Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ




Μεγάλος κωμικός ποιητής του 4ου/3ου π.Χ. αιώνα. Θεωρείται ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Νέας Αττικής Κωμωδίας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 342/1 π.Χ. (40 περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Αριστοφάνη). Ήταν γιος του στρατηγού Διοπείθη, πλούσιου και σημαντικού πολίτη που άφησε μια μεγάλη περιουσία στο γιο του ο οποίος ασχολήθηκε σοβαρά με τη μελέτη των κλασικών συγγραφέων και κυρίως του Ευριπίδη που τον μιμείται συχνά στα έργα του. 
Η ίδια πηγή δίνει για έτος θανάτου του το 293/2 π.Χ. λέγοντας ωστόσο ότι ο Μένανδρος ήταν τότε 52 ετών (το λάθος μάλλον προέρχεται από σύγχυση με την τελευταία παράστασή του). 
Δάσκαλός του στη λογοτεχνία πρέπει να ήταν ο θείος του ποιητής Άλεξις και δάσκαλός του στη φιλοσοφία ο Θεόφραστος. Με τον Επίκουρο είχε μια απλή γνωριμία ενώ με τον Φαληρέα φιλία. Ο Μένανδρος δεν άφησε ποτέ την Αθήνα, αν και προσκλήθηκε στην Αίγυπτο και στη Μακεδονία. Παρά τις πολιτικές αναταραχές της εποχής του, στις οποίες μια φορά λίγο έλειψε να μπλέξει, έζησε μάλλον αποτραβηγμένος κι ευτυχισμένος, μέσα σε συνθήκες ασφαλείς που μέσα από πολυάριθμους θρύλους ωραιοποιηθήκαν ακόμα περισσότερο.

Όταν ήταν τριών ή τεσσάρων χρονών, οι Μακεδόνες νικήσαν στη μάχη της Χαιρώνειας, βάζοντας για πάντα τέρμα στην υπεροχή της παλιάς Ελλάδας. Όταν ήταν εφτά, ο Αλέξανδρος κατάκτησε τη Θήβα. Όταν ήταν είκοσι, ο Αντίπατρος διάλυσε ολόκληρο τον αθηναϊκό στόλο, τον τελευταίο που είχε η Αθήνα. 
Όμως για τον Μένανδρο όλ’ αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα είναι σα να μη γίναν. Παρουσιάζεται στο θέατρο για πρώτη φορά στην εφηβική ηλικία, τη χρονιά που ο Αριστοτέλης πεθαίνει αυτοεξόριστος στη Χαλκίδα κι ο Δημοσθένης αυτοκτονεί στον Πόρο για να μην πέσει στα χέρια των Μακεδόνων.

Σύμφωνα με τη Σούδα ήταν τρελός για τις γυναίκες και λίγο αλλήθωρος και κατά τον Αλκίφρονα και τη φανταστική αλληλογραφία του, βρήκε στο πρόσωπο της Γλυκέρας τη σύντροφο και τη Μούσα του. Ο Μένανδρος πρέπει να πνίγηκε στη θάλασσα κολυμπώντας. Τα βιογραφικά του στοιχεία προέρχονται απ’ την επιγραφή που προαναφέρθηκε, απ’ τη Σούδα κι απ’ τον Ανώνυμο Περί κωμωδίας.

Η γ λ ώ σ σ α  τ ο υ  π ο ι η τ ή. 
Η γλώσσα του Μενάνδρου είναι η Αττική διάλεκτος των μορφωμένων λαϊκών στρωμάτων της Αθήνας. Η γλωσσική πάντως και μετρική επεξεργασία των κειμένων του δε δημιουργούσε στον Μένανδρο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, καμιά δυσκολία. Η μετρική ποικιλία των παλιότερων έργων του δε βρίσκεται πια στα μεταγενέστερα έργα του. Παλιότερα δίπλα στους ιαμβικούς τρίμετρους είχε επίσης χρησιμοποιήσει ιαμβικούς και τροχαϊκούς τετράμετρους.

Οι στίχοι του είναι φτιαγμένοι με μια σχεδόν τέλεια μαστοριά κι άνεση, χωρίς κανένα ίχνος μετρικού βιασμού. Ο λόγος του είναι ο γνήσιος ζωντανός λόγος και καθρεφτίζει τον τόνο του φυσικού καθημερινού λόγου της εποχής του. Ο πλούτος των αποφθεγματικών του φράσεων οδήγησε στις γνωστές συλλογές γνωμών (που συχνά αυξηθήκαν και μ’ άλλα γνωμικά). Υπάρχουν ακόμα παρωδίες που συχνά σ’ αυτές διακρίνει κανείς στο βάθος των Ευριπίδη. 
Και στην τεχνική το πρότυπο της τραγωδίας είναι αισθητό. Συχνά ο θεατής μπαίνει στην πολύ μπερδεμένη ιστορία με τη βοήθεια ενός προλόγου που μερικές φορές γίνεται από κάποιον θεό. Οι πρόλογοι αυτοί που δεν σώζονται πάντα, έρχονται μερικές
φορές αμέσως μετά απ’ την εισαγωγική σκηνή. 
Το κοινό προσφωνείται όχι μόνο εδώ, αλλά και σε πολλά άλλα σημεία του έργου, μ’ αποτέλεσμα να δημιουργείται μια στενή επαφή ανάμεσα στη σκηνή και τους θεατές. Ό,τι έμεινε απ’ τα παλιά Χορικά (μετά από μια μακροχρόνια εξέλιξη απ’ την εποχή ακόμα της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας) δεν είναι παρά τραγουδιστικά κι ορχηστικά παραγεμίσματα ανάμεσα στις πράξεις, κάτι που συγχρόνως μας βοηθάει να διακρίνουμε καθαρά τη διαίρεση των έργων σε πράξεις (συνήθως 5). Έτσι η δομική αυτή αρχή επιβλήθηκε σιγά-σιγά σαν συμβατική στην κατασκευή των θεατρικών έργων. Μια διαδικασία ωρίμανσης του ποιητή ήδη η αρχαία λογοτεχνική κριτική είχε πιστέψει πως είναι ευδιάκριτη στην ποίηση του Μενάνδρου. 
Η σημερινή θεώρηση των πραγμάτων που στην πραγματικότητα στηρίζεται σε δυο μόνο έργα, το επιβεβαιώνει. Το χοντρό σκώμμα, απομεινάρι της Αρχαίας και Μέσης Αττικής Κωμωδίας, η άγρια διακωμώδηση μετακινούνται μ’ έναν συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό στο περιθώριο των μεταγενεστέρων έργων, τα χοντρά αστεία υποχωρούν, οι χαρακτήρες διαφοροποιούνται με μεγαλύτερη λεπτότητα, η γλώσσα γίνεται πιο ευπρεπής, ο τόνος του καθημερινού λόγου ομαλότερος και φυσικότερος κι η ιδιαιτερότητα του κάθε επί μέρους ατόμου περιγράφεται μ’ όλο και πιο ταιριαστό κι επιτυχημένο τρόπο.

Ο ι χ α ρ α κ τ ή ρ ε ς τ ο υ Μ ε ν ά ν δ ρ ο υ. 
Ήδη οι αρχαίοι θεωρούσαν τον Μένανδρο επιδέξιο δραματουργό που μπόρεσε, όπως λέγαν, ν’ απεικονίσει πιστά τη ζωή και τις ποικίλες τύχες της. Ο έπαινος αυτός γίνεται ακόμα πιο αληθινός σε σχέση με την ικανότητά του να περιγράφει χαρακτήρες. Ο Μένανδρος ασχολήθηκε με τους Χαρακτήρες του Θεόφραστου. Αυτό φαίνεται αν παραλληλίσουμε τα θέματα του Θεόφραστου (απ’ το έργο Χαρακτήρες) και του ποιητή και τότε θα παρατηρήσουμε την προσέγγιση των δυο συγγραφέων:
Θεόφραστου Περί Κολακείας – Μενάνδρου Κόλαξ
Θεόφραστου Περί Αγροικίας - Μενάνδρου Αγροίκος
Θεόφραστου Περί Δυσιδαιμονίας - Μενάνδρου Δυσιδαίμων
O Μένανδρος όμως έδωσε στα πρόσωπα των έργων του και καθαρά προσωπικά, ατομικά χαρακτηριστικά, κάνοντάς τα έτσι αυθεντικά κι αξιόπιστα αντίγραφα της αληθινής ζωής. 
Η περιγραφή, ωστόσο, αυτών των θεατρικών μορφών δεν αποτελεί μαρτυρία μόνο για την παρατηρητικότητα του Μενάνδρου, αλλά και για την πάντα πρόθυμη για συμβιβασμό και συμφιλίωση καλοσύνη του, καθώς και την αμέριστη κατανόησή του για τις ανθρώπινες αδυναμίες. 

Ο Μένανδρος γνώριζε πολύ καλά την αστάθεια και τη σαθρότητα αλλά και την ατέλεια του ανθρώπου που ήταν αυτή ακριβώς η γνώση που τον οδήγησε στη γεμάτη από κατανόηση επιείκειά του για τις ανθρώπινες αδυναμίες και βοήθησε να γεννηθεί μέσα του η ανεκτικότητα κι η ανθρωπιά. Όλ’ αυτά κάναν τον Μένανδρο, όπως λέει κι ο Τερέντιος, να πει πως αυτός είναι άνθρωπος κι επομένως έχει συμπάθεια και κατανόηση για καθετί που έχει σχέση με τους ανθρώπους (Heautontimorumenos 77) και μετά να αναφωνήσει πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιαγάπητο στον κόσμο απ’ τον άνθρωπο όταν είναι πραγματικά άνθρωπος (απόσπ. 484 Korte).
Τέτοιου είδους αρχές (οι οποίες δείχνουν την επίδραση που είχαν πάνω του οι περί φιλανθρωπίας διδασκαλίες των Περιπατητικών, αλλά και των Στοϊκών) ο Μένανδρος δεν της διακήρυττε με τη μορφή θέσεων ή δογμάτων. 
Απλά φρόντιζε τ’ αληθινά του ιδεώδη να καθρεφτίζονται στις θεατρικές πράξεις και τα θεατρικά του πρόσωπα: συγκρούσεις καθηκόντων και λύση τους, λάθη και διόρθωσή τους, πάθη και καθυπόταξή τους, κοινωνική δικαιοσύνη, δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης. Αυτή η στροφή προς το καθολικά ανθρώπινο πήρε τη θέση του μύθου, της πολιτικής τάξης και της μεταφυσικής φιλοσοφίας, επομένως τη θέση των δυνάμεων και των παραγόντων της τάξης που στο μεταξύ είχαν πια παίξει το ρόλο τους.
Πολλά είναι τα φιλοσοφικά επιγράμματα γερόντων που είναι διασκορπισμένα στα έργα του τα οποία τονίζουν πως η ζωή είναι γλυκιά όταν διαλέξεις τη σωστή γυναίκα, πως η τύχη κυβερνάει τα πάντα, πως ο φτωχός δεν πρέπει να παντρεύεται, πως οι πιο χρήσιμοι θεοί μας είναι το Χρυσάφι και το Ασήμι κι άλλα τέτοια γνωμικά που θα επαναλαμβάνονται για δεκαοχτώ αιώνες.

Η δημοτικότητα του Μενάνδρου που ήταν μεγάλη απ’ τον καιρό ακόμα που εκείνος ζούσε, έγινε πολύ μεγαλύτερη μετά το θάνατό του. Αυτό γίνεται φανερό απ’ τα πολλά ξανανεβάσματα των έργων του και το στήσιμο ενός μπρούτζινου αγάλματός του
στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα (μας σωθήκαν η βάση του κι αντίγραφά του. Μας σωθήκαν επίσης παραστάσεις σκηνών απ’ τα έργα του). Ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος έκδωσε πολλά έργα του. Η πλατιά τους διάδοση στον ελληνικό χώρο είχε σαν αποτέλεσμα τις διασκευές και τις μεταποιήσεις τους στη λατινική γλώσσα. 
Οι επιδράσεις που είχαν, προσδιορίσαν αποφασιστικά την εξέλιξη της αστικής κωμωδίας (Shakespeare, Moliere). O Goethe, παρόλο που είχε γνωρίσει ένα μικρό μέρος των έργων του τον εκτιμούσε πολύ (επιστολές στον Echermann στις 10.5.1825 και 21.3.1827).
Το ξαναφανέρωμά του τον 20ο αιώνα βοήθησε όχι μόνο στην παραπέρα διάδοση των έργων του αλλά και στον επανέλεγχο και την επαναβεβαίωση της σκηνικής του επίδρασης.

Τ ο έ ρ γ ο τ ο υ π ο ι η τ ή. 
Ο Μένανδρος έγραψε 105 ή 108 ή 109 έργα που μερικά μπορεί ν’ ανεβήκαν στη σκηνή έξω απ’ την Αθήνα κι ακόμα μετά το θάνατό του. Οι επιτυχίες του στην Αθήνα φαίνεται να μη ήσαν μεγάλες. Είχε μονάχα 8 νίκες κι αυτό εξ αιτίας του αντιπάλου του Φιλήμωνα, του οποίου το έργο, αν κι ασύγκριτα κατώτερο του Μενάνδρου, εύρισκε μεγαλύτερη κατανόηση κι εύνοια απ’ το αθηναϊκό κοινό. Ο Μένανδρος όμως είχε απόλυτη επίγνωση της υπεροχής του και δεν έδινε καμιά σημασία στις λαϊκές προτιμήσεις. 
Ο Αύλιος Γέλλιος μάλιστα μας λέει το χαρακτηριστικό ανέκδοτο ότι μετά από μια νίκη του Φιλήμωνα, ο Μένανδρος συνάντησε τον αντίπαλό του και τον ρώτησε: Δε μου λες, στο θεό σου, Φιλήμων, όταν με νικάς κάθε φορά, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, ή αισθάνεσαι τον εαυτό σου ικανοποιημένο; Σίγουρες χρονολογίες παραστάσεών του υπάρχουν μόνο λίγες. 
Η πρώτη παράστασή του έγινε το 321 π.Χ. (Οργή), ενώ η παράσταση του Δύσκολου έγινε το 316 π.Χ. (νίκησε και στις δυο). Απ’ τα πολυάριθμα αυτά έργα του (σήμερα ξέρουμε 96 τίτλους) δυο μόνο μας έχουν σωθεί σε πολύ καλή κατάσταση (Δύσκολος, Επιτρέποντες). Δίπλα σ’ αυτά έχουμε απομιμήσεις Ρωμαίων ποιητών, καθώς και παπυρικά ευρήματα κι ακόμα πολλά παραθέματα. Έναν περίεργο κλάδο της παράδοσης αποτελεί μια συλλογή γνωμικών κι αποφθεγμάτων του ποιητή (Γνώμαι Μενάνδρου) που περιλαμβάνει 758 μονόστιχα. Ένα μέρος του υλικού αυτού είναι οπωσδήποτε παλιότερης ήδη προέλευσης, ένα μεγάλο μέρος είναι μάλλον γνήσιο. Αυτό οφείλεται γιατί στη διάρκεια των αιώνων παράδοσης ως τα βυζαντινά χρόνια γνώρισε πολλές επαυξήσεις κι αλλαγές. Η παράδοση των γνωμικών έγινε, μεταξύ άλλων, μέσω του Ιωάννη του Στοβαίου κι άλλων συλλογών μονοστίχων που είχαν ίσως στη βάση τους μια έκδοση του Μενάνδρου. 
Επίσης έχουμε δυο ανθολόγια σε συριακή γλώσσα και μια σέρβικη εκδοχή του 13ου αιώνα.
Ρωμαίοι συγγραφείς που ασχοληθήκαν μ’ αυτόν διασκευάζοντας έργα του είναι: ο Τερέντιος (που ονομάστηκε μισός Μένανδρος) με τα έργα του Andria (με μια σκηνή απ’ την Περινθία), Heautontimorumenos (Αυτοτιμωρούμενος), Eunuchus (Ευνούχος, με μια προσθήκη - contaminatio - απ’ τον Κόλακα), Adelphoe (Αδελφοί, η δεύτερη μορφή του έργου του Μενάνδρου μ’ ένα κομμάτι απ’ τους Συναποθνήσκοντες) Ένας άλλος πάλι Ρωμαίος συγγραφέας είναι ο Πλαύτος με τα έργα Stichus (Αδελφοί, η δεύτερη πρώτη μορφή του έργου του Μενάνδρου), Bacchides (Δις εξαπατών), Cistellaria (;), Aulularia (;), Poenulus (Καρχηδόνιος). Με τη διασκευή έργων του Μενάνδρου ασχολήθηκε επίσης κι ο Statius Caecilius με το έργο του Plocium (Πλόκιον- περιδέραιο-ένα μέρος μας παραδόθηκε στον Gellius. Ο Τερέντιος διευκολύνει τον έλεγχο, καθώς στους Προλόγους του μιλάει για τα πρωτότυπά του και για τις αλλαγές που έκανε. Ο Πλαύτος όμως επειδή έχει κάνει μεγαλύτερες επεμβάσεις δυσκολεύει την έρευνα).

Παπυρικά ευρήματα που ήρθαν στο φως για πρώτη φορά στον 20ον αιώνα, μας βοηθήσαν να σχηματίσουμε μέσα μας μια ακριβή εικόνα των ακόλουθων έργων που διαβαστήκαν: Ήρως (όνομα του προσώπου του Προλόγου. Έκθεση παιδιού κι αναγνώριση), Γεωργός (ιστορία ενός γάμου), Σαμία (ένα χαμένο παιδί, μια διωγμένη κόρη, ανέλπιστη επιστροφή, γάμος), Περικειρομένη (η κουρεμένη, δηλαδή ένα κορίτσι παλλακίδα ενός αξιωματικού, ζήλια, εμπλοκές), Θεοφορουμένη (η θρησκόληπτη μετά από έναν οργιαστικό χορό), Μισούμενος (η αγάπη ενός νέου για μια αιχμάλωτη κοπέλα), Φάσμα (Φάντασμα), Γλυκέρα (το όνομα της εταίρας που, όπως λένε, ζούσε με τον Μένανδρο), Ηνίοχος (του έτους 312 π.Χ.), Λευκαδία (για τη Σαπφώ. Με πολύ πρόσφατες δημοσιεύσεις έχουμε τώρα σημαντικά τμήματα της Σαμίας (τώρα 723 στίχους) και της Ασπίδας (558 στίχους απ’ το έργο αυτό υπήρχαν ήδη κομμάτια δίχως τίτλο, γι’ αυτό κι η παλιότερη ονομασία Comoedia Florentina). Η ασπίδα του τίτλου χρησιμεύει σαν τεκμήριο για τη διαφώτιση μιας περίπτωσης αγνοουμένου. Για μερικά έργα βρεθήκαν σ’ έναν πάπυρο έμμετρες παρουσιάσεις του περιεχομένου τους με καταλόγους προσώπων (Ιέρειαι, Ίμβριος 301 π.Χ.). Τα σημαντικότερα όμως ευρήματα είναι των έργων Δύσκολος κι Επιτρέποντες.
Σ’ έναν παπυρικό κώδικα του 3ου μ.Χ. αιώνα βρέθηκε το 1957 ο Δύσκολος, ένα απ’ τα νεανικά έργα του Μενάνδρου που είχε ανέβει το 316 π.Χ. Το έργο που με εξαίρεση κάτι λίγους στίχους του μας σώθηκε ολόκληρο, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1959 κι όπως δείχνει ο τίτλος του (Ο μισάνθρωπος), ανήκει στην κατηγορία των κωμωδιών τύπων ή χαρακτήρων. 

Η παρουσίαση του παράξενου κ’ ιδιότροπου ανθρώπου (Δύσκολος του Μνησίμαχου), του μονόχνοτου κι ακοινώνητου (Μονότροπος του Φρύνιχου) ή του μισάνθρωπου (Τίμων του Αντιφάνη) ήταν από νωρίς ένα δημοφιλές θέμα κι έμεινε έτσι και στην ευρωπαϊκή σκηνή (Shakespeare: Timon of Athens, Moliere: Le Misanthrope, Hofmannsthal: Der Schwierige). 
Στον Μένανδρο η επιλογή της θεατρικής αυτής μορφής μπορεί να προήλθε απ’ τη θεωρία του Θεόφραστου περί χαρακτήρων, κάτι για το οποίο συνηγορούν κι οι τίτλοι έργων του Μενάνδρου που την ίδια στιγμή κάνουν την εμφάνισή τους και στη σειρά των χαρακτήρων του Θεόφραστου (Αγροίκος = άξεστος, Άπιστος = δύσπιστος, καχύποπτος, Δεισιδαίμων = προληπτικός, Κόλαξ). Δίπλα σ’ αυτήν τη χαρακτηρολογική παρουσίαση του ιδιότροπου ανθρώπου υπάρχουν στον Μένανδρο και τα μικρότερα που παρεμβάλλονται με επιδεξιότητα δευτερεύουσας σημασίας θέματα (φλερτ, φιλία, επανασύνδεση χωρισμένων μελών της οικογένειας), στα οποία κυριαρχεί το κωμικό στοιχείο που δημιουργούν συγκεκριμένες καταστάσεις (σκηνές άπρεπης συμπεριφοράς) και στενά δεμένη μαζί τους μια προσεκτική κριτική του κοινωνικού περίγυρου (αντιθέσεις πλούσιου και φτωχού, πόλης κι υπαίθρου). 
Ήδη στο πρώιμο αυτό έργο του ποιητή γίνεται φανερή η παρατηρητικότητά του κι η κατανόησή του για τις ανθρώπινες αδυναμίες κι ιδιορρυθμίες. Αυτός ο Κνήμων που η φυσική του προδιάθεση, οι εμπειρίες της ζωής κι οι επιδράσεις απ’ τον περίγυρό του, τον σφραγίσαν με τέτοιον τρόπο, συνέρχεται βέβαια κάποια στιγμή και λογικεύεται, αλλά δεν τα καταφέρνει στο τέλος ν’ απαλλαγεί απ’ την ιδιότητα που τον χαρακτηρίζει και μένει αλύγιστος στο φέρσιμό του, κλεισμένος πάλι στον εαυτό του κι αποτραβηγμένος απ’ τον κόσμο, ενώ οι άλλοι χαίρονται δίπλα του την ευτυχία τους, στην οποίαν ο ίδιος δεν μπορεί να πάρει μέρος. Απ’ τα νεανικά του κιόλας χρόνια ο Μένανδρος έφτιαχνε τις μορφές των ηρώων του με μια συγκρατημένη ειρωνεία, χωρίς δηκτική διάθεση, άλλά με μια ανθρώπινη ανεκτικότητα. Το έργο αμέσως μετά τη δημοσίευσή του το 1960 και στη συνέχεια πολλές ακόμα φορές ανέβηκε στη σκηνή. Για τις σχέσεις της Aulularia του Πλαύτου με τον δύσκολο του Μενάνδρου υπάρχουν διαφορές απόψεων.
Η δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη είναι ένα έργο απ’ τα ώριμα χρόνια της δημιουργίας του Μενάνδρου, τους Επιτρέποντες (ανέβηκε στη σκηνή μάλλον μετά το 304 π.Χ.). Σ’ έναν παπυρικό κώδικα του 5ου μ.Χ. αιώνα απ’ το Κάιρο που τον ανακάλυψε στα 1905 ο G. Lefebre και τον δημοσίευσε το 1907, υπήρχαν υπολείμματα από 5 κωμωδίες που ανάμεσά τους είναι και τα τρία τέταρτα, περίπου, αυτού του έργου (αργότερα ήρθαν να προστεθούν κάποια συμπληρώματα σ’ έναν παπυρικό κώδικα του 4ου μ.Χ. αιώνα που βρέθηκε στη μονή του Σινά).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου