Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΣΟΦΟΚΛΗΣ




Μεγάλος τραγικός ποιητής του 5ου π.Χ. αιώνα. Είχε την προσωνυμία Δεξίων που σημαίνει ο δεξάμενος τον θεόν. Ο Σοφοκλής είχε γράψει παιάνα στον Ασκληπιό για να 81
σταματήσει ο λοιμός κι ο θεός τον επισκέφθηκε στο σπίτι του. Οι Αθηναίοι χτίσαν ηρώον Δεξίωνος, όπου προσφέραν κάθε χρόνο θυσίες.
Η ζ ω ή τ ο υ π ο ι η τ ή. Ο Σοφοκλής ήταν γνήσιος Αθηναίος απ’ την Αιγηίδα φυλή. Γεννήθηκε το 497-495 π.Χ. στον αττικό δήμο του Ιππείου Κολωνού που τον απαθανάτισε με το δράμα του Οιδίπους επί Κολωνώ. Τον καιρό εκείνο κυριαρχούσαν στο θέατρο ο Χοιρίλος, ο Πρατίνας κι ο Φρύνιχος ενώ άρχιζε τη θεατρική του σταδιοδρομία ο Αισχύλος. Ο πατέρας του λεγόταν Σόφιλλος και σύμφωνα με τον συγγραφέα Αριστόξενο ήταν τέκτων ή χαλκεύς, ενώ κατά τον Ίστρο μαχαιροποιός. Κάτι τέτοιο όμως απ’ το συσχετισμό όλων των στοιχείων των πηγών, φαίνεται πως δεν μπορεί να θεωρηθή
απόλυτα βέβαιο. Αντίθετα με βάση αυτά τα στοιχεία πρέπει να θεωρηθεί σαν πιο σίγουρη η άποψη που υποστηρίζει ο Βίος, σύμφωνα με την οποίαν ο πατέρας του ποιητή χρησιμοποιούσε στην επιχείρησή του δούλους εργάτες, τέκτονες ή χαλκείς, χωρίς να είναι ο ίδιος εργάτης, γιατί αν ήταν κάτι τέτοιο αλήθεια δε θα μπορούσε ο γιος του να φτάσει στα ύπατα αξιώματα της Πολιτείας σαν ισότιμος μ’ εκείνους που προέρχονταν απ’ την τάξη των ευγενών, όπως ο Περικλής κι ο Νικίας με τους οποίους συστρατήγησε. Μ’ αυτήν την άποψη συμφωνεί κι ο Πλίνιος που βεβαιώνει ότι ο Σοφοκλής καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια.
Ο Σοφοκλής παντρεύτηκε τη Νικοστράτη και μαζί της έκανε έναν γιο, τον Ιοφώντα που κι αυτός έγινε τραγικός ποιητής. Άλλη μια γυναίκα με την οποία συζούσε ο Σοφοκλής ήταν η Θεωρίς απ’ τη Σικυώνα. Ο Αθήναιος κι ο Ησύχιος λένε ότι η Θεωρίς δεν ήταν νόμιμη γυναίκα του ποιητή αλλ’ ερωμένη του. Απ’ αυτήν έκανε ένα γιο, τον Αρίστωνα που κι αυτός έγινε τραγικός ποιητής. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ηγήσανδρο, ο Σοφοκλής σε πολύ μεγάλη ηλικία αγάπησε την εταίρα Αρχίππη και μάλιστα την όρισε κληρονόμο του μετά το θάνατό του. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται από καμιά άλλη πηγή και δε φαίνεται ν’ ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η Σούδα αναφέρει ότι ο Σοφοκλής έκανε εν όλω 5 γιους, τον Ιοφώντα, τον Λεωσθένη, τον Αρίστωνα, τον Στέφανο και τον Μενεκλείδη.
Όταν ήταν νέος διακρινόταν για την ομορφιά του και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Βίο, όταν οι Αθηναίοι πανηγυρίζαν τη νίκη της Σαλαμίνας, ο Σοφοκλής μετά λύρας, γυμνός αληλιμμένος τοις παιανίζουσι των επινικίων εξήρχε. Επίσης όταν αργότερα ανέβασε στο θέατρο τα έργα του Θαμύρας και Ναυσικάα κι υποδιόταν ο ίδιος τον Θαμύρα να παίζει κιθάρα και να διαγωνίζεται προς τις Μούσες και τη Ναυσικά να παίζει τη σφαίρα με τις φίλες της τον θαυμάσαν όλοι οι Αθηναίοι για τη χάρη και την ομορφιά του. Μάλιστα λένε πως ο περίφημος ζωγράφος Πολύγνωτος τον ζωγράφισε σαν Θαμύρα να παίζει κιθάρα.
Ο Σοφοκλής είχε μεγάλη μόρφωση. Μουσική διδάχτηκε τόσο καλά απ’ τον μεγάλο μουσικό Λάμπρο, ώστε μελοποιούσε ο ίδιος τα χορικά και τα’ άλλα μελικά μέρη των τραγωδιών του, ενώ την τραγική τέχνη την έμαθε απ’ τις τραγωδίες του Αισχύλου. Στο Αθηναϊκό κοινό παρουσιάστηκε σαν τραγικός ποιητής το 468 π.Χ. σε ηλικία 28 ετών, όταν άρχοντας ήταν ο Αμφίων, με την τραγωδία του Τριπτόλεμος. Στον πρώτο αυτόν αγώνα του νίκησε τον Αισχύλο που είχε επιβληθεί στους Αθηναίους σαν ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής της εποχής του και κατάπληξε την Αθήνα με τη μεγάλη δραματική του ιδιοφυΐα. Κριτές στον αγώνα αυτόν ήσαν ο Κίμων κι άλλοι συστρατηγοί του που πριν από λίγο είχαν γυρίσει θριαμβευτές και δαφνοστεφανωμένοι απ’ τους πολέμους κατά των βαρβάρων. Ο Κίμων θαύμαζε τον Αισχύλο, όμως παρά τον θαυμασμό του και τη συμπάθεια που του είχε αναγνώρισε την υπεροχή της τραγωδίας του Σοφοκλή και του πρόσφερε το πρώτο βραβείο. Από επιγραφή φαίνεται ότι ο Σοφοκλής χρημάτισε πρόεδρος των Ελληνοταμιών. Το 443-442 π.Χ. του έγινε η τιμή να συστρατηγήσει με τον Περικλή στον πόλεμο κατά των Σαμίων κι αυτό εξ αιτίας της θριαμβευτικής παράστασης της Αντιγόνης του. Το 440 π.Χ., τον καιρό που ο Περικλής νικούσε τους Σαμίους σε ναυμαχία κοντά στο νησί Τραγία, ο Σοφοκλής ήταν στρατηγός στη Λέσβο. Αμέσως μετά το τέλος του Σαμιακού πολέμου, διαγωνίστηκε με τον Ευριπίδη και νίκησε κερδίζοντας πρώτη νίκη. Το 409 π.Χ. κέρδισε πάλι πρώτη νίκη με τον Φιλοκτήτη. Στους δραματικούς αγώνες είχε πολύ περισσότερες νίκες απ’ τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη γιατί 18 ή 20 φορές ήρθε πρώτος, πολλές άλλες φορές δεύτερος και ποτέ τρίτος.
Την ιδιωτική ζωή του Σοφοκλή την χαρακτήριζε η βασική αρχή της ζωής των μεγάλων πνευματικών προσωπικοτήτων της αρχαίας Ελλάδας, όπου η πνευματική κι ηθική ζωή τους έπρεπε να είναι σε απόλυτη αρμονία. Τα κύρια χαρακτηριστικά που διακρίναν τη ζωή του και το πνευματικό έργο του ήταν ο λόγος, το μέτρο, η αρμονία, η σεμνότητα, η επιβολή του πνέυματος στη φύση, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο ανθρωπισμός κι η αξιοπρέπεια. Τη σχέση του με τους συνανθρώπους του τις χαρακτήριζε η απλότητα, η ειλικρίνεια κι η εγκαρδιότητα. Ήταν τύπος ευχάριστος, κοινωνικός, εύθυμος και παιδιώδης παρ’ οίνον και δεξιός. Ο ανώνυμος βιογράφος του χαρακτηρίζει το ήθος του λέγοντας: και απλώς, ως έστιν ειπείν, του ήθους τοσαύτη γέγονε χάρις, ώστε πάντη και προς απάντων αυτόν στέργεσθαι. Μέσα στο ίδιο πνεύμα βρίσκονταν κι οι σχέσεις του με τους άλλους πνευματικούς άντρες της εποχής του. Από σχετικές αρχαίες μαρτυρίες μαθαίνουμε πως 
θαύμαζε και σεβόταν το μεγάλο του δάσκαλο Αισχύλο, με τον οποίον είχε φιλικές σχέσεις. Για τις σχέσεις του με τον Ευριπίδη υπάρχει η μαρτυρία του Αριστοτέλη σύμφωνα με την οποία Σοφοκλής έφη, αυτός μεν οίους δη ποιείν, Ευριπίδην δε οίοι εισί. Αυτά τα λόγια του Αριστοτέλη χαρακτηρίζουν θαυμάσια την αληθινή φύση των δυο πνευμάτων και δείχνουν τον ιδεαλισμό της τέχνης του πρώτου και τον ρεαλισμό του δεύτερου.
Είχε επίσης στενές σχέσεις με τον Ηρόδοτο, όπως βεβαιώνεται από μια ωδή προς αυτόν που η αρχή της είναι : Ωδήν Ηροδότω τεύξεν Σοφοκλής. Ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Περικλή υπήρχε ένας αμοιβαίος θαυμασμός κι ο Περικλής ήταν φίλος και προστάτης του. Για τις σχέσεις του με τον Σωκράτη μας μιλάει το σημείο εκείνο της Πολιτείας του Πλάτωνος (329 Β) όπου την απολύτρωση του ανθρώπου απ’ την τυραννία των υλικών ηδονών, την ηθική ελευθερία, ο Σοφοκλής τη θεωρεί σαν το ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ζωής. Το πνεύμα του ποιητή συναντιέται εδώ με το πνεύμα του φιλοσόφου, του Πλάτωνος.
Ο Αριστοφάνης λίγο μετά το θάνατό του παρουσιάζει τον Σοφοκλή σαν άνθρωπο με ήρεμο χαρακτήρα. Όμως οι βιογράφοι του λένε πως είχε μεγάλα πάθη που συνταράξαν την οικογενειακή του γαλήνη κι ήταν επιρρεπής στον έρωτα. Διαφωτιστικό για τη ζωή και τον χαρακτήρα του ποιητή είναι επίσης και το ανέκδοτο των Αλεξανδρινών χρόνων. Σύμφωνα μ’ αυτό, όταν ο Σοφοκλής θέλησε να νομιμοποιήσει τον έγγονό του που προερχόταν απ’ τη Θεωρίδα, γιο του γιου του απ’ αυτήν Αρίστωνα, ο άλλος του γιος, ο νόμιμος, απ’ τη Νικοστράτη, πήγε τον πατέρα του στο αρμόδιο δικαστήριο των Φρατώρων με το αιτιολογικό ότι αυτός λόγω της γεροντικής του ηλικίας ήταν παράφρων. Σύμφωνα με τον Βίο οι δικαστές επετίμησαν τον Ιοφώντα γι’ αυτή του την πράξη κι ο Σοφοκλής γυρίζοντας προς τους δικαστές τους είπε την φράση: Ει μεν ειμί Σοφοκλής, ου παραφρονώ, ει δε παραφρονώ, ουκ ειμί Σοφοκλής. Ο Πλούταρχος λέει ότι στη δίκη διάβασε τους περίφημους στίχους του απ’ τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, με τους οποίους υμνεί τον τόπο της γέννησής του και το αποτέλεσμα υπήρξε καταπληκτικό. Όλοι οι παρευρισκόμενοι τον επευφημήσαν και τον προπέμψαν θριαμβευτικά όπως στις μεγάλες θεατρικές του παραστάσεις: Θαυμαστόν δε του μεγάλου φανέντος, ώσπερ εκ θεάτρου του δικαστηρίου προπεμφθήναι μετά κρότου και βοής παρόντων.
Για το θάνατό του υπάρχουν πολλές εκδοχές. Σύμφωνα με τους συγγραφείς Ίστρο και Νεάνθη (Βίος 14), πνίγηκε προσπαθώντας να καταπιεί ένα άγουρο σταφύλι, αλλά κατά τον συγγραφέα Σάτυρο, διαβάζοντας την Αντιγόνη του εδυνάμωσε την φωνήν του και εβγήκε μαζί με αυτήν και η ψυχή του. Άλλοι πάλι λένε πως πέθανε απ’ τη μεγάλη χαρά του για τη νίκη του στον τελευταίο δραματικό αγώνα της ζωής του : ότε νικών εκηρύχθη χαρά νικηθείς εξέλιπε. Πιο πιθανή είναι η τελευταία εκδοχή. Το γεγονός πάντως είναι πως πέθανε το φθινόπωρο του 406 π.Χ. σε βαθιά γεράματα. Λίγο πριν είχε πεθάνει ο Ευριπίδης.
Ακόμα και στο θάνατό του οι Αθηναίοι θελήσαν να δώσουν μιαν υπερφυσική αίγλη και μεγαλοπρέπεια ανάλογη με την προσωπικότητά του. Έτσι λένε πως όταν οι Λακεδαιμόνιοι, στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου καταλάβαν την Αττική και το μέρος που ήταν ο οικογενειακός τάφος του Σοφοκλή και δεν μπορούσαν να τον θάψουν, τότε φανερώθηκε στον ύπνο του Λύσανδρου, αρχηγού των Σπαρτιατών, ο Διόνυσος και τον διάταξε επιτρέψαι τεθήναι τον άνδρα εις τον τάφον. Κατά τον Λόβωνα, στον τάφο του Σοφοκλή χαράχτηκε το επίγραμμα:
Κρύπτω τώδε τάφω Σοφοκλή πρωτεία λαβόντα
τη τραγική τέχνη, σχήμα σεμνότατον.
Αλλά και πολλά άλλα επιγράμματα παρουσιάζονται απ’ την αρχαιότητα ότι χαραχτήκαν στον τάφο του. Και το γεγονός ότι οι Αθηναίοι λατρεύαν τον Σοφοκλή και μετά το θάνατό του σαν ήρωα της πόλης τους, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της εκτίμησης που είχαν στην πνευματική κι ηθική προσωπικότητά του.
Τ ο έ ρ γ ο τ ο υ π ο ι η τ ή. Οι γνώσεις που έχουμε για τον αριθμό των δραμάτων του Σοφοκλή στηρίζονται στις πληροφορίες που έχουμε απ’ την αρχαιότητα. Η πιο σημαντική απ’ όλες είναι του γραμματικού της Αλεξανδρινής εποχής Αριστοφάνη του Βυζαντίου, σύμφωνα με την οποίαν ο Σοφοκλής έγραψε 130 δράματα απ’ τα οποία τα 17 είναι νόθα. Η Σούδα απ’ την άλλη μεριά λέει ότι ο Σοφοκλής έγραψε 123 δράματα ως δε τινες και πολλώ πλείω. Ο Γερμανός ελληνιστής Μπεργκ για να συμβιβάσει τον αριθμό των δραμάτων που αναφέρει ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος με τον αριθμό που αναφέρει η Σούδα, υποστήριξε πως ο αριθμός των 17 νόθων δραμάτων ήταν λάθος και πως ο ακριβής αριθμός ήταν 7 κι έτσι τα γνήσια δράματα του Σοφοκλή ήσαν 123. Οι νίκες του στους δραματικούς αγώνες, σύμφωνα με τη Σούδα ήσαν 24, κατά τον Βίον 20 και κατά τον Διόδωρο μόνο 18. Ο τελευταίος αυτός αριθμός συμφωνεί και με τον αριθμό μιας επιγραφής που αναφέρει μόνο τον αριθμό των νικών στα Μεγάλα Διονύσια. Ο Βίος αναφέρει επίσης ότι ο Σοφοκλής, εκτός απ’ τις 20 πρώτες του νίκες και δευτερεία έλαβε, τρίτα δ’ ουδέποτε. Ίσως στον αριθμό 24 που αναφέρει η Σούδα να περιλαμβάνονται και δεύτερες νίκες. Ο Πήρσον πιστεύει, ότι 9 τουλάχιστον, αν όχι και περισσότερες τετραλογίες του Σοφοκλή απαρτίζονταν από δράματα που είχαν κερδίσει δεύτερες νίκες. Σε σχέση με τον πραγματικό αριθμό των δραμάτων του Σοφοκλή ο Πήρσον αναφέρει 138 τίτλους δραμάτων. Ίσως όμως 
αυτό να οφείλεται στ’ ότι μερικά απ’ τα γνήσια δράματα είχαν δυο τίτλους κι έτσι ο αριθμός τους γίνεται μεγαλύτερος απ’ αυτόν που αναφέρει τόσο ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος όσο κι η Σούδα. Δυστυχώς απ’ όλο αυτό το σημαντικό έργο του ποιητή, σωθήκαν μέχρι σήμερα μόνο 7 τραγωδίες κι ένα μεγάλο τμήμα του σατυρικού του δράματος Ιχνευταί. Όλο το υπόλοιπο έργο του το εξαφάνισε ο χρόνος αφήνοντας μόνο αποσπάσματα για να φτιάξουν οι νεώτεροι πίνακα των χαμένων του δραμάτων. Ο πιο σημαντικός πίνακας θεωρείται αυτός του Πήρσον, εκδότου τρίτομου έργου που περιλαμβάνει όλα τα σωζόμενα αποσπάσματα των χαμένων δραμάτων που φτάνουν τα
1.129. Οι δυο πρώτοι τόμοι περιέχουν 730 αποσπάσματα 112 γνήσιων δραμάτων, τα οποία κατονομάζονται ρητά. Στον τρίτο τόμο περιλαμβάνονται 399 αποσπάσματα μόνο από άδηλα δράματα. Απ’ αυτά τα 112 που ρητά αναφέρονται τα 18 είναι απόλυτα βέβαιο ότι ήσαν σατυρικά δράματα. Αυτά είναι: Άμυκος, Αμφιάρεως, Αχιλλέως ερασταί, Διονυσίσκος, Ελένης γάμος, Έρις, Ηρακλής, Ιχνευταί, Κηδαλίων, Κρίσις, Κωφοί, Μώμος, Πανδώρα, Σαλμωνεύς, Τήλεφος, Ύβρις, Δαίδαλος, Ηρακλείσκος. Ο Ίναχος κι οι Σύδειπνοι ήσαν ή σατυρικά ή της ίδιας κατηγορίας με την Άλκηστη του Ευριπίδη. Στον ίδιο πίνακα επίσης, σύμφωνα με τον Πήρσον, μπορούν να περιληφθούν και τα δράματα: Μούσαι, Σίσυφος, Φαίακες κι ακόμα ίσως ο Χρύσης, οπότε ο συνολικός αριθμός των σατυρικών δραμάτων γίνεται 24. Στην εγκυκλοπαίδεια Πάουλυ - Βισσόβα στο σημείο που αναφέρεται στον Σοφοκλή παρουσιάζονται για σατυρικά δράματα 23 κι εκφράζεται η γνώμη ότι μάλλον κι άλλα 7-8 δράματα απ’ τα 123 που αναφέρονται ήσαν σατυρικά.
Τα θέματα των δραμάτων του Σοφοκλή, κατά κανόνα, ήσαν απ’ τις παραδόσεις και τους μύθους του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, του κύκλου της Ελληνικής μυθολογίας και θρησκείας. Η κατάταξη των θεμάτων που διάλεξε ο Πήρσον σαν καλύτερη είναι εκείνη που βασίζεται στη γενεαλογική καταγωγή των ηρώων τους και με βάση αυτή την κατάταξη κατάρτισε τον επόμενο πίνακα :
Ι. Θεογονία.
Πανδώρα, Κηδαλίων, Τριπτόλεμος, Θαμύρας, Ιξίων.
ΙΙ. Γενεαλογικός κλάδος Δευκαλίωνος.
α) Αιολίδαι :
Οινεύς, Μελέαγρος, Ιππόνους, Σίσυφος, Ιοβάτης, Αθάμας Α’ & Β’, Φρίξος, Σαλμονεύς, Τυρώ Α’ & Β’, Άδμητος, Εύμηλος.
β) Αργοναυτικής εκστρατείας :
Λήμνιαι, Άμυκος, Φινεύς Α’ & Β’, Τυμπανισταί, Κολχίδες, Σκύθαι, Ριζοτόμοι.
ΙΙΙ. Κλάδος Ινάχου.
α) Ίναχος :
Ακρίσιος, Δανάη, Ανδρομέδα, Λαρισσαίοι.
β) Ηρακλέους γενεαλογία :
Αμφιτρύων, Ηρακλείσκος, Ηρακλής επί Ταινάρω Σάτυροι), Τραχινίαι.
γ) Κλάδος Ευρώπης :
Δαίδαλος, Καμικός, Μίνως, Πολύϊδος Μάντεις).
δ) Κλάδος Κάδμου :
Διονυσίσκος, Νιόβη, Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αμφιάρεως, Αντιγόνη, Επίγονοι Εριφύλη), Οκλής, Αλκμέων.
IV. Πελασγικός κλάδος, Αρκαδική γενεαλογία.
Αλεάδαι, Τήλεφος, Μυσοί.
V. Αρκαδία.
Επίσης στην Αρκαδία διαδραματίζονται οι Ιχνευταί.
VI. Κλάδος Ασωπού.
Αχιλλέως ερασταί, Πηλεύς, Φθιώτιδες, Δόλοπες, Φοίνιξ.
VII. Κλάδος Κέκροπος.
Τηρεύς, Κρέουσα, (Ίων), Αιγεύς, Θησεύς, Φαίδρα,. Στον κύκλο αυτό υπάγεται στην ουσία κι ο Οιδίπους επί Κολωνώ κι όχι στον Θηβαϊκό κύκλο.
VIII.Κλάδος Τανταλιδών.
Τάνταλος, Οινόμαος, (Ιπποδάμεια), Ατρεύς, Θυέστης Α’ & Β’.
ΙΧ. Τρωικά. Επικός κύκλος.
α) Κύπρια :
Αλέξανδρος, Έρις, Κρίσις, Μώμος, Ελένης γάμος, Οδυσσεύς μαινόμενος, Αχαιών σύλλογος, Ιφιγένεια (Κλυταιμνήστρα), Σύνδειπνοι, Ποιμένες (Ανδρομάχη), Ελένης απαίτησις (αρπαγή), Τρωίλος, Παλαμήδης.
β) Αιθιοπίς :
Αιθίοπες (Μέμνων), Φρύγες.
γ) Μικρά Ιλιάς :
Αίας, Φιλοκτήτης, Φιλοκτήτης εν Τροία, Σκύριοι, Ευρύπυλοι, Λάκαιναι.
δ) Ιλίου Πέρσις :
Λαοκόων, Σίνων, Πρίαμος, Αντηνορίδαι, Αίας Λοκρός, Αιχμαλωτίδες, Πολυξένη. 84
ε) Νόστοι :
Ναύπλιος καταπλέων, Ναύπλιος Πυρκαεύς, Αίγισθος, Ηλέκτρα, Αλήτης, Εριγόνη, Χρυσηΐς, Ερμιόνη, Τυνδάρεως, Τεύκρος, Ευρυσάκης.
στ) Οδύσσεια :
Ναυσικάα, Φαίακες.
ζ) Τηλεγονία :
Ευρύαλος, Οδυσσεύς ακανθοπλήξ.
Τελείως άγνωστα είναι τα θέματα των δραμάτων Ίβηρες, Κωφοί, Μούσαι, Ύβρις, Υδροφόροι. Αναφέρεται επίσης κι ένα άλλο δράμα η Ωρυίθεια. Στον πίνακα του επικού κύκλου περιλαμβάνονται 43 δράματα, δηλαδή το 38%, ενώ απ’ τον ίδιο κύκλο το ποσοστό των δραμάτων του Αισχύλου φτάνει το 23% και του Ευριπίδη το 21%. Απ’ αυτό φαίνεται πως ο κύκλος των Ελληνικών επών ήταν πιο αγαπητός στον Σοφοκλή.
Στον αριθμό 123 αν προστεθούν και τα 7 σωζόμενα δράματα το σύνολο των δραμάτων του Σοφοκλή είναι 130, όπως λέει κι ο Βίος με βάση τη μαρτυρία του Αριστοφάνη του Βυζαντίου. Το γενικό συμπέρασμα λοιπόν είναι, ότι με βάσει τις αξιόπιστες νεώτερες επιστημονικές έρευνες μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα σίγουρος ο αριθμός 123 που αναφέρει η Σούδα, των γνήσιων δραμάτων και δεν αποκλείεται να γραφτήκαν και περισσότερα πολλώ πλείω, όπως λέει η Σούδα.
Τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή είναι, σύμφωνα με την πιθανότερη χρονολογική σειρά παραστάσεων : Αίας, Αντιγόνη, Οιδίπους τύραννος, Τραχινίαι, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνώ. Για τη χρονολογική σειρά των παραστάσεών τους δεν υπάρχει ίδια γνώμη απ’ τους ειδικούς ιστορικούς της αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Αμφισβητείται κυρίως αν το πιο παλιό απ’ τα σωζόμενα δράματα είναι η Αντιγόνη ή ο Αίας.
Σύμφωνα με τη Σούδα, εκτός απ’ τα δράματά του ο Σοφοκλής έχει γράψει κι Ελεγείες και Παιάνες. Επίσης, κατά τη Σούδα, έχει γράψει έργο σε πεζό Περί του χορού, Προς Θέσπιν και Χοιρίλον αγωνιζόμενος.
Ο π ο ι η τ ή ς Σ ο φ ο κ λ ή ς. Ο Σοφοκλής είναι ο εκπρόσωπος του αθηναϊκού κλασικισμού, του αττικισμού, του 5ου π.Χ. αιώνα. Η ποιητική του δημιουργία είναι η τελειότερη ποιητική σύλληψη κι έκφραση του κλασικού αττικού ιδεώδους, του αττικού πνεύματος και της αττικής ψυχής. Τα δράματά του τα διακρίνει η κλασικότητα των γραμμών της αττικής γης, το φως κι η αρμονία, η γαλήνη, η χάρη κι η γοητεία του αττικού τοπίου. Τον ποιητή τον δημιούργησε η αττική φύση με το πνεύμα της και τη φωνή της κι η Αθηναϊκή Πολιτεία με τους θρύλους της, την ιστορία της και τους θεσμούς της, τη θρησκεία και την ηθική της, τη φιλοσοφία και την παιδεία της κι όλες εκείνες οι μεγάλες αρετές της (Θουκιδίδου Α, 70, Β, 35-46) που τη φτάσαν να γίνει το κέντρο όλου του κόσμου σαν μητέρα του αιώνιου αρχαίου ελληνικού - αθηναϊκού πνεύματος. Το μυστήριο της ουσίας και του μεγαλείου του δραματικού έργου του δεν είναι δυνατόν να διαφωτιστεί παρά μόνο με το φωτισμό του μυστηρίου της αττικής φύσης και της αττικής ψυχής. Απ’ όλους τους ποιητές και φιλοσόφους του νεώτερου κόσμου τονίζεται ιδιαίτερα η αξία του παράγοντα της Αττικής φύσης στην πνευματική δημιουργία της Αθήνας και τη διάπλαση των πνευματικών δημιουργημάτων των μεγάλων δημιουργών της. Όλοι οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας, ποιητές και πεζογράφοι που υμνήσαν στα έργα τους την Αθήνα, τονίζουν πως η φύση της Αττικής είναι μητέρα του Αττικού ανθρώπου (Πλάτωνος Μενέξενος, 237 Β Γ, Πολιτεία 740 Δ, Τίμαιος 24 ΔΕ, Ισοκράτους Πανηγυρικός 25, Λυκούργου κατά Λεωκράτους, 2, 47, 85).
Ο Σοφοκλής σαν δραματικός ποιητής συνεχίζει να τελειοποιεί το ελληνικό δράμα όπως το διαμόρφωσε ο Αισχύλος. Με το έργο του η δραματική τέχνη φτάνει στο κορύφωμά της. Κι η τέχνη του Αισχύλου κι η τέχνη του Σοφοκλή ξεκινάνε απ’ το ίδιο καλλιτεχνικό ιδεώδες, δηλαδή την αρμονία του Διονυσιακού και του Απολλωνίου πνεύματος, σύμφωνα με τη γνωστή θεωρία του Νίτσε, όπως την ανάπτυξε στο έργο του Η γένεσις της τραγωδίας.
Στη ζωή του ο Σοφοκλής συναγωνίστηκε, νέος με τον Αισχύλο, γέρος με τον Ευριπίδη. Τους επηρέασε και τους δυο, δέχτηκε όμως και τη δική τους επίδραση. Στα πρώτα του έργα (Αίας, Αντιγόνη) είναι αισχυλικός, ενώ στα τελευταία του (Τραχινίαι, Φιλοκτήτης) ευριπιδικός. Στη μέση της θεατρικής του σταδιοδρομίας η έμπνευσή του ξεχειλίζει πια με την τραγωδία Οιδίπους Τύραννος. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σοφοκλής για τη γλυκύτητα της γλώσσας του λεγόταν Μέλιττα.
Ο Α ι σ χ ύ λ ο ς κ ι ο ι ή ρ ω ε ς τ ο υ Σ ο φ ο κ λ ή. Αισχύλος και Σοφοκλής! Δυο πνεύματα που εδώ κι αιώνες κατέχουν χωρίς διεκδικήσεις τους απρόσιτους θώκους της ποιητικής τέχνης. Απαράμιλλοι τέκτονες του δραματικού λόγου και των υψηλών στοχασμών. Κι όμως αυτές τις ολύμπιες προσωπικότητες τις χωρίζουν μεγάλες και σημαντικές διαφορές. Ο Αισχύλος παιδί του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα, είναι εκπρόσωπος του πνεύματος και της ψυχής της ηρωικής γενιάς των μαχητών και νικητών του Μαραθώνα, όπου κι ο ίδιος πολέμησε, του πνεύματος της ηρωικής ελληνικής παράδοσης, του ελληνικού μύθου και της ελληνικής φαντασίας, των ελληνικών θεών και των ελληνικών ηρώων. Ο Σοφοκλής απ’ την άλλη μεριά είναι το παιδί 85
του 5ου π.Χ. αιώνα. Και το πνεύμα αυτού του αιώνα είναι το πνεύμα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα που ξεκινώντας απ’ την Αθήνα, αρχίζει να διεισδύει σιγά-σιγά σ’ όλες τις τότε γνωστές γωνιές της ανθρωπότητας. Είναι το πνεύμα του ελληνικού διαφωτισμού και της κριτικής ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης στη νέα Σωκρατική της μορφή. Ο Σοφοκλής σαν τραγικός ποιητής είναι μύστης κ’ ιεροφάντης των δυο θεϊκών δυνάμεων της δραματικής τέχνης, του Διονύσου και του Απόλλωνα, αλλά συγχρόνως και γέννημα της Αττικής ψυχής,
της Αθηνάς. Και το πνεύμα αυτής της θεάς είναι το πνεύμα του λόγου και της κριτικής. Είναι αυτό που κυριαρχεί στη δραματική δημιουργία του και τον κάνει να ξεχωρίζει απ’ τον Αισχύλο. Το δράμα του ποιητή του Προμηθέα και των Ευμενίδων κινείται μέσα στον κόσμο του υπερφυσικού και του υπερανθρώπινου. Αντίθετα το δράμα του Σοφοκλή κινείται μέσα στον κόσμο του φυσικού και του ανθρώπινου. Ο Αισχύλος είναι ο ποιητής του Υψηλού, ενώ ο Σοφοκλής είναι ο ποιητής της Ομορφιάς. Ο Αισχύλος εμπνέει τον φόβο και το δέος, ο δεύτερος γοητεύει και λυτρώνει. Στο δράμα του Αισχύλου ο άνθρωπος είναι τυφλό όργανο των σκοτεινών κι ανεξιχνίαστων δυνάμεων που στέκεται από πάνω του στυγνή κι αδυσώπητη η Ειμαρμένη. Στα δράματα του Σοφοκλή η δύναμη που υπαγορεύει τις δραματικές πράξεις των ηρώων του, είναι η ανθρώπινη βούληση, η λογική κι ο στοχασμός.
Πολλοί είπαν ότι στο Σοφοκλή, σ’ αντίθεση με τον Αισχύλο, οι θεοί δεν παρηγορούν τον άνθρωπο, αλλά διευθύνουν απλώς τα πεπρωμένα του κι ακόμα ότι αυτός είναι απομονωμένος και, κατά έναν τρόπο, ξεριζωμένος απ’ τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι οι ήρωες του Αισχύλου συνήθως δεν παρουσιάζονται απομονωμένοι κι απροστάτευτοι, είτε άνθρωποι είναι αυτοί, είτε ημίθεοι, αλλ’ έχουν επαφή με τους θεούς που είτε φιλικά είτε εχθρικά βρίσκονται πάντα κοντά τους. Οτιδήποτε κι αν αισθάνεται ή κάνει ο τραγικός ήρωας του Αισχύλου, είτε καλό είτε κακό, είτε υποκύπτει, είτε με τη θέληση και το πείσμα του αντιστέκεται, δεν κάνει ούτε βήμα σαν ξεχωριστή ύπαρξη. Η θεϊκή βούληση επιβάλλεται και στους ήρωες του Σοφοκλή, όχι όμως πάντοτε και παντού. Βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο, όμως σαν κάτι ξένο, σαν κάτι ακατάληπτο, σαν κάτι που έρχεται από έναν άλλο κόσμο.
Η βασική αυτή διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς τραγικούς έχει την αιτία της. Στην εποχή του Αισχύλου δεν είχε διαχωριστεί ακόμα το καθαρά ανθρώπινο απ’ το Σύμπαν, από το θεϊκό. Δεν απασχολεί τον Αισχύλο το αίνιγμα των ορίων που χωρίζουν το θεϊκό απ’ τον άνθρωπο. Σύμφωνα μ’ αυτόν πάντα δαιμόνων πλήρη, δηλαδή όλα είναι γεμάτα από θεϊκή δύναμη. Στο Σοφοκλή αντίθετα, επικρατεί το γνώθι σ’ αυτόν κι όχι τα πάντα δαιμόνων πλήρη. Ο άνθρωπος δηλαδή ξεχωρίζεται απ’ το Σύμπαν σαν κάτι που έχει ιδιαίτερη υπόσταση. Ο τραγικός μάλιστα ήρωας διακρίνεται στον Σοφοκλή όχι μόνο σαν άνθρωπος σ’ αντίθεση με το Σύμπαν, αλλά και σαν άτομο. Ο ποιητής σαν παιδί της εποχής του Περικλή διαμόρφωσε την τραγωδία του σύμφωνα με τις αντιλήψεις περί πολιτείας κι ατόμου της εποχής αυτής. Ίσως αυτό να είναι η αιτία που όλες σχεδόν οι τραγωδίες του έχουν τ’ όνομα του ήρωα που πρωταγωνιστεί, ενώ οι περισσότερες του Αισχύλου παίρνουν το όνομά τους απ’ το χορό. Στον Αισχύλο πίσω απ’ τους ήρωες στέκεται, εξ ορισμού, η πόλη με τα προβλήματά της.
Τέλος η σύνδεση του ατόμου με τη γενιά του που παρουσιάζεται στον Αισχύλο κι η ολέθρια επίδραση που έχει αυτή η σύνδεση στην Ειμαρμένη, δεν είναι πια ανεκτή απ’ το φιλελεύθερο πνεύμα που επικρατούσε την εποχή του Σοφοκλή. Ούτε στην Ηλέκτρα γίνεται λόγος για την κατάρα που βαραίνει την οικογένεια των Λαβδακιδών, ούτε ο Οιδίπους βρίσκεται κάτω απ’ το βάρος της. Σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής του Περικλή, το ίδιο το άτομο παρουσιάζεται τώρα φορέας των τραγικών γεγονότων κι όχι το άτομο σαν μέλος μιας ολόκληρης γενιάς. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν τα θέματα των τραγωδιών που αποτελούσαν μια τριλογία στον Σοφοκλή ήσαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ενώ στον Αισχύλο αποτελούσαν ενιαίο κι αυτοτελές σύνολο. Ο Αισχύλος χρειαζόταν την τριλογία, για να συλλάβει δραματικά το σύνολο επικών γεγονότων που σχετίζονταν πολλές φορές με σειρά συμφορών πολλών γενιών, που διαδοχικά τις χτυπούσε η Ειμαρμένη.
Οι ή ρ ω ε ς τ ο υ Σ ο φ ο κ λ ή. Οι πράξεις των ηρώων του Σοφοκλή δεν είναι εξωτερικές, δεν επιβάλλονται από εξωτερικές πάνω απ’ τον άνθρωπο δυνάμεις, αλλ’ είναι εσωτερικές, ξεκινάνε μέσ’ απ’ την ψυχή των πρωταγωνιστών, απ’ τα συναισθήματά τους, τα πάθη τους, τις ιδέες τους, από καθαρά ανθρώπινα στοιχεία. Κι η μεγάλη τέχνη του ποιητή βρίσκεται στην ανάπτυξη των δραματικών πράξεων των ηρώων του με τέτοιον τρόπο ώστε να τονίζεται η δύναμη που κυριαρχεί στο δράμα, η ανθρώπινη φύση κι η θέληση των ηρώων. Η εξιδανίκευση κι η ηρωοποίηση του ανθρώπου είναι ο κύριος σκοπός του ποιητή σαν δραματικού και τραγικού ποιητή. Κι η ηθική αυτή αξία του δράματός του είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τον ποιητή. Βέβαια στον Σοφοκλή το ανθρώπινο δεν είναι τελείως ανεξάρτητο απ’ το υπερφυσικό. Οι θεοί κι η Ειμαρμένη κρύβονται πάντα στο βάθος των τραγωδιών του. Το φυσικό και το υπερφυσικό συμπλέκονται. Όμως εκείνο που φαίνεται καθαρά στα δράματα του Σοφοκλή είναι ότι η δύναμη του υπερφυσικού αρχίζει να κλονίζεται. Το έργο του αρχίζουν να το φωτίζουν οι πρώτες ακτίνες της ανθρώπινης 
ελευθερίας. Στο έργο του ποιητή φαίνεται καθαρά ο αγώνας του ανθρώπου να νικήσει τη μοίρα του, τη φύση και να την υποτάξει στη θέλησή του κάνοντάς την όργανο της ελεύθερης και δημιουργικής θέλησής του. Ο αγώνας αυτός προς τη φύση προέρχεται απ’ την ηρωική θέλησή του ανθρώπου ν’ αγωνίζεται ενάντια στη μοίρα. Κι απ’ αυτόν τον αγώνα προέρχεται κι ο ύμνος του ποιητή στον άνθρωπο σαν το πιο θαυμαστό ον του κόσμου (Αντιγόνη 332-375).
Έτσι με το νόημα αυτό του δράματος που το επίκεντρό του είναι ο άνθρωπος μας δίνεται η δυνατότητα να αποκαλύψουμε την ψυχολογία των χαρακτήρων του και την αληθινή προσωπικότητά τους. Και σ’ αυτό το σημείο διαφέρει η τέχνη του Σοφοκλή απ’ τον Αισχύλο. Στο δράμα του Σοφοκλή οι τύποι των ηρώων του είναι κλασσικές ψυχογραφίες κι ηθικές προσωπογραφίες. Για πρώτη φορά κάνει την είσοδό του στο δράμα το ψυχολογικό στοιχείο σαν κύρια αιτία της εξέλιξής του. Την ανάπτυξη του ψυχολογικού στοιχείου στο δράμα του Σοφοκλή την επιβάλλει το πνεύμα της εποχής του, το πνεύμα της ανάλυσης και της κριτικής σκέψης. Ο άνθρωπος θέλει τώρα να φωτίσει το μυστηριακό βάθος της ψυχής του κι αρχίζει την έρευνα και τη μελέτη του εαυτού του και του εσωτερικού του κόσμου. Είναι η εποχή της νέας ηθικολογικής στροφής της ελληνικής φιλοσοφίας και μέσα στο κλίμα αυτής ο Σωκράτης θα διδάξει πως η ενδοσκόπηση είναι το κύριο αντικείμενο της φιλοσοφίας. Έτσι η ψυχολογία των ηρώων του δράματος, μέσα στο γενικότερο πνεύμα της εποχής, είναι το πρωταρχικό και κύριο στοιχείο του δράματος του Σοφοκλή αναδεικνύοντάς τον σαν τον απαράμιλλο ανατόμο της ψυχής του ανθρώπου.
Στο δράμα του Σοφοκλή, οι ήρωές του έχουν μια σταθερή θέληση, μια κεντρική ιδέα στην οποίαν αφοσιώνονται με πάθος χωρίς υποχώρηση και κανέναν συμβιβασμό. Ο Αίας, η Αντιγόνη, η Ηλέκτρα, ο Οιδίπους, ο Φιλοκτήτης κι αυτή ακόμα η Δηιάνειρα κατέχονται απ’ το πάθος κι ενεργούν κάτω απ’ τις επιταγές του και τις παρορμήσεις του. Η θέληση των ηρώων εκδηλώνεται στην αρχή του δράματος μ’ ένα δυνατό συναίσθημα πάθους όπου κυριαρχεί απόλυτα η φαντασία. Αυτό το πάθος κυριαρχεί στην ψυχή τους κι επιβάλλει και κατευθύνει τις πράξεις τους. Η Αντιγόνη απ’ την αρχή του δράματος βλέπει με τη φαντασία της τον αγαπημένο αδερφό της, εγκαταλελειμμένο στο μέρος που σκοτώθηκε, άταφο και βορά των όρνιων κι η ψυχή της σ’ αυτή την εικόνα επαναστατεί από ένστικτο κι ηθική αγανάκτηση. Έτσι παίρνει τη μεγάλη της απόφαση που την οδηγεί στο θάνατο. Ο Αίας απ’ τη στιγμή που λυτρώνεται απ’ τη μανία του, βλέπει με τη φαντασία του τους εχθρούς του να γελούν σε βάρος του και κάτω απ’ το βάρος της ηθικής μείωσής του αποφασίζει την αυτοκτονία του. Η Ηλέκτρα έχει μέρα και νύχτα μπροστά στα μάτια της την εικόνα του πατέρα της να πέφτει κάτω απ’ τα χτυπήματα του τσεκουριού της Κλυταιμνήστρας κι η τρομερή αυτή εικόνα ανάβει στην ψυχή της το μίσος που τη σπρώχνει στην απόφαση της φοβερής εκδίκησής της. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τους ήρωες των δραμάτων του Σοφοκλή δεν κινεί μια αφηρημένη ιδέα. Στην Αντιγόνη η ιδέα του αδερφικού καθήκοντός της παίρνει θρησκευτικό χρώμα κι η ηρωίδα μένει γλυκιά στην αντίστασή της, γιατί το βάθος της ψυχής της είναι γεμάτο αγάπη, τρυφερότητα κι αφοσίωση. Στην Ηλέκτρα, η ίδια ιδέα έχει κάτι το σκληρό. Ο Οιδίπους δεν είναι οποιοσδήποτε βασιλιάς, στον οποίον επιβάλλει το καθήκον την ανακάλυψη του ενόχου ενός εγκλήματος για να σώσει το λαό του απ’ τη συμφορά. Είναι μια έντονη προσωπικότητα, ορμητική, ισχυρογνώμων που απ’ τη στιγμή που παίρνει την απόφαση ν’ ανακαλύψει την αλήθεια, το πάθος της επιτυχίας χαλυβδώνει τη θέλησή του και ρίχνεται στην καταδίωξη του άγνωστου εγκληματία όχι σαν άνθρωπος που τον οδηγεί η αφηρημένη ιδέα του καθήκοντος, αλλά σαν διώκτης που τον καθοδηγεί το πάθος του. Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του δράματος του Σοφοκλή συγκλονίζονται από βαθύτατη οδύνη που φτάνει μέχρι την απόγνωση. Αγαπούν και συγχρόνως μισούν και θρηνούν για τη ζωή τους, τη στιγμή που τη θυσιάζουν χωρίς κανένα δισταγμό και με μια εσωτερική μεγαλοπρέπεια που συγκινεί και εμπνέει τον θαυμασμό. Ο Σοφοκλής παρουσιάζει την Αντιγόνη να θρηνεί, γιατί με την απόφαση της αυτοθυσίας της που την παίρνει χωρίς κανέναν εξαναγκασμό, χάνει όλες τις ελπίδες της νιότης της. Για τον ίδιο λόγο παρουσιάζει τον Αίαντα ν’ αποχαιρετάει με συγκίνηση τον ήλιο που το φως του δε θα το δει ποτέ πια, ακόμα και τη διψασμένη για εκδίκηση Ηλέκτρα να κλαιει με τρυφερότητα στην αγκαλιά του αδερφού της που γύρισε. Η θέληση των ηρώων του Σοφοκλή είναι τόσο δυνατή, ώστε δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν απ’ την ελεύθερη έκρηξη κι εκδήλωση του βάθους της ψυχής τους. Ο Σοφοκλής αποκάλυψε όλον τον εσωτερικό πλούτο της, τις εσωτερικές δυνατότητές της και την ηθική μεγαλοπρέπειά της. Στο παθητικό και τραγικό στοιχείο έδωσε ο ποιητής μια νέα μορφή. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται το φυσικό αίσθημα, ο φυσικός πόνος. Ο Ηρακλής, ο Φιλοκτήτης, ο Οιδίπους αισθάνονται βαθιά τον φυσικό πόνο και τον εκδηλώνουν πολύ έντονα κι ο ποιητής όχι μόνον ακούει αλλά κι αναλύει το αίσθημα αυτό. Επιτρέπει στο θέατρό του τις κραυγές του φυσικού πόνου της ανθρώπινης φύσης, αλλά δεν θέλει οι κραυγές αυτές να πνίγουν τη φωνή της ψυχής. Ο άνθρωπος πρέπει να υποφέρει σαν άνθρωπος, αλλά συγχρόνως η ηθική του φύση πρέπει ν’ αντιστέκεται και το ηθικό συναίσθημα να φωτίζει τα σκοτεινά φυσικά συναισθήματα. Ο 87
Φιλοκτήτης υποφέρει φυσικά, στην ψυχή του όμως κυριαρχούν τα συναισθήματα της περηφάνιας, του φόβου, του μίσους. Όσο περισσότερο πονάει φυσικά, τόσο πιο δυνατά ακούγεται η φωνή της ψυχής. Ο ποιητής με το φυσικό στοιχείο, τον φυσικό πόνο, δείχνει περισσότερο το ηθικό στοιχείο, το ηθικό μεγαλείο της ψυχής.
Στο δράμα του Σοφοκλή η γυναίκα για πρώτη φορά παρουσιάζεται με απόλυτο κύρος εκπροσωπώντας κι αυτή κοντά στον άντρα τον άνθρωπο (Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Δηιάνειρα, Τέκμησσα, Ιοκάστη). Η αποκάλυψη της γυναίκας είναι αναγκαία συνέπεια της αποκάλυψης του ανθρώπου που κατέχει την πρώτη θέση στην τραγωδία. Στην τέχνη του Σοφοκλή παρουσιάζεται για πρώτη φορά η επιθυμία που αναπτύχθηκε στα χρόνια του Περικλή για μόρφωση και διάπλαση του ανθρώπου. Γι’ αυτό κι είναι μεγάλη η επίδραση των τραγωδιών του στον ανθρωπιστικό χώρο.
Η τραγική καταστροφή των ηρώων του Σοφοκλή, με την είσοδο αστάθμητων δυνάμεων, θα μπορούσαμε να πούμε δαιμονιακών, στην ανθρώπινη ζωή, δεν είναι τυχαία. Είναι ανάλογη με τους ήρωες, έχει μια μυστηριακή συγγένεια μ’ αυτούς, είναι φτιαγμένη μ’ αυτούς. Αυτό το νόημα έχουν τα λόγια του χορού στην Αντιγόνη (875) : σε δ’ αυτόγνωστος ώλεσ’ οργά (σε κατάστρεψε η αυτοβουλία σου, ο αυθαίρετος κι ισχυρογνώμων χαρακτήρας σου), και στην Ηλέκτρα (216) : πολύ γαρ τι κακών υπερεκτήσω \ σα δυσθύμω τίκτουσ’ αεί \ ψυχά πολέμους τω τοις δυνατοίς \ ουκ αρεστά πράσσειν (πάρα πολλά βάσανα υπέρ το δέον τράβηξες, μόνη σου προκάλεσες, γιατί δημιουργείς με την ανευχαρίστητη κι οξύθυμη ψυχή σου πάντοτε πολέμους, πηγαίνοντας ενάντια στους ισχυρούς της ημέρας). Γι’ αυτό το λόγο πολλές φορές ο χορός επεμβαίνει, συμβουλεύοντας τους ήρωες που παρεκτρέπονται να μη ξεφεύγουν απ’ το μέτρο και ν’ αποφεύγουν τα μεγάλα λόγια.
Η φύση των ηρώων που πάσχουν συμπίπτει με τα πεπρωμένα τους. Οι ήρωες και τα πεπρωμένα τους συγχωνεύονται σε μια ενότητα μυστηριακή και συγκινητική. Αυτή τη συγχώνευση τη βλέπουμε κυρίως στον Οιδίποδα τύραννο. Στην τραγωδία αυτή ο ήρωας επιτίθεται στο πεπρωμένο του που τον απειλεί και που δεν είναι κάτι ξένο που έρχεται απ’ έξω, αν κι ο ήρωας το θεωρεί σαν κάτι εξωτερικό, αλλά βρίσκεται μέσα του κι είναι κυρίαρχό του. Το τέλος του Οιδίποδα μας δείχνει, πού κυρίως βρίσκεται το τραγικό, όχι δηλαδή στ’ ότι μπροστά στη θεϊκή δύναμη, οσοδήποτε κι αν αυτή στέκεται πάνω απ’ τον άνθρωπο, αλλά στ’ ότι παρουσιάζεται σ’ όλη της την έκταση η μικρότητα του ανθρώπου. Στο τέλος του δράματος λέει ο ποιητής για το μεγαλείο του ήρωα και το αντιπαραθέτει προς το πεπρωμένο του (στ. 1524).
Εκεί που ο Σοφοκλής είναι άφθαστος, είναι τα σημεία των δραμάτων του που εκφράζεται η τραγική οδύνη, η οποία έχει την πηγή της στο πνεύμα, στη σκέψη, στην υψηλή ιδέα. Η αποκάλυψη μιας μεγάλης ψυχής που μέσα στους πόνους της και τα ηθικά της μαρτύρια, ναι μεν εκφράζει με πίκρα την οδύνη της αλλά δεν καταβάλλεται απ’ αυτήν και φανερώνει όλον τον ηρωισμό, τη σταθερότητα και την περηφάνια της συνείδησής της δίνοντας μεγαλοπρέπεια στην ηθική οδύνη κι αγωνία. Και στην τέχνη αυτή της αποκάλυψης του πνευματικού κι ηθικού στοιχείου που συγκρούεται με το φυσικό στοιχείο και το νικάει αναδεικνύοντας το ηθικό μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης, ο Σοφοκλής δε βρήκε τον όμοιό του στο παγκόσμιο θέατρο μέχρι σήμερα.
Τα δευτερεύοντα πρόσωπα των δραμάτων του Σοφοκλή έχουν μεγάλη δραματική αξία, γιατί χωρίς να περιορίζονται απ’ τα’ ανώτερα αισθήματα και την ιδεαλιστική φύση και μορφή των πρωταγωνιστών παρουσιάζουν στη σκηνή την πραγματική ανθρώπινη φύση μ’ όλες τις αδυναμίες της, χωρίς το στοιχείο της εξιδανίκευσης, δημιουργώντας έτσι στο δράμα την ψυχολογική αντίθεση και τη δραματική σύγκρισή τους με τους πρωταγωνιστές. Η Τέκμησσα, η Ισμήνη, η Χρυσόθεμις, η Ιοκάστη, χρησιμοποιούνται γι’ αυτό τον σκοπό απ’ τον ποιητή κοντά στους πρωταγωνιστές. Κι η ανάγκη της παρουσίασης στη σκηνή των προσώπων αυτών σαν εκπροσώπων των συνηθισμένων και κοινών ανθρώπων δίπλα στην ηρωική ανθρώπινη φύση, έκανε αναγκαία στον Σοφοκλή την καινοτομία της εισαγωγής στο θέατρο του τρίτου ηθοποιού.
Ο φιλόλογος Ν. Δ. Κορκοφίγκας παρατηρεί ότι στο θέατρο του Αισχύλου υπάρχουν ηρωίδες, δεν υπάρχουν γυναίκες. Η δραματική αποκάλυψη της γυναικείας φύσης σ’ όλη τη λεπτότητά της και με τις βαθιές εσωτερικές αντινομίες της δεν ταίριαζε με τη διθυραμβική τέχνη του Αισχύλου που απαιτούσε κι επέβαλλε τη δύναμη, το ύψος και τη μεγαλοπρέπεια. Η τέχνη όμως του Σοφοκλή μπορούσε να ανεβάσει στη σκηνή τη γυναίκα με την πραγματική ψυχολογία και τη γυναικεία της φύση. Στον Σοφοκλή οι γυναίκες είναι γυναίκες. Με τη γλυκύτητα, την τρυφερότητα και την αφοσίωσή τους, όπως η Αντιγόνη, με την ορμητικότητα και την έξαρσή τους, όπως η Ηλέκτρα, με τη ζωηρότητα και δραματικότητα των πράξεών τους, όπως η Ιοκάστη. Η θέλησή τους είναι αλύγιστη, αλλ’ όχι αντρική. Η Αντιγόνη πεθαίνοντας γιατί έθαψε τον αδερφό της, αποκαλύπτει το φύλο της με τη δύναμη και την ορμή της αδερφικής αγάπης της και με τη μυστικιστική ευλάβεια που δίνει στην αυτοθυσία της. Κι αυτή η Κλυταιμνήστρα, όσο σκληρή κι αδυσώπητη κι απεχθής κι αν παρουσιάζεται, έχει κάτι το παθητικό, το ανήσυχο που την αναγκάζει να προσπαθεί να δικαιολογήσει το κακούργημά της αποκαλύπτοντας έτσι κι αυτή το φύλο της. 
Εκείνο που χαρακτηρίζει τον Σοφοκλή σαν δραματικό ποιητή, είναι η δραματική εμφάνιση των ανθρώπων όχι όπως είναι, όπως έκανε ο Ευριπίδης, αλλά όπως πρέπει να είναι. Μ’ άλλα λόγια η ουσία της τέχνης του Σοφοκλή είναι ο ιδεαλισμός, η εξιδανίκευση της πραγματικότητας. Αυτά τα πετυχαίνει :
1. Με το να αποφεύγει να παρουσιάζει στη σκηνή τα κατώτερα και γελοία αισθήματα που μειώνουν ηθικά τον άνθρωπο και προξενούν γι’ αυτόν την περιφρόνηση, όπως η ανανδρία, η φιλαργυρία, η κακεντρέχεια, ο ποταπός εγωισμός.
2. Οι πρωταγωνιστές των δραμάτων του παρουσιάζονται να πέφτουν σε λάθη, με την προϋπόθεση όμως πως έχουν ανώτερο ήθος εσωτερικής ευγένειας κι ηθικού μεγαλείου. Το βασικό κίνητρο των πράξεών τους είναι γενναίο κι υψηλό. Στις ενέργειές τους μπορεί να διακρίνει κανείς κάποια ορμητικότητα, παραφορά κι ισχυρογνωμοσύνη κι ακόμα ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά τα πάθη τους κάνουν πιο ανθρώπινους και ποτέ δεν τους μειώνουν ηθικά. Η κεντρική ιδέα που τους εμπνέει, τους εξαγνίζει, τους εξυψώνει και τους τιμάει και σ’ αυτά ακόμα τα λάθη τους. Το ιδεώδες τους δεν είναι το ιδεώδες της φιλοσοφικής τελειότητας, αλλά το ιδεώδες μιας ευγενικής ανθρωπότητας που θα είμαστε υπερήφανοι αν ανήκαμε.

Εκείνο επίσης που αξίζει ν’ αναφερθεί είναι ότι στη διαμόρφωση της δραματικής τέχνης του Σοφοκλή πολύ σπουδαίο ρόλο έπαιξε το υψηλό ηρωικό πνεύμα κι το ήθος της πατρίδας του, το πνεύμα των ηρώων της Αθηναϊκής Πολιτείας κι όλης της Ελλάδας γεννημάτων και παιδευμάτων των ελληνικών θεών. Σαν πρότυπό του ο Σοφοκλής σ’ όλη την ποιητική του δημιουργία είχε κυρίως τον Όμηρο. Το ομηρικό ιδεώδες είναι σε κάθε στιγμή μπροστά στα μάτια του κι εμπνέει όλο το δραματικό του έργο. Δίκαια ο φιλόσοφος Πολέμων χαρακτήρισε τον Σοφοκλή σαν Όμηρο της τραγικής τέχνης και τον Όμηρο σαν Σοφοκλή της επικής ποίησης. Τα πρόσωπα του Σοφοκλή έχουν την απλή κι ήρεμη ηθική αξιοπρέπεια που θυμίζει την ηρωική εποποιία. Ο Οιδίπους καταφεύγοντας στην αθηναϊκή γη και ζητώντας την προστασία του Θησέα, είναι μεγαλόφρωνας, όπως ο Πρίαμος του Ομήρου. Τα ήθη εξ άλλου της εποχής του Σοφοκλή και κυρίως του δεύτερου μέρους της ζωής του, μαντεύονται σ’ ορισμένα σημεία του έργου του, όπως στην απεικόνιση στον Αίαντα των Ατρειδών με τα χαρακτηριστικά του σκληρού, εγωιστικού και τυραννικού Σπαρτιάτη, όπως τον φαντάζονταν οι Αθηναίοι, του Κρέοντα με τα γνωρίσματα του τυράννου και του βαρβάρου. Αντίθετα ο Θησεύς στον Οιδίποδα επί Κολωνώ είναι το ιδεώδες του αθηναϊκού ανθρώπου, όπως οι ίδιοι οι Αθηναίοι βλέπαν τον εαυτό τους. Ο Σοφοκλής με τον Θησέα του έγινε ο διερμηνευτής της ψυχής του λαού του. Στον Αίμονα και τον Νεοπτόλεμο, οι έφηβοι της Αθήνας, βλέπαν τα αιώνια πρότυπα των Αθηναίων εφήβων και τις αθηναϊκές αρετές.
Ο Χ ο ρ ό ς. Ο Σοφοκλής δεν είναι μόνο ένας μεγάλος δραματικός, αλλά κι ένας μεγάλος λυρικός ποιητής. Τα χορικά του είναι μεν μικρότερα απ’ τα χορικά του Αισχύλου, αποτελούν όμως σπουδαιότατο στοιχείο του δράματός του κι αποκαλύπτουν μια απ’ τις πιο σημαντικές πλευρές της ποιητικής μεγαλοφυΐας του. Τα χορικά του Σοφοκλή δημιουργούσαν μια πολύ μεγάλη αισθητική απόλαυση στους Αθηναίους και μετά 41\2 αιώνες ο Δίων ο Χρυσόστομος έλεγε γι’ αυτά : έχουν ηδονήν θαυμαστήν και μεγαλοπρέπειαν, ώστε μη εική τοιαύτα περί αυτού τον Αριστοφάνην ειρηκέναι (. . . . . .) Ο δ’ ου Σοφοκλέους τω μέλιτι κεχρισμένου ώσπερ καδίσκου περιείληχε το στόμα.
Η εισαγωγή της Φρυγικής μελοποιΐας έδινε στα χορικά τόνους μεγαλύτερης ευαισθησίας και παθητικότητας και πέτυχε να θίξει τις βαθύτερες χορδές της ανθρώπινης ψυχής. Δεν έχουν το μυστηριακό μεγαλείο και το θεολογικό ύψος των χορικών του Αισχύλου, είναι όμως πιο ανθρώπινα και γι’ αυτό συγκινούν περισσότερο την ανθρώπινη ψυχή. Τα κύρια χαρακτηριστικά του λυρισμού του είναι η ομορφιά κι η ευγένεια, η γαλήνη κι η χάρη σε συνδυασμό με το βάθος του αισθήματος και το ύψος των ιδεών.
Η γ λ ώ σ σ α τ ο υ π ο ι η τ ή. Στην τελειότητα του λυρικού και δραματικού έργου του Σοφοκλή μεγάλο ρόλο έπαιξε κι η γλώσσα του. Με τη γλωσσοπλαστική δύναμή του, κατόρθωσε να δημιουργήσει το γλωσσικό όργανο που είχε ανάγκη σαν τραγικός ποιητής. Στο έργο του για πρώτη φορά παρουσιάζεται η διάκριση της λυρικής γλώσσας απ’ τη γλώσσα του απλού διαλόγου. Η γλώσσα του ποιητή είναι δυνατή, διαυγής, ηχηρή, μεγαλοπρεπής, συγκεκριμένη και με πολλές αποχρώσεις. Οι λέξεις είναι ακριβείς (θυμίζουν τον Θουκυδίδη) και γεμάτες νόημα. Κάθε τι που παίρνει απ’ τη γλώσσα του Ομήρου που τη γνωρίζει σε βάθος, ή απ’ τη γλώσσα των συγχρόνων του κι απ’ τη γλώσσα της καθημερινής ζωής, το αφομοιώνει τελείως και το ανανεώνει με φυσική ακρίβεια και με υποβλητικότητα. Αποφεύγει τις υπερβολές και κάθε τι το σχολαστικό κι όχι θεατρικό.
Κ α ι ν ο τ ο μ ί ε ς τ ο υ π ο ι η τ ή. Το νόημα του δράματος όπως το βλέπει και το ενσαρκώνει ο Αισχύλος είναι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό του Σοφοκλή. Απ’ αυτή τη διαφορετική αντίληψη του Σοφοκλή για το δράμα και τη δραματική τέχνη ξεπηδήσαν όλες οι καινοτομίες που ο ποιητής έκανε σ’ αυτό.
Οι καινοτομίες του ποιητή, ως προς την εξωτερική μορφή του δράματος είναι: 

1. Η αύξηση των χορευτών από 12 σε 15.
2. Η εισαγωγή του τρίτου υποκριτή (με τον Αισχύλο ήσαν 2).
3. Ανακάλυψη της σκηνογραφίας.
4. Εισαγωγή της καμπύλης βακτηρίας.
5. Οι λευκές κρηπίδες για τους χορευτές κι ηθοποιούς.
6. Η εισαγωγή της Φρυγικής μελωδίας στην τραγωδία.

Ο Σοφοκλής, όπως αναφέρει η Σούδα, διαγωνιζόταν όχι με τετραλογίες που τα δράματά τους είχαν κοινό θέμα, όπως γινόταν μέχρι τότε, αλλά με τετραλογίες που τα δράματά τους είχαν θέμα διαφορετικό. Επίσης δεν έπαιζε ο ίδιος στα δράματά του, όπως εκάναν οι παλιότεροι δραματικοί ποιητές κι αυτό γιατί είχε αδύνατη φωνή (μόνο στον Θαμύρα και τη Ναυσικάα έπαιξε ο ίδιος), αλλά έγραφε τα δράματά του σύμφωνα με τη φύση των ηθοποιών που είχε στη διάθεσή του. Πρέπει ακόμα να πούμε πως περιόρισε σιγά-σιγά τα χορικά.
Η π ί σ τ η τ ο υ π ο ι η τ ή. Στο έργο του Σοφοκλή κυριαρχεί μια βαθιά πίστη κι ένας σεβασμός στους Ελληνικούς θεούς. Απ’ τη θέληση των θεών πηγάζουν όλα στη ζωή του ανθρώπου, ευτυχία και δυστυχία. Η θέληση του ανθρώπου δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη θέληση των θεών. Οι νόμοι τους είναι αιώνιοι και κανείς δεν μπορεί να τους παραβεί. Σ’ ορισμένες στιγμές η κοσμοθεωρία του ποιητή είναι απαισιόδοξη. Οι θεοί είναι, όπως πιστεύει, δυνατοί κι αθάνατοι, σ’ αντίθεση με τους ανθρώπους που είναι αδύνατοι και φθαρτοί, σκιές και φαντάσματα είδωλα όσαπερ ζώμεν ή κούφην σκιάν. Η ζωή του ανθρώπου είναι ως το μηδέν.
Το πρώτο αγαθό είναι να μη γεννιέται ο άνθρωπος και το δεύτερο, αν γεννηθεί να πεθάνει το γρηγορότερο. Απ’ αυτή την κοσμοθεωρία βγαίνει κι η ειδική θεωρία του. Πάνω απ’ όλα πιστεύει πως είναι η αρετή. Οι κατακτήσεις της αρετής μόνο είναι ασφαλείς. Στη ζωή το μόνο που σώζει είναι η φρόνηση, το ευ φρονείν. Οι φρονούντες ευ κρατούσι. Η φρόνηση είναι κτημάτων υπέρτατον.
Ο Σοφοκλής δεν ήταν γεννημένος για κοσμολογικά προβλήματα, ούτε για μεταρρυθμιστής θρησκείας, αλλά για απολογητής της παραδοσιακής πίστης των θεών. Γι’ αυτό όλα τα δράματά του τα χαρακτηρίζει ψυχική ηρεμία κι αρμονική ομαλότητα. Ο μεν Αισχύλος, κατά τον Βιλαμόβιτς, παραδέχεται ότι ο κόσμος κυβερνιέται απ’ την αδυσώπητη δικαιοσύνη ενός παντοδύναμου θεού ή απρόσωπων ηθικών νόμων, ο δε ευλαβικός Σοφοκλής, πάνω από κάθε βούληση κι ανθρώπινη δύναμη, βλέπει έναν κόσμο παντοδύναμων αθανάτων, που δε δίνουν σε κανέναν λόγο για τις πράξεις τους και πολύ λιγότερο στους ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να σκύβουν το κεφάλι μπροστά στη θέλησή τους αγόγγυστα, όσο κι αν τους είναι ακατανόητη. Εξ αιτίας των δοξασιών αυτών του ποιητή, πολλοί υποστηρίξαν ότι η ποίησή του έχει σαν κύριο σκοπό της το πρόβλημα του πάσχοντος ανθρώπου.
Ο Σοφοκλής με το δραματικό του έργο αποκαλύπτει στην ανθρωπότητα έναν λαό, ο οποίος με μακροχρόνιους και σκληρούς αγώνες κατόρθωσε να φωτίσει τη φύση και να κυριαρχήσει πάνω της. Ακόμα αποκάλυψε το ηθικό μεγαλείο του ανθρώπου που προσπαθεί να μετριάσει τις οδύνες του με την αγάπη και την αφοσίωση και να επιβληθεί στις αδυναμίες του με τον νόμο και το ήθος.
Την καλύτερη κριτική για τον Σοφοκλή, σαν δραματικό ποιητή και για τη θέση του στην ιστορία του Ελληνικού δράματος την έκανε ο Δίων ο Χρυσόστομος μ’ αυτά τα λόγια : Ο δε Σοφοκλής μέσος έοικεν αμφοίν είναι, ούτε το αύθαδες και απλούν το του Αισχύλου έχων, ούτε το ακριβές και δριμύ και πολιτικόν το του Ευριπίδου, σεμνήν δέ τινα και μεγαλοπρεπή ποίησιν, τραγικώτατα και ευεπέστατα έχουσαν, ώστε πλείστων είναι ηδονήν, μετά ύψους και σεμνότητος ενδείκνυσθε (Λόγος 52).
Τ ο έ ρ γ ο τ ο υ Σ ο φ ο κ λ ή. H παλιότερη απ’ τις τραγωδίες του που μας έχουν σωθεί είναι ο Αίας (απ’ τη μεσαία περίοδο της δημιουργίας του, μεταξύ του 450 και 440 π.Χ. Πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι η Αντιγόνη). Το θέμα της είναι παρμένο απ’ τα ομηρικά έπη. Ο Σοφοκλής έγραψε το έργο αυτό όταν ακόμα βρισκόταν κάτω απ’ την επίδραση του Αισχύλου. Το έργο αρχίζει με τη μοναδική σ’ έργο του εμφάνιση μιας απ’ τις μεγάλες θεότητες του Ολύμπου, την Αθηνά που εισάγει το κοινό στο θέμα. Όταν βέβαια αρχίζει το έργο, η απόφαση του ήρωα έχει ήδη παρθεί. Το δράμα δε δείχνει τα ίδια τα γεγονότα αλλά τις συνέπειές τους. Ο Αίας, νικημένος απ’ τον Οδυσσέα στη διαφορά τους για τα όπλα του Αχιλλέα κι αποφασισμένος να πάρει με το αίμα την εκδίκησή του απ’ τους Έλληνες, πέφτει με θολωμένο το μυαλό σ’ ένα κοπάδι προβάτων και τα κατασφάζει. Όταν συνέρχεται, βλέπει τον εαυτό του τελείως απομονωμένο μέσα στη ντροπή του, αποδιωγμένο απ’ τον κύκλο των ηρώων εξ αιτίας της υπέρμετρης φιλοδοξίας του κι αποφασίζει να προχωρήσει στο μόνο που του έχει απομείνει, την αυτοκτονία. Μπροστά στο Χορό μιλάει με κατανόηση για τους νόμους αυτού του κόσμου και για τη διάθεσή του να υποταχτεί σ’ αυτούς κι ύστερα πηγαίνει, όπως λεει, να καθαριστεί στη θάλασσα (παραπλανητική ρήση). Στην πραγματικότητα βαδίζει προς το θάνατο που μόνος του διάλεξε. Το δεύτερο μέρος του δράματος που η ενότητά του έχει αμφισβητηθεί ήδη στην αρχαιότητα (δίπτυχος τύπος), περιέχει τη διαμάχη για την ταφή του Αίαντα, 
προανάκρουσμα για τον προβληματισμό της Αντιγόνης και συγχρόνως αποκατάσταση της ισορροπίας μέσω της διαλλακτικής στροφής του Οδυσσέα και της αναγνώρισης κι
αποδοχής της τραγικής μοίρας. Ο Οδυσσέας χωρίς να είναι καθόλου τραγική μορφή κι η Αθηνά σαν η κατευθύνουσα το σκληρό παιχνίδι αντιπαρατίθενται στον Αίαντα. Το έργο δεν είναι μόνο μια παρουσίαση του μηχανισμού ενοχής και τιμωρίας. Πέρ’ απ’ αυτό φανερώνεται το παράδειγμα ενός σπουδαίου ανθρώπου που έχοντας ξεπεράσει το μέτρο και παγιδευμένος μέσα σε μια σύγχυση, λυγίζει και πέφτει. Ο Αίας ήταν ένα απ’ τα έργα που δείχναν προτίμηση οι βυζαντινοί. Κι οι Ρωμαίοι ποιητές όμως είχαν παλιότερα ασχοληθεί τόσο με το πρόσωπο του Αίαντα όσο και με το θέμα της φιλονικίας για τα όπλα (Λίβιος Ανδρόνικος, Έννιος). Το έργο ξαναζωντάνεψε στο δυτικό κόσμο μέσω της λατινικής μετάφρασης του Scaliger (1574). Ο ίδιος ο Σοφοκλής ασχολήθηκε με το θέμα αυτό και σ’ άλλα δυο έργα του, τον Τεύκρο (επιστροφή του ήρωα στην πατρίδα του ύστερα απ’ τον πόλεμο) και τον Ευρυσάκη που ίσως αποτελούσαν, μαζί με τον Αίαντα, μια τριλογία. Ό,τι σώθηκε σε μας απ’ το έργο του Ευρύπυλος τοποθετείται χρονολογικά σ’ αυτή την περίοδο (μια αγγελική ρήση μπροστά στην Τροία).
Λόγω ομοιοτήτων με τον Αίαντα (δίπτυχη σύνθεση κ.ά), στη δεύτερη θέση ανάμεσα στα σωσμένα έργα του θα πρέπει να τοποθετηθούν οι Τραχινίες (μεταξύ των ετών 440 και 435 π.Χ. άλλοι τις κατατάσσουν μετά την Αντιγόνη). Υπέρ της τοποθέτησης αυτής συνηγορούν επίσης ο λεγόμενος στατικός τύπος των σκηνών κι η ξαναπαρουσίαση του στοιχείου της απομόνωσης μιας μοναχικής μορφής. Η Δηιάνειρα καταλαβαίνει πολύ αργά πως με το φίλτρο που θα την ξανάδενε στενότερα με τον Ηρακλή, αντίθετα τον εξοντώνει. Είναι η τραγωδία όχι μόνο της γυναίκας που γερνάει κι αισθάνεται απογοήτευση για τον έρωτά της, αλλά και του τυφλού ανθρώπου που δεν καταλαβαίνει τους υπαινιγμούς των θεών και τους περιφρονεί. Με την τραγική μοίρα της Δηιάνειρας ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του έργου. Ο Ηρακλής παρουσιάζεται μόλις στο δεύτερο μέρος του. Οι προετοιμασίες του θανάτου του απαρτίζουν τ’ άλλο μέρος του δίπτυχου. Ο Σενέκας ασχολήθηκε με το θέμα έχοντας σαν πρότυπά του τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Ύστερα από κάποιες αναδρομές στο θέμα στα πλαίσια της γαλλικής ποίησης του 17ου αιώνα, ο Ezra Pound παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα μετασκευή του έργου το 1956 (Γυναίκες της Τραχίνας).
Στην ίδια περίπου εποχή ανήκει κι η Αντιγόνη (μάλλον το 442 π.Χ.). Σ’ αυτό το έργο ο ποιητής δείχνει τη θανάσιμη διαμάχη δυο ανθρώπων που με την αλύγιστη μονομέρεια επιμένουν στις αντίθετες απόψεις τους. Ο Κρέων απαγορεύει την ταφή του θεωρούμενου εχθρού της πατρίδας, ενεργεί τρομοκρατικά και χρησιμοποιεί πολιτικού περιεχομένου επιχειρήματα. Η Αντιγόνη διεκδικεί για τον εαυτό της το δικαίωμα να προσφέρει τις λατρευτικές και θρησκευτικές της υπηρεσίες στον νεκρό αδερφό της, ζητάει σεβασμό, ευσέβεια κι αγάπη (περίφημη η φράση της στον στ. 523) και χρησιμοποιεί επιχειρήματα ηθικοθρησκευτικού περιεχομένου. Σ’ έντονους διαλόγους και σε μια στιχομυθία συγκρούονται μεταξύ τους οι αντίθετες απόψεις. Με την καταδίκη της Αντιγόνης σε θάνατο ο Κρέων μένει εξωτερικά νικητής, η απάνθρωπη όμως εμμονή του στους νόμους μιας κρατικής λογικής, η υπερεκτίμηση του ίδιου του εαυτού του που τον κάνει να ταυτίσει τις δικές του επιταγές με τους νόμους του κράτους κι ακόμα με τη θεϊκή βούληση, τον τιμωρεί με τον θάνατο του γιου του και της γυναίκας του, αφήνοντάς τον μόνο του στη ζωή κι εκμηδενισμένο. Το χορικό για τη δύναμη και τα όρια του ανθρώπου (στ. 332) είναι μια εντυπωσιακή προτροπή κι υπόμνηση του ποιητή. Πνευματικές αντιπαραθέσεις της εποχής επιδράσαν σ’ αυτό το έργο, όπως η ιδέα της αυτόνομης κι ανεξάρτητης προσωπικότητας, της αδέσμευτης απέναντι στη θρησκευτική και κρατική παράδοση. Κάτω απ’ την επίδραση του Hegel (Φιλοσοφία της θρησκείας) η σύγχρονη ερμηνεία είδε για πολύ καιρό την τραγική σύγκρουση σαν πάλη δυο χώρων που έχουν ίσα δικαιώματα της πολιτείας και της οικογένειας. Πάνω στη βάση αυτή γεννηθήκαν στις μέρες μας αρκετές μετασκευές του έργου (W. Hasenclever 1916, J. Aanouilh 1942, επεξεργασία και διασκευή της Αντιγόνης του Holderlin απ’ τον Brecht 1948). Όμως η ερμηνεία αυτή είναι λανθασμένη γιατί η Αντιγόνη αγωνίζεται για να υπερασπίσει τους θεϊκούς νόμους κι εναντίον της ανθρώπινης αλαζονείας. Οι αρχαίοι δείξαν πολύ λίγο ενδιαφέρον γι’ αυτό το έργο και μόνο στις αρχές του ουμανισμού (μάθημα του Μελάγχθωνα το 1534) το έργο αυτό έγινε πάλι αγαπητό στους αναγνώστες. Μετάφραση του M. Opitz το 1936, του Fr. Holderlin το 1804 (η τελευταία και σε μουσική του C. Orff Antigonae 1949). H παρουσίαση ενός τραγικού προβλήματος με τη μορφή συγκεκριμένης ατομικής αντίθεσης δυο προσώπων ήταν ένα καινούργιο δραματουργικό στοιχείο που ο Σοφοκλής το χρησιμοποίησε αργότερα πιο συχνά.
Χρονολογικά συνδέουμε με την Αντιγόνη αρκετά δράματα που συχνά τοποθετούνται κάτω από ένα γενικό θέμα σαν τραγωδίες της υπέρβασης του μέτρου (ύβρις) και της ανοσιουργίας: Τάνταλος, Νιόβη, Οινόμαος (μυθικός κύκλος των Πελοπιδών), Θυέστης (στη Σικυώνα), Ατρεύς (τα δυο τελευταία ανήκαν ίσως σε μια τριλογία) και Τηρεύς (μύθος της Πρόκνης). Κατά τη χρονολογική αυτή κατάταξη στο μέσο της δημιουργίας του Σοφοκλή 91
βρίσκεται ο Οιδίπους Τύραννος (μετά το 429 π.Χ.). Το έργο παρουσιάζει μια ενότητα μορφής που δεν είχε ως τώρα παρατηρηθεί στον Σοφοκλή και μια αυστηρή σύνθεση, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται, σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το πρόσωπο του τίτλου. Προπάντων αυτή η τραγωδία έγινε περίφημη σαν υποδειγματική περίπτωση αναλυτικού δράματος. Τα γεγονότα τοποθετούνται πριν απ’ την αρχή της σκηνικής δράσης. Το ίδιο το δράμα περιέχει ανακάλυψη κι αποκρυπτογράφηση των γεγονότων που έχουν προηγηθεί (τραγική ανάλυση, έτσι ο Schiller γράφει σε μια επιστολή του στον Goethe στις 2.10.1797). Ο Οιδίπους σωτήρας και βασιλιάς της Θήβας ψάχνει να βρει, για ν’ απαλλάξει την πόλη απ’ το θανατικό που τη χτυπάει, τον φονιά του Λάιου που είναι όμως αυτός ο ίδιος. Μ’ όσο μεγαλύτερο ζήλο αφοσιώνεται στην αναζήτηση, τόσο περισσότερο στενεύει γύρω του η θηλιά του πεπρωμένου. Τρεις μεγάλες αποκαλυπτικές σκηνές (Τειρεσίας, αγγελιαφόρος απ’ την Κόρινθο, βοσκός του Λάιου) δείχνουν τον ίδιο τον Οιδίποδα σαν τον φονιά. Οι χρησμοί φανήκαν σωστοί, όμως αυτή η αλήθεια καταστρέφει τον Οιδίποδα. Τυφλώνοντας τα ίδια του τα μάτια ο Οιδίπους πιστεύει ότι δεν πρέπει να βλέπει πια όσα δεν πρέπει να βλέπει. Η τελική σκηνή είναι το αντίθετο της αρχής. Στην αρχή βασιλιάς, τώρα αποδιωγμένος. Υποκειμενικά βέβαια αθώος, αντικειμενικά όμως πρόξενος τρομερής συμφοράς. Χτυπημένος απ’ τη μοίρα, μεγάλος όμως στην άνευ όρων αναζήτηση ολόκληρης της αλήθειας (σ’ αντίθεση προς την Ιοκάστη). Ο ρόλος αυτός που η σοφόκλεια ευσέβεια αναθέτει στον άνθρωπο, δυσκολεύει την κατανόηση αυτού του έργου που θαυμάστηκε πολύ για τη δομή του, μόνο όμως κατά προσέγγιση γίνεται κατανοητό σαν παρουσίαση της τυφλής οργής της μοίρας εναντίον ενός αθώου. Με το έργο του αυτό ο Σοφοκλής δεν κέρδισε τη νίκη (κέρδισε ο Φιλοκλής). Το θέμα το επεξεργαστήκαν λίγο μετά τον Σοφοκλή κι άλλοι ποιητές (ανάμεσά τους κι ο Ευριπίδης στις Φοίνισσες) ενώ την εποχή του ουμανισμού κανένα θέμα δεν κίνησε τόσο συχνά το ενδιαφέρον όσο αυτό (Racine, Corneille, Voltaire, Dryden). To γαλλικό σημαντικό κείμενο του J. Cocteau μελοποιήθηκε σε λατινική μετάφραση απ’ τον I. Strawinskij (1927, Oedipus Rex). Τη μετάφραση του Holderlin τη μελοποίησε ο C. Orff (1959). Η σύγχρονη ψυχανάλυση έκανε τον Οιδίποδα τύραννο βάση των πασίγνωστων, στο μεταξύ, ερμηνειών της (Οιδιπόδειο σύμπλεγμα).
Τα δράματα που ακολουθούν ανήκουν, κατά τη δομή και τη σύνθεσή τους, στα όψιμα έργα του ποιητή. Σ’ αυτά το τραγικό γεγονός ολοκληρώνεται μεταξύ ανθρώπων, όχι πια μεταξύ ανθρώπου και πεπρωμένου. Ο δόλος, η απάτη, το κακό κι η αδικία ξεκινούν απ’ τον ίδιο τον άνθρωπο και ρίχνουν άλλους ανθρώπους στη συμφορά. H Ηλέκτρα του Σοφοκλή (γύρω στο 415 π.Χ.) αντιστοιχεί σαν θέμα στο μεσαίο έργο της Ορέστειας του Αισχύλου (Χοηφόροι), όμως ο Σοφοκλής μετέθεσε τον προβληματισμό της μητροκτονίας σε δεύτερο πλάνο, ενώ στο κέντρο βρίσκεται η δραματική περιγραφή ενός ανθρώπου που ο δρόμος του οδηγεί, μέσ’ απ’ την πιο βαθιά απόγνωση, στην αυτοαπελευθέρωσή του. Απ’ τη σκοπιά του γεγονότος η Ηλέκτρα θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηριστεί δευτερεύουσα μορφή. Όπως όμως είχε κάποτε σώσει τον αδερφό της Ορέστη, έτσι τώρα τον οδηγεί στην πράξη της εκδίκησης, της οποίας αυτή είναι ο ηθικός αυτουργός. Η ανένδοτη θέλησή της για εκδίκηση, το μίσος της εναντίον της μητέρας της, η περιφρόνησή της για την αδερφή της, η θριαμβολογία της κατά τη στιγμή του θανάτου της Κλυταιμνήστρας οδηγούν την Ηλέκτρα σε μια απομάκρυνση απ’ όλα τ’ άλλα πρόσωπα, σε μια απομόνωση και σ’ ένα πείσμα, πράγματα που μας είναι γνωστά κι από παλιότερα δράματα του Σοφοκλή. Το έργο είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από τραγωδία χαρακτήρων. Στο πρόσωπο της Ηλέκτρας δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε καμιά ψυχική εξέλιξη. Αντίθετα γίνεται φανερός ο δυναμισμός των αισθημάτων της, κάτι στο οποίο χρησιμεύουν οι πέντε συναντήσεις της μ’ άλλο κάθε φορά πρόσωπο του δράματος που κι αυτά χαρακτηρίζονται με ακόμα λιγότερη ακρίβεια. Ήταν λοιπόν επόμενο που στα νεότερα χρόνια δόθηκε τόση σημασία στην ψυχολογική διερεύνηση του προσώπου που έδωσε τον τίτλο στο έργο (Hofmannsthal-Strauss 1909, E. O’ Neill Mourning becomes Electra = Το πένθος ταιριάζει στη Ηλέκτρα 1931). Επίσης κι ο Ευριπίδης ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα το 413 π.Χ. Στον μεσαίωνα η Ηλέκτρα διαβαζόταν στα σχολεία. Απ’ τον 16ο αιώνα αρχίζουμε να βρίσκουμε πολλές καινούργιες εκδοχές (Crebillon και Voltaire στον 18ο αιώνα, Bodmer, Beer και Dumas στον 19ο αιώνα, Giraudoux, Sartre και Hauptmann στον 20ο αιώνα.
Εντελώς ίδια με τη δομή της Ηλέκτρας είναι η δομή του Φιλοκτήτη (409 π.Χ.), ενός επεισοδίου απ’ τον Τρωικό πόλεμο που απασχόλησε και τους τρεις μεγάλους τραγικούς. Στον Σοφοκλή είναι ένα έργο ίντριγκας τουλάχιστον κατά τη δομή του. Ο Οδυσσέας με τη βοήθεια του Νεοπτόλεμου πρέπει να ξαναφέρει στο στρατόπεδο τον Φιλοκτήτη που κάποτε τον είχαν εγκαταλείψει οι Έλληνες λόγω αρρώστιας. Μόνο με τη βοήθεια του άρρωστου πια Φιλοκτήτη (ή με τη βοήθεια του τόξου του) μπορεί να κυριευθεί η Τροία απ’ τους Έλληνες, τουλάχιστον έτσι έλεγε ο χρησμός. Το ζευγάρι των αντίπαλων ρόλων, Οδυσσέα – Φιλοκτήτη, συμπληρώνεται με τον νεαρό Νεοπτόλεμο που ενώ στην αρχή είναι βοηθός του Οδυσσέα στη δολοπλοκία του, παίρνει το μέρος του Φιλοκτήτη, απορρίπτοντας την 92
άσχημη απάτη. Το θέμα είναι τώρα ν’ αλλάξει γνώμη και να πειστεί ο πικραμένος Φιλοκτήτης. Εδώ ο Σοφοκλής χρησιμοποίησε για μια μοναδική φορά το μέσο του από
μηχανής θεού: Ο Ηρακλής, κάτοχος άλλοτε του περίφημου τόξου, προτρέπει τον Φιλοκτήτη να υπακούσει στη θεϊκή εντολή. Ένα πλούσιο σκηνικό παιχνίδι μεταξύ των τριών προσώπων, του Οδυσσέα, του πανούργου απατεώνα που εκπροσωπεί όμως και τα νόμιμα δικαιώματα, του Φιλοκτήτη, σε βάρος του οποίου παίχτηκε ένα άσχημο παιχνίδι που δεν είναι μόνο αντικείμενο της συμπάθειας και της συμπόνιας, αλλά κι ο άνθρωπος που φτάνει σε μια υπερβολή μίσους, του Νεοπτόλεμου, του νέου ανθρώπου που ταλαντεύεται ανάμεσα στο αίσθημα της αλληλεγγύης, της υπακοής και του υπερβάλλοντος ζήλου απ’ τη μια, της συμπόνιας, της φιλαλήθειας και της εντιμότητας απ’ την άλλη. Ο Σοφοκλής συνέχισε την επεξεργασία του θέματος αυτού και σ’ ένα άλλο ακόμα έργο του Φιλοκτήτης εν Τροία. Τον μύθο τον παρουσιάσαν στη σκηνή τόσο τραγικοί όσο και κωμικοί ποιητές. Ο Δίων απ’ την Προύσα σύγκρινε μεταξύ τους τις μορφές του Φιλοκτήτη που παρουσιάσαν οι τρεις μεγάλοι τραγικοί κι έδωσε το βραβείο στον Σοφοκλή. Σαν σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και τη συμπόνια, στον πατριωτισμό και την ανθρωπιά το θέμα απασχόλησε πάλι τη λογοτεχνία απ’ τον 18ο αιώνα και μετά (Herder 1744, Gide 1899, B. v. Heiseler 1948, σύγχρονη ανάπλαση απ’ τον H. Muller 1966).
Το τελευταίο έργο του Σοφοκλή είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ που γράφτηκε το 406 π.Χ. κι ανεβάστηκε το 401 π.Χ. (μετά απ’ το θάνατο του ποιητή, απ’ τον ομώνυμο έγγονό του). Με την επιστροφή του Σοφοκλή στον θηβαϊκό κύκλο ο Οιδίπους παρουσιάζεται τώρα σαν ένας εκλεκτός. Στο έργο αυτό συντελείται η ανύψωσή του σε ήρωα. Σ’ άμεσο συσχετισμό μ’ έναν τοπικό αθηναϊκό μύθο ο Οιδίπους στο τέλος της περιπλάνησής του, ανυψώνεται στη χορεία των προστατών θεών αυτού του τόπου. Έτσι η τραγωδία γίνεται πάλι ένα δράμα λατρευτικό και μυστηριακό. Η αθλιότητα του κόσμου αυτού, η έριδα κι η διαμάχη των καταραμένων γιων του Οιδίποδα βρίσκεται σ’ έντονη αντίθεση με την ιερή επιβλητική γαλήνη του άλσους, στο οποίο συντελείται η ανύψωση σε ήρωα του Οιδίποδα, του αποδιωγμένου κάποτε απ’ τους θεούς που τελικά τον ανυψώνουν αυτοί οι ίδιοι. Έτσι τα δυο δράματα του Οιδίποδα συμβολίζουν τον τρόπο με τον οποίον ο Σοφοκλής δείχνει πως ο χτυπημένος απ’ τη συμφορά άνθρωπος είναι συγχρόνως κι ο διαλεχτός.
Γι’ άλλες τραγωδίες του μπορούμε να πάρουμε μιαν ιδέα απ’ τα αποσπάσματα που έχουν σωθεί. Είναι φανερό ότι ο Σοφοκλής προτιμούσε να παίρνει τα θέματά του απ’ τους μύθους του Επικού κύκλου (Φρύγες, Φοίνιξ, Ναυσικάα, Φαίακες, Ιφιγένεια, Παλαμήδης, Μέμνων). Μετά έρχονταν οι μύθοι των Αργοναυτών (Αργώ, Φινεύς, Υψιπύλη, Νεμέα, Λήμνιαι), του Ηρακλή (Αλκμήνη, Ηρακλείδαι, Αμφιτρύων), των Δαναΐδων (Ακρίσιος, Δανάη, Ανδρομέδα). Η ιστορία του Μελέαγρου (Οινεύς, Μελέαγρος, Ιππόνους), οι μυθικές παραδόσεις της Αθήνας (Κρέουσα, Ίων) κι αρκετές άλλες μυθικές μορφές (Ιξίων, Νιόβη, Σίσυφος, Αιγεύς, Θησεύς, Φαίδρα).
Ευρήματα των τελευταίων χρόνων αφορούν σατυρικά του δράματα που απ’ αυτά δυο είχαν για θέμα τον Ηρακλή, ένα την κρίση του Πάρη, ένα τον γάμο της Ελένης. Απ’ το 1912 έχουμε μεγάλα κομμάτια κι απ’ το ίδιο το κείμενο ενός απ’ τα δράματα αυτά, τους Ιχνευτάς (κυνηγόσκυλα) όπου Ιχνευταί εδώ είναι οι Σάτυροι κι αποτελούν το Χορό με οδηγό τον Σιληνό. Ψάχνουν να βρουν τα βόδια του Απόλλωνα που έκλεψε ο Ερμής. Το θέμα του σχετικά πρώιμου αυτού έργου, είναι παρμένο απ’ τον Ομηρικό ύμνο στον Ερμή. Αποσπάσματα έχουμε επίσης κι από ένα άλλο σατυρικό του δράμα, τον Ίναχο (ο έρωτας του Δία για την Ιώ).
Οι πολυάριθμες νίκες που κέρδισε μας δείχνουν τη μεγάλη αναγνώριση που βρήκε ο Σοφοκλής όσο ζούσε. Αντίθετα με τους δυο άλλους μεγάλους τραγικούς ο Σοφοκλής δεν είχε καμιά δυσκολία στο να κερδίζει το κοινό του. Ακόμα κι ο Αριστοφάνης έκφρασε στους Βατράχους του την τιμή που έπρεπε για τον πεθαμένο πια ποιητή. Ο Σοφοκλής κι ο Ευριπίδης δίναν συχνά ο ένας στον άλλον ευκαιρίες γι’ αλληλεπιδράσεις. Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι προσφέραν πολλά στη διάσωση των κειμένων. Τ’ όνομα του Αριστοφάνη του Βυζαντίου στα παπυρικά ευρήματα μας δείχνει την εκδοτική δραστηριότητά του. Ο Δίδυμος έγραψε εξηγήσεις, στις οποίες συνόψισε παλιότερα ήδη υπομνήματα. Στον 2ο μ.Χ. αιώνα περίπου οι ανάγκες του σχολείου οδηγήσαν στην επιλογή των 7 δραμάτων που μας έχουν σωθεί ολόκληρα. Στον 4ο αιώνα ο Σαλούστιος έκανε μια έκδοση των δραμάτων αυτών, ενώ στους βυζαντινούς χρόνους εργαστήκαν πάνω στα κείμενα αυτά ο Μάξιμος Πλανούδης, ο Μανουήλ Μοσχόπουλος, ο Θωμάς Μάγιστρος κι ο Δημήτριος Τρικλίνιος (όλοι τους του 13ου-14ου αιώνα). Η παράδοση ανάγεται σ’ έναν αρχέτυπο του μεσαίωνα. Μια ομάδα χειρογράφων με τον Laurentianus 32,9 του 10ου-11ου αιώνα, μια άλλη του 15ου-16ου αιώνα. Σ’ αρκετά χειρόγραφα υπάρχουν μόνο δράματα που έχουν εκδοθεί απ’ τον Μοσχόπουλο: Αίας, Ηλέκτρα, Οιδίπους τύραννος (βυζαντινή τριάς). Editio princeps: Βενετία 1502. Μετά ο Μελάγχθων αφιέρωσε στον Σοφοκλή το γνωστό του μάθημα. Τότε, τον 16ο αιώνα, ανεβαστήκαν κι ορισμένα δράματα. Η σειρά των γερμανικών
μεταφράσεων άρχισε με τον M. Opitz (Αντιγόνη, 1636), συνεχίστηκε με τον Chr. v. Stolberg (1787) κι ολοκληρώθηκε με τον Holderlin (Αντιγόνη, Οιδίπους τύραννος, 1804).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου