Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ΔΟΥΛΟΙ κι ΥΠΗΡΕΤΕΣ της Αττικής και Νέας ΚΩΜΩΔΙΑΣ




Οι δούλοι-υπηρέτες, της Αττικής όσο και της Νέας κωμωδίας, έχουν περισσότερα χαρίσματα παρά ελαττώματα, συχνότατα είναι πιο προικισμένοι απ’ τους αφέντες τους, κι αυτοί δίνουν με την ευστροφία τους τη λύση στις περιπέτειες, βοηθώντας το Δίκιο να νικήσει το Άδικο, το Ωραίο να παραμερίσει το Άσκημο, τον Έρωτα να κατατροπώσει το Χρήμα.


Θα μπορούσε  ν’ αναρωτηθεί κανένας γιατί η προτίμηση παλιών και νεότερων κωμωδιογράφων στρέφεται στους «υπηρετικούς» αυτούς τύπους; Η πρόκληση γέλιου απ’ τη διακωμώδηση των ανθρωπίνων ελαττωμάτων είναι αυτονόητη.
Ο θεατής διασκεδάζει βλέποντας να διασύρονται ασκήμιες του ανθρώπινου χαρακτήρα, που ο ίδιος πιστεύει — ή θέλει να πιστεύει πως δεν τις έχει.

Μ’ αυτούς, το γέλιο δεν προκαλείται απ’ τη σάτιρα των ελαττωμάτων, άλλ’ απ’ το θρίαμβο ενός τουλάχιστο χαρίσματος — της Εξυπνάδας πάνω στα ελαττώματα. 

Γιατί, όμως, το χάρισμα τούτο, ο θρίαμβος τούτος, να ’ναι γνώρισμα και έργο των «ταπεινών» αυτών κι όχι ανώτερων σε τάξη, μόρφωση, θέση κλπ. προσώπων; 

Οι λόγοι είναι, ίσως, τουλάχιστο τρεις: Ηθογραφικοί, Κοινωνικοί και Θεατρικοί.
Οι συγγραφείς ήξεραν πως ο λαός, πλάι στις αδυναμίες του, κρύβει μέσα του και πλούσια αποθέματα όχι μόνο εντιμότητας, αλλά και απλής μα κοφτερής εξυπνάδας.
Και, σαν πιστοί ζωγράφοι ηθών, έφερναν το χαρακτηριστικό του αυτό στη σκηνή, δίνοντας μια καρικατούρα τόσο των αρετών όσο και των ελαττωμάτων του που τα έβλεπαν περισσότερο σαν αποτέλεσμα της ανέχειάς του παρά σαν αναπηρία του χαρακτήρα του. 

Έπειτα, η εξυπνάδα είναι το μόνο σχεδόν όπλο τού φτωχού κι ανήμπορου λαού απέναντι στον πλούτο και στα προνόμια των δυνατών.

Παρουσιάζοντας, λοιπόν, την πρωτόγονη λαϊκή ευφυΐα να εξευτελίζει τους οικονομικά και κοινωνικά προνομιούχους, οι συγγραφείς όχι μόνο ικανοποιούσαν το «αίσθημα δικαιοσύνης» του θεατή (που αγάλλεται βλέποντας την τιμιότητα και την εξυπνάδα να σαρώνουν την αθλιότητα και την ανοησία του πλούτου), αλλά κ’ εκδικιόνταν, για λογαριασμό του λαϊκού κοινού, την αναγκαστική υποταγή του στους «κρατούντας» και τη μειονεκτικότητά του απέναντί του. 

Τούτη η εκδίκηση κ’ η κριτική του λαού για τους άρχοντές του, κορυφώνεται στους Γάμους του Φίγκαρο του Beaumarchais, όπου o υπηρέτης Φίγκαρο γελοιοποιεί κ’ επικρίνει, απερίφραστα, τον αφέντη του κόμη Αλμαβίβα τόσο μάλιστα, που το έργο να θεωρείται σαν προανάκρουσμα της Γαλλικής Επανάστασης. 

Τέλος, και λόγοι θεατρικοί υπαγόρευαν αυτή τη βασιλεία των υπηρετών-δούλων. 
Αν οι έξυπνοι κι αγαθοποιοί ήταν αρχοντικά και σοβαρά πρόσωπα, δεν υπήρχε πεδίο για κωμικές καταστάσεις. 
Οι δούλοι-υπηρέτες, όμως, είναι νόμισμα με διπλή όψη σαν λαϊκοί τύποι που είναι, μπορούν ανώδυνα όχι μόνο να γελοιοποιήσουν μα και να γελοιοποιηθούν, όχι μόνο να κοροϊδεύουν μα και να κοροϊδεύονται, όχι μόνο να δέρνουν μα και να δέρνονται.
Οι συγγραφείς είχαν απόλυτη ελευθερία να τους χειρισθούν όπως ήθελαν — κανένα εμπόδιο, ηθογραφικό ή κοινωνικό, δεν στόμωνε τη φαντασία τους, αφού έτσι γίνεται στη ζωή κι αφού καμιά «αρχή κι εξουσία» δε θα δυσφορούσε για τα παθήματα αυτών των φωτοχοδιαβόλων… 
Κ’ οι κωμωδιογράφοι δεν άφησαν, βέβαια, ανεκμετάλλευτο το ορυχείο τούτο με τις τόσο πλούσιες σε κωμικές δυνατότητες φλέβες.
Τουναντίον μέσα από αυτούς τους ''ήρωες'' μπόρεσαν να καταδείξουν και να  καταγγείλουν τη φαιδρότητα της όποιας εξουσίας και εν τέλει την αδυναμία της μπροστά στη λαϊκή σοφία και εξυπνάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου