της εποχής του δε σωθήκαν δυστυχώς. Έτσι δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε τον Αριστοφάνη συγκριτικά, το γεγονός όμως ότι το έργο του σώθηκε μετά απ’ την καταστροφή των κωμικών έργων της αρχαιότητας, μαζί με τις κρίσεις των συγχρόνων του, δείχνει την πρωτεύουσα θέση του Αριστοφάνη στο Αρχαίο θέατρο. Ο Πλάτων είχε ξεχωριστή εκτίμηση για τον Αριστοφάνη, γιατί θαύμαζε όχι μόνο τη μαχητικότητά του υπέρ των αριστοκρατικών ιδεών, αλλά και την τέχνη του. Γι’ αυτό όχι μόνο στο Συμπόσιο τον παρουσίασε τιμητικά να μιλάει και να αναπτύσσει τις ιδέες του για τον έρωτα, αλλά του αφιέρωσε κι επιθανάτιο επίγραμμα :
Οι Χάριτες γυρεύοντας ναό ακατάλυτο
βρήκαν την ψυχή του Αριστοφάνη.
Οι μετέπειτα, ανίκανοι να εκτιμήσουν το ποιητικό ύφος του Αριστοφάνη κι από αδιαφορία για την πολιτική, δώσαν τα πρωτεία στον Μένανδρο. Οι σχετικές συζητήσεις για την αξία των δυο ποιητών καταλήξαν στο δοκίμιο του Πλουτάρχου περί συγκρίσεως του Αριστοφάνη και του Μενάνδρου. Οι Αλεξανδρινοί κρίναν πιο δίκαια το έργο του. Σύμφωνα μ’ αυτούς στέκεται δίπλα στον αρχαίο Κρατίνο και τον Εύπολη, όμως είναι ανώτερος απ’ αυτούς : Ούτε γαρ πικρός λίαν, ώσπερ Κρατίνος, ούτε χαρίεις, ώσπερ Εύπολις, αλλ’ έχει και προς αμαρτάνοντας το σφοδρόν του Κρατίνου και το της επιτρεχούσης χάριτος του Ευπόλιδος (Πλάτωνος Περί διαφοράς χαρακτήρων). Τον Αριστοφάνη τον θαυμάζουν επίσης για την ευρηματικότητά του και για τη σκηνική του τεχνική κι ακόμα θεωρήθηκε ως μεθοδεύσας τεχνικώτερον την Αρχαία Κωμωδία, η οποία πριν απ’ τον Αριστοφάνη ήταν αδιαμόρφωτη κι υποτυπώδης. Γενικά οι μεταγενέστεροι, αν και σπουδάζαν τον Αριστοφάνη περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή, μετά τον Όμηρο, τον βρίσκαν πολύ πικρό, εριστικό και βίαιο. Η περίεργη αυτή κριτική του Πλουτάρχου (Αριστοφάνους και Μενάνδρου Επιτομή), όπου ο Αριστοφάνης θεωρείται ούτε τοις πολλοίς αρεστός ούτε τοις φρονίμοις ανεκτός, δείχνει τη διαφορά και την αντίθεση των αντιλήψεων των μεταγενέστερων για τον Αριστοφάνη, ο οποίος σήμερα έχει τη δύναμη να συγκινήσει όσο κι ο Όμηρος κι ο Αισχύλος κι ο Θεόκριτος και να κινήσει αμέσως το ενδιαφέρον και την αγάπη σχεδόν οποιουδήποτε αγνώστου του, όπως είπε ένας σύγχρονος Άγγλος μελετητής του.
Η γ λ ώ σ σ α τ ο υ π ο ι η τ ή. Η γλώσσα του Αριστοφάνη είναι καθαρή αττική, όπως μιλιόταν στην αγορά, στην εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια, όπως απόδειξε ο σύγχρονος Έλληνας φιλόλογος Ιωάννης Καλλιτσουνάκης που τη μελέτησε τονίζοντας ότι από κανέναν ίσως συγγραφέα δε μπορούμε να σχηματίσουμε τέτοια ζωηρή εικόνα της γλώσσας που μιλιόταν στην Αθήνα με τις διάφορες ποικιλίες της, όσο στον Αριστοφάνη. Αυτή την Αττική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής τη μιλούσαν οι Αθηναίοι κι οι δούλοι. Οι γλώσσα του όχλου δεν είχε βέβαια θέση σ’ ένα λογοτεχνικό καλλιτέχνημα, γι’ αυτό πολύ σπάνια ξεφεύγαν στον ποιητή λέξεις του όχλου κι ως επί το πλείστον αισχρολογίες ή λέξεις του αγροτικού πληθυσμού, π.χ. επιφωνήματα, κατάρες, επιτακτικά με το αχώριστο προθεματικό μόριο με επιτακτική δύναμη λα- (λακαταπύγων, λακατάρατος), επίσης λέξεις και φράσεις από άλλες διαλέκτους, πολλά υποκοριστικά σε -ίδιον -ίσκος και πάρα πολλά άλλα στοιχεία του λαού που τα χρησιμοποιούσε για την πιο ζωηρή και κωμική παράσταση αυτών που λέγονταν, μέχρι που παράλειπε ακόμα την αύξηση σ’ ορισμένες περιπτώσεις που χρησιμοποιούσε παρατατικό. Έτσι η γλώσσα του ποιητή ήταν τέλειο υπόδειγμα της αττικής καθομιλουμένης. Μιμητής του Ευριπίδη ο Αριστοφάνης έβαλε στην κωμική του ποίηση τα πιο ζωντανά στοιχεία.
Ο Αριστοφάνης στα χορικά του που είναι μελωδικά και γεμάτα από ποιητική έξαρση μπορεί να συγκριθεί με τους μεγαλύτερους λυρικούς της αρχαιότητας. Ο ποιητής στη μετρική και στιχουργική του δημιουργεί εξαίρετες και πρωτότυπες μορφές από αναπαιστικά, τροχαϊκά κ’ ιαμβικά τετράμετρα, αν και τα λυρικά του παρουσιάζονται 
πολλές φορές ακατέργαστα. Θαυμάζεται επίσης ο φυσικός και ζωντανός διάλογός του, ο οποίος είναι πάντα αφάνταστα έξυπνος με ανεξάντλητο κωμικό πνεύμα. Είπαν για τον Αριστοφάνη ότι το κύριο χαρακτηριστικό του σαν ποιητή είναι ο συνδυασμός της κωμικότητάς του απ’ τη μια μεριά και της λεπτότατης ποίησής του απ’ την άλλη.
Ο ι ι δ έ ε ς τ ο υ Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η. Οι αριστοκρατικές ιδέες του Αριστοφάνη που τον φέραν πιο κοντά στον Πλάτωνα και πιο μακριά απ’ την εποχή του και την πλειονότητα των συγχρόνων του, παρουσιάζονται είτε σαν θέσεις, είτε σαν κηρύγματα σ’ όλα τα έργα του και καθορίζουν αμετάκλητα όλη του τη δράση και την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία. Ο Αριστοφάνης είναι αντιπρόσωπος κι ερμηνευτής των ιδεών της ολιγαρχικής μερίδας των μεγαλοκτημόνων της Αθήνας, οι οποίοι δε θέλαν τους νεωτερισμούς κι ήσαν αντίθετοι στις νέες ιδέες, την οχλοκρατία και τις δημοκρατικές ελευθερίες, με τις οποίες, όπως πιστευόταν, γίναν πανίσχυροι οι πρώην μικροτέχνες και καλλιεργήσαν τη δημαγωγία, τη λογοκρατία, τη σοφιστική και τα ελευθεριάζοντα ήθη και το χειρότερο οδηγήσαν την Αθήνα σ’ έναν μακρόχρονο πόλεμο που έφερε την πόλη κι όλη την Ελλάδα στη φθορά και την εξάντληση, τον Πελοποννησιακό. Ο Αριστοφάνης με τον αγώνα του κατά των δημαγωγών κάθε μορφής και κατά των σοφιστών ήταν κήρυκας της ειρήνης, της οποίας η ιδέα δέσποζε σ’ όλο το έργο του. Η παλινόρθωση όμως της ολιγαρχίας με τη μορφή τυραννίας διάψευσε τις ελπίδες του Αριστοφάνη και τον ανάγκασε να αποσυρθεί απ’ τη δράση και να αναζητήσει, όπως ο Πλάτων, την ιδεατή πολιτεία προσπαθώντας να δώσει λύση στα δύσκολα προβλήματα που απασχολούσαν τον ποιητή. Έτσι αυτή την εποχή ο Αριστοφάνης έγραψε τους Βατράχους, όπου παρουσιάζεται δικαιωμένη η μορφή του Ευριπίδη, αν και στο πρόσωπο του Αισχύλου ο Αριστοφάνης αναπνέει τον αέρα των παλαιών μαραθωνομάχων και της παλιάς κοινωνίας, της οποίας ήταν νοσταλγός κι υμνητής. Ο Αριστοφάνης ξεπέρασε σε επιτυχία και σε νίκες, όσο βέβαια μας επιτρέπει η παράδοση να ξέρουμε, όλους τους άλλους κωμικούς ποιητές. Ο Πλάτωνας τον βάζει ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες στο Συμπόσιό του. Σύμφωνα με την κρίση των μεταγενέστερων, στους οποίους οι πολιτικές προϋποθέσεις του 5ου π.Χ. αιώνα γρήγορα είχαν γίνει ξένες, ο Μένανδρος δεν άργησε να γίνει ο πιο δημοφιλής συγγραφέας. Ο Αριστοφάνης έγινε πάντως, μαζί με τον Εύπολη και τον Κρατίνο ο κλασικός της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας (Οράτιος Sat. Ι 4,1). Τα έργα του που μετά τον θάνατό του δεν ανεβαίναν πια στη σκηνή, τα συγκεντρώσαν οι Αλεξανδρινοί λόγιοι. Ο Λυκόφρων απ’ τη Χαλκίδα κι ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος φροντίσαν να κάνουν επιμελημένες εκδόσεις, στις οποίες περιέχονταν τότε 44 έργα (4 απ’ αυτά νόθα). Η παράδοση των 11 έργων του που μας σωθήκαν ανάγεται στο γλωσσικό ενδιαφέρον των αττικιστών γραμματικών. Μεταξύ των εργασιών τους το προβάδισμα το έχουν τα υπομνήματα του Δύδιμου απ’ την Αλεξάνδρεια (1ος π.Χ. αιώνας) και του Σύμμαχου (περίπου 100 μ.Χ.). Τα έργα του Αριστοφάνη στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ανήκαν στα σχολικά αναγνώσματα. Βυζαντινοί φιλόλογοι, κυρίως τον 9ο αιώνα, διασφαλίσαν τη διάσωση των κειμένων. Πόσο δημοφιλής ήταν ο ποιητής το δείχνουν τα 230 χειρόγραφα που σώσαν το έργο του. Το καλύτερο ανάμεσά τους (Ravennas 137, του 10ου/11ου αιώνα) περιέχει και τα 11 γνωστά μας έργα (Editio princeps: Βενετία 1948).
Τ ο έ ρ γ ο τ ο υ Α ρ ι σ τ ο φ ά ν η. Το πιο παλιό απ’ τα σωσμένα έργα του Αριστοφάνη είναι οι Αχαρνής. Με το έργο αυτό ο Αριστοφάνης νίκησε το 425 π.Χ. τον Κρατίνο και τον Εύπολη. Η νοσταλγία που αισθάνεται για την ειρήνη ο λαός που είναι κλεισμένος μέσα στα τείχη της Αθήνας πρόσφερε στον Αριστοφάνη, εδώ για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να εκφραστεί για το θέμα αυτό. Ο χωρικός Δικαιόπολης, ένας δίκαιος πολίτης, εκπροσωπεί την κούραση των Αθηναίων απ’ τον πόλεμο. Μέσα στην απελπισία του ο καλός ανθρωπάκος κλείνει ιδιωτική ειρήνη με τους Πελοποννήσιους κι έτσι μετά απ’ αυτό μπορεί ν’ ανοίξει μια υπαίθρια αγορά και κοροϊδεύει τους κακομοίρηδες που κάνουν πόλεμο. Αυτούς που στην αρχή ήσαν φιλοπόλεμοι, οι καρβουνιάρηδες απ’ το χωριό Αχαρνές, κατάφερε (εδώ έχουμε παρωδία του Ευριπίδη) να τους μεταπείσει με πολύ κόπο υπέρ της ειρήνης, ενώ στην παράβαση λογαριάζεται με τον πολιτικό Κλέωνα (το μέρος αυτό των κωμωδιών ο Αριστοφάνης το χρησιμοποιεί συχνά, για να παρουσιάσει τις δικές του προσωπικές θέσεις κι επιθυμίες). Το έργο κλείνει με μια γεμάτη από αυταπάτες γιορτή ειρήνης.
Με τους Ιππής του ο Αριστοφάνης έδωσε στα 424 π.Χ. το μεγάλο χτύπημα στον Κλέωνα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ευπρόσδεκτη υποστήριξη εναντίον της πολιτικής του Κλέωνα ο Αριστοφάνης αναζήτησε και βρήκε κυρίως στη συντηρητική τάξη των ιππέων. Τον Κλέωνα τον ενσαρκώνει ένας βάρβαρος δούλος που με τις δωροδοκίες του και με την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού έχει κερδίσει μια ολέθρια επιρροή πάνω στον γερομαραζωμένο αφέντη του (που έχει το όνομα Δήμος) και τυραννάει έτσι τους άλλους δούλους. Για σωτηρία επιστρατεύεται ένας αλλαντοπώλης που επισκιάζει σε αχρειότητα τον επικεφαλής των δούλων. Αυτός λοιπόν πραγματοποιεί το θαύμα, να διώξει απ’ τη μέση τον μισητό. Στο τέλος με μια θαυματουργική θεραπεία ο αφέντης Δήμος ξαναγίνεται νέος και παρουσιάζεται με την παλιά του δύναμη και φρεσκάδα. Η επιτυχία του έργου αυτού 
στο κοινό (ο Αριστοφάνης κέρδισε το πρώτο βραβείο κι ήταν το πρώτο έργο που ανέβασε ο ίδιος στη σκηνή) δεν εμπόδισε την επανεκλογή του Κλέωνα στο αξίωμα του στρατηγού. Ο Αριστοφάνης εξακολούθησε να καταδιώκει τον αντίπαλό του.
Με τις Νεφέλες (σύννεφα) ο Αριστοφάνης κέρδισε μόνο την Τρίτη θέση (το κείμενο που έχουμε είναι μια διασκευασμένη μορφή του έργου που παίχτηκε τότε). Με το έργο αυτό ο Αριστοφάνης στράφηκε στο χώρο της παιδείας κι έκανε στο πρόσωπο του Σωκράτη μια επίθεση εναντίον της σοφιστικής κίνησης στο σύνολό της. Ο Χορός των νεφελών εκπροσωπεί τους προστάτες θεούς ενός φανταστικού κόσμου του πνεύματος και της σκέψης, μέσα στον οποίο κινείται ο Σωκράτης με τους νεαρούς μαθητές του. Ένας γέρος χωρικός θέλει να μπει σ’ αυτόν τον κόσμο, για να μάθει την τέχνη να διαστρέφει το δίκαιο. Επειδή ο ίδιος αποτυχαίνει στην προσπάθειά του, πρέπει να ρθει στη διδασκαλία ο γιος του Φειδιππίδης. Για χάρη του οργανώνεται ένας μεγάλος επιδεικτικός διάλογος. Στο μεταξύ ο νεαρός μαθαίνει τόσο γρήγορα, ώστε αμέσως δοκιμάζει τις μόλις αποκτημένες γνώσεις του πάνω στον ίδιο τον πατέρα του, οπότε ο εξοργισμένος πατέρας ορμάει στο φροντιστήριο του Σωκράτη και του βάζει φωτιά. Ο Αριστοφάνης έστρεψε χωρίς κανέναν δισταγμό εναντίον του Σωκράτη την επίθεση που προόριζε για το σοφιστικό κίνημα, προφανώς επειδή η πλειονότητα των Αθηναίων πολιτών θεωρούσε στην πραγματικότητα τον Σωκράτη αρχισοφιστή. Η Απολογία του Πλάτωνα (19 b) δείχνει την αποφασιστική επίδραση που άσκησε το έργο του Αριστοφάνη στην διαμόρφωση της εικόνας που είχαν μέσα τους για τον Σωκράτη οι σύγχρονοί του Αθηναίοι. Φυσικά ό,τι εδώ πέρασε πάνω απ’ τη σκηνή σαν παρωδία και χωρατό του τύπου της κωμωδίας 25 χρόνια αργότερα, μέσα σε εντελώς διαφορετικές πολιτικές περιστάσεις, έγινε εξοντωτικό για τον Σωκράτη.
Με την κωμωδία του που είχε τον τίτλο Σφήκες ο Αριστοφάνης κέρδισε στα 422 π.Χ. το δεύτερο βραβείο. Το έργο είναι μια διακωμώδηση των αθηναϊκών δικαστηρίων, καθώς και της ξιπασιάς και του φανατισμού των ενόρκων. Ο σφήκες με το μακρύ τους κεντρί ενσαρκώνουν το σώμα των δικαστών. Αυτή τη φορά η συμπάθεια του Αριστοφάνη είναι με το μέρος του γιου που θέλει ν’ απομακρύνει τον πατέρα του απ’ τη δικομανία. Η προσπάθεια όμως δεν πετυχαίνει, γιατί ο πατέρας, αντί για χρηστός πολίτης μεταβάλλεται ξαφνικά σ’ έναν ζωηρό και κεφάτο γλεντζέ που οργανώνει μια μεγάλη γιορτή, με την οποία τελειώνει το έργο.
Η Ειρήνη (421 π.Χ. δεύτερο βραβείο) δείχνει το θέμα της το κάνει γνωστό με τον τίτλο της. Πρόκειται για την απελευθέρωση της θεάς Ειρήνης που τη φυλάκισε ο Πόλεμος. Τ’ ανδραγάθημα αυτό το πετυχαίνει ο χωρικός Τρυγαίος που ανεβαίνει στον ουρανό καβάλα σ’ ένα πελώριο σκαθάρι (παρωδία του μύθου Βελλεροφόντη – Πήγασου). Στο τέλος γίνεται μια χαρούμενη γιορτή όπου περιπαίζονται οι οπαδοί του πολέμου. Για την παράσταση του έργου χρειάζονταν δυο επίπεδα, μπροστά και πάνω στο κτίριο της σκηνής.
Στους Όρνιθες (πουλιά, 414 π.Χ., δεύτερο βραβείο) κυριαρχούν το φανταστικό κι η ουτοπία. Θέμα τους είναι η φυγή του βασανισμένου κι ειρηνόφιλου ανθρώπου για ένα όλο αέρα και φρεσκάδα φανταστικό βασίλειο, στο οποίο πρέπει να επικρατεί παραμυθένια ειρήνη. Δυο καλοί πολίτες φεύγουν απ’ τον τόπο τους κ’ ιδρύουν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη την Νεφελοκοκκυγία (κατοικία των κούκων στα σύννεφα), όπου βασιλεύουν τα πουλιά. Όμως σε λίγο βρίσκονται εκεί κι άλλοι άνθρωποι που θέλουν να πάρουν μέρος στην ίδρυση της νέας πόλης. Έτσι ο Αριστοφάνης έχει την ευκαιρία να φέρει πάνω στη σκηνή μια ολόκληρη σειρά από θαυμάσιους τύπους που ο καλύτερος εκπρόσωπός τους είναι ένας ποιητής που θα ήθελε να μεταμορφωθεί σ’ αηδόνι. Σε λίγο αναγγέλλεται και μια πρεσβεία των θεών. Το έργο τελειώνει με τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στους θεούς και τα πουλιά κι ακόμα δε λείπει ένας γάμος που ιδίως στους Χορούς των πουλιών έχει μεγάλη ποιητική ομορφιά και δείχνει τις ικανότητες του Αριστοφάνη στη μουσική και τη μετρική.
Το έτος 411 π.Χ. ο Αριστοφάνης παρουσίασε δυο κωμωδίες με συγγενικό θέμα: Οι Θεσμοφοριάζουσες (οι γυναίκες που γιορτάζουν στα Θεσμοφόρια) προσπαθούν να πείσουν για μια κοινή στάση εναντίον του Ευριπίδη, επειδή τις έχει προσβάλει στα έργα του παρουσιάζοντας τις γυναικείες αδυναμίες τους. Η απόπειρα ναι μεν προδίδεται, αλλά πραγματοποιείται μ’ επιτυχία. Στο τέλος μόλις και μετά βίας ο καταδιωκόμενος το σκάζει με πονηριά. Το έργο οφείλει τη γοητεία του στην παρωδία αρκετών τραγωδιών του Ευριπίδη, κάτι που δείχνει πόση οικειότητα πρέπει να είχαν, όχι μόνο ο Αριστοφάνης, αλλά και το κοινό του, με τα έργα αυτού του ποιητή.
Η Λυσιστράτη, επίσης του 411 π.Χ. είναι κι αυτή μια συνωμοσία γυναικών, μόνο που αυτή τη φορά η συνωμοσία τους υπηρετεί πολιτικούς σκοπούς, τον τερματισμό του πολέμου και το όραμα μιας πανελλήνιας ειρήνης. Για να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους, οι γυναίκες αποφασίζουν ν’ αρνιούνται να δίνονται στους άντρες τους για όσο διάστημα χρειαστεί, ώσπου αυτοί να υποταχτούν στο σχέδιό τους. Η Λυσιστράτη είναι επικεφαλής ενός Χορού γυναικών που απέναντί του βρίσκεται ένας Χορός Αθηναίων γερόντων. Μετά από έναν άγριο αγώνα για την Ακρόπολη που την κατέχουν οι γυναίκες, 
πετυχαίνεται ο συμβιβασμός κι η συμφιλίωση. Με τις Αθηναίες συμμαχήσαν ακόμα κι οι Σπαρτιάτισσες που το ίδιο ταλαιπωρούσαν κι αυτές τους άντρες τους. Στην πραγματικότητα με το έργο αυτό ο Αριστοφάνης, απηύθυνε σοβαρές προειδοποιήσεις και συμβουλές στα αδερφικά ελληνικά φύλα που είχαν φτάσει σε τέτοια έχθρα μεταξύ τους.
Στους Βατράχους του (405 π.Χ., πρώτο βραβείο) ο Αριστοφάνης, πιάνει το παλιό θέμα της καταβάσεως (στον Άδη). Ο ίδιος ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου, θέλει να κατέβει στον Κάτω κόσμο, για να φέρει από κει, τώρα που έχουν πεθάνει ο Σοφοκλής κι ο Ευριπίδης, έναν ποιητή στην ορφανεμένη πια, όπως ο ίδιος πίστευε, αθηναϊκή ορχήστρα. Ο ποιητής στο πρώτο μέρος του έργου ασχολείται πολύ με την περιγραφή του ταξιδιού στον Άδη (ο Χορός των βατράχων κοάζει στη λίμνη του Κάτω κόσμου), ενώ το δεύτερο μέρος του έργου είναι ένας μεγάλος αγώνας λόγων ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Στο τέλος αυτού του αγώνα ο Διόνυσος,, ο δικαστής που εκπροσωπεί το κοινό, αποφασίζει να φέρει μαζί του στον Επάνω κόσμο τον Αισχύλο, τον ποιητή που χρειάζεται η Αθήνα για να μπορέσει να ξεπεράσει τα μεγάλα της προβλήματα, αφού οι ποιητές μετριούνται με μέτρο την αξία τους στο θέμα της γενικότερης αγωγής, στο θέμα της ωφέλειας που προσφέρουν στην κοινότητα. Ο αγώνας λόγων, με τις πλούσιες σε αντιθέσεις παρωδίες που δείχνουν τον πλούτο των γνώσεων του ποιητή, προσβάλλει τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά των δυο μεγάλων τραγικών ποιητών.
Κατά πάσα πιθανότητα το 392 π.Χ. ο Αριστοφάνης ανέβασε στη σκηνή της Εκκλησιάζουσες Σ’ αυτή τη συνέλευση γυναικών γίνεται πάλι μια συνωμοσία των γυναικών εκείνων που θέλουν να δώσουν ένα τέλος στην αντρική διοίκηση και να πάρουν οι ίδιες την εξουσία. Ό,τι έγινε με τη Λυσιστράτη με αφορμή τη δυσάρεστη κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, επαναλαμβάνεται τώρα εδώ με στόχο τη συνολική ανατροπή μ’ ένα κοινωνικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που περιέχει μια κοινοκτημοσύνη αγαθών. Επειδή όμως στο σχέδιο μπλέκεται και μια κοινοκτημοσύνη γυναικών, το σχέδιο πάει στραβά. Η κεντρική ιδέα του έργου έχει μεγάλη ομοιότητα με την Πολιτεία του Πλάτωνα που γράφτηκε είκοσι χρόνια αργότερα.
Το τελευταίο απ’ τα έργα που μας έχουν σωθεί, ο Πλούτος (388 π.Χ.), αποτελεί ένα πέρασμα προς τη Μέση Αττική Κωμωδία. Ο Πλούτος είναι τυφλός κι ο πλούτος είναι μοιρασμένος λάθος στον κόσμο. Όταν μ’ ένα θαύμα ο Πλούτος ξαναβρίσκει το φως του, τα γενικά σχέδια δεν πραγματοποιούνται καθόλου, γιατί η φτώχεια είναι μια ευεργετική κινητήρια δύναμη του ανθρώπου κι οι κοινωνικές αυταπάτες σκάζουν σαν σαπουνόφουσκες.
Με τα δυο τελευταία .έργα του ο Αριστοφάνης παραιτήθηκε απ’ την επίκαιρη πολιτική (το 404 π.Χ. η Αθήνα της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας δεν υπήρχε πια). Τη θέση της πολιτικής την πήρε στα δυο αυτά έργα η εξέταση του κοινωνικού προβλήματος. Εξωτερικά σημάδια της αλλαγής είναι η παράλειψη της παράβασης κι η υποχώρηση του Χορού σ’ έναν ρόλο μέτριο.
Τα έργα του Αριστοφάνη είχαν αρχίσει τη ζωή τους με την πολιτική, με το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, με το προσωπικό πείραγμα. Οι Διαιταλής (γλεντζέδες) που ανεβήκαν στη σκηνή το 427 π.Χ. ήσαν το πρώτο έργο που έβαλε το όνομά του. Σ’ αυτό το έργο ο Αριστοφάνης έθιγε το πρόβλημα της παιδείας παρουσιασμένο στο πρόσωπο δυο διαφορετικών μεταξύ τους αδερφών. Με τους Βαβυλωνίους (426; π.Χ.) στόχεψε το κέντρο της πολιτικής κι είχαν σαν θέμα τη θέση των Αθηναίων με τους συμμάχους τους. Την ίδια γραμμή ακολουθήσαν : Αχαρνής 425 π.Χ), Ιππής (424 π.Χ.), Σφήκες (422 π.Χ.), ένα έργο με τον τίτλο Ολκάδες ( φορτηγά πλοία, 422; π.Χ.), θέματα σχετικά με την ειρήνη: Ειρήνη (421 π.Χ.), Όρνιθες (424 π.Χ.), Θεσμοφοριάζουσαι και Λυσιστράτη (411 π.Χ.). Με την αλλαγή της κατάστασης ο Αριστοφάνης αφοσιώνεται στα κοινωνικά προβλήματα: Εκκλησιαζουσαι (392 π.Χ.), και Πλούτος (388 π.Χ.) με τον οποίο διαγωνίστηκε τον Άδμητο του Αριστομένη. Στα έργα του Ταγηνισταί (κοιλιόδουλοι) και Τριφάλης ασχολείται με την εκκεντρική ζωή του Αλκιβιάδη. Μεγάλη δεξιοτεχνία ανάπτυξε ο Αριστοφάνης στον τομέα της παρωδίας και κυρίως εναντίον της μοντέρνας ποίησης: Προάγων (422 π.Χ. παρωδία τραγωδιών), Ανάγυρος (παρωδία του Ευριπίδη), Γηρυτάδης (κριτική συγχρόνων ποιητών), Βάτραχοι (405 π.Χ). Λίγα πράγματα ξέρουμε για τα έργα του Ώραι, Γεωργοί, Σκηνάς καταλαμβάνουσαι (Γυναίκες κατά την παράσταση) και Πελαργοί. Στον Αριστοφάνη επίσης αποδίδεται και το έργο του Εύνικου Πόλεις. Συχνά ο ποιητής έπαιρνε τα θέματά του απ’ τους μύθους και μάλιστα συχνά με τη μορφή της παρωδίας των μύθων: Κένταυρος, Δαίδαλος, Δαναΐδες, Πολύιδος, Λήμνιαι, Φοίνισσαι, Αμφιάραος, Νίοβος, Γήρας, Ήρωες, Τελμησσής. Ο Κώκαλος κι ο Αιολοσίκων που ανέβασε στη σκηνή το 387 π.Χ. ο γιος του Αραρώς, κλείνουν τη μεγάλη σειρά των έργων του Αριστοφάνη.
Η ευρωπαϊκή κωμωδία δεν ακολούθησε βέβαια τoν Αριστοφάνη αλλά τον Μένανδρο κι οι πολυάριθμοι υπαινιγμοί σε περιστάσεις και πρόσωπα της εποχής και μαζί τα παραθέματα κι οι παρωδίες, δεν είναι πια δυνατό να γίνουν καταληπτά χωρίς πρόσθετες εξηγήσεις. Ωστόσο πολλά απ’ τα έργα αυτά και πολλά απ’ τα θέματά τους εξακολουθήσαν, για πολύν καιρό, ν’ ασκούν την επίδρασή τους. Η δυτική Ευρώπη στην 
αρχή γνώρισε μόνο λατινικές μεταφράσεις (Βενετία 1538, Βασιλεία 1542 και 1552). Ο Έρασμος σύστηνε τα έργα για ανάγνωση. Ο Hans Sachs διασκεύασε το 1531 τον Πλούτο που προκάλεσε ξεχωριστό ενδιαφέρον λόγω του κοινωνικού θέματός του (γαλλ. μετάφραση απ’ τον P. Ronsard το 1545, αγγλ. διασκευή απ’ τονBen Jonson - The staple of News - το 1625). Ο Racine τους Σφήκες (Les Plaideurs, το 1668). Στον 18ο αιώνα κάναν την εμφάνισή τους γερμανικές μεταφράσεις (σε πεζό λόγο) διαφόρων έργων που ο σκωπτικός και σατιρικός χαρακτήρας τους βρήκε μεγάλη ανταπόκριση. Προς την ίδια κατεύθυνση ο Goethe έκανε στα 1780 μια ελεύθερη διασκευή (σε πεζό λόγο) των Ορνίθων (Αριστοφάνης, ο άγνωστος αγαπημένος των Χαρίτων), ενώ ο Wieland διασκεύασε μερικά έργα σε στίχους. Μετά το 1830 και το 1848 ο Αριστοφάνης ξανάρθε στο προσκήνιο σαν πολιτικός ποιητής. Οι συνολικές μεταφράσεις των J. G. Droysen (1835-1838) και L. Seeger (1845-48) βοηθήσαν σ’ αυτό. Από τότε τα έργα του Αριστοφάνη παίζονται κυρίως σε διασκευές, στις οποίες οι ακατάληπτοι υπαινιγμοί απαλείφονται ή μπαίνουν άλλοι στη θέση τους κι η αρχική χοντροκοπιά της γλώσσας και της γενικότερης σκηνικής παρουσίας μετριάζεται. Καινούργιες προσπάθειες με τάσεις επικαιροποίησης: Ειρήνη, διασκευασμένη το 1917 απ’ τον L. Feuchtwanger και το 1953 απ’ τον P. Hacks.
Με το θάνατο του Αριστοφάνη, τελειώνει η πρώτη περίοδος της Κωμωδίας που λέγεται Αρχαία και κράτησε απ’ την 80η-94η Ολυμπιάδα (458-404 π.Χ.), κι ανάδειξε 41 ποιητές απ’ τους οποίους οι 14 υπήρξαν πριν τον Αριστοφάνη κι έδωσε σε σύνολο 365 Κωμωδίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου