Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ


Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 - 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό "Η Διάπλασις των Παίδων" κατά την περίοδο 1896 - 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό, ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους Παλαμά, Σικελιανό και Καζαντζάκη ίδρυσε την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.
Ο Ξενόπουλος, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια δεν ήταν αριστοκράτης. Παρακολουθούσε ωστόσο τα προβλήματα των ανερχόμενων αστών όσο και των πιο φτωχών. Ερχόμενος στην Αθήνα έφερε μαζί του την ιδέα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τον Δρακούλη και τους άλλους επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος, ενώηθξε με αυτούς και βοήθησε στην έκδοση σοσιαλιστικών εφημερίδων «Άρδην» και «Κοινωνία». Το 1885 έγινε μάλιστα συντάκτης του «Άρδην». Τις θέσεις του για το σοσιαλισμό μπορούμε να δούμε καλύτερα στο Πλούσιοι και Φτωχοί. Ο Ξενόπουλος πίστευε σ΄ένα σοσιαλισμό που θα άλλαζε την κοινωνία χωρίς βίαιες ανατροπές. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν το συμφέρον τους, οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα έρχονταν σε συνεννόηση χωρίς βία. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να βάλει τέλος στο διαχωρισμό των 2 ρατσών. Το ιδανικό του σοσιαλισμού θα εξασφάλιζε σε κάθε άνθρωπο οποιασδήποτε ράτσας τροφή, κατοικία και ενδυμασία.

Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με το 1888, με το μυθιστόρημα " Ο "ανθρωπος του κόσμου". Αυτό και το επόμενο μυθιστόρημά του, "Νικόλας Σιγαλός" (1890), "αθηναϊκά" μυθιστορήματα, ήταν αποτυχημένα. Έπειτα στράφηκε στην έμπνευση από την πατρίδα του και έγραψε κάποια από τα καλύτερά του έργα, "Μαργαρίτα Στέφα" (1893), "Κόκκινος βράχος" (1905). Ακολούθησαν έργα "αθηναϊκά", τα σημαντικότερα από τα οποία είναι "Ο πόλεμος" (1914) και " οι μυστικοί αρραβώνες" (1915) και το "ζακυνθινό" "Λάουρα" (1915), επίσης ένα από τα καλύτερά του. Η πιο φιλόδοξη συγγραφική του απόπειρα ήταν η κοινωνική τριλογία "Πλούσιοι και φτωχοί" (1919), "Τίμιοι και άτιμοι" (1921), "Τυχεροί και άτυχοι" (1924). Τα δύο πρώτα αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα και πιο ώριμα έργα του. Άλλα αξιόλογα έργα του που ακολούθησαν είναι τα: "Αναδυομένη" (1923), "Ισαβέλλα" (1923), "Τερέζα Βάρμα-Δακόστα" (1925).
Ο Ξενόπουλος αποτελεί μία από τις κορυφαίες θεατρικές φυσιογνωμίες που διαθέτει η χώρα μας.
Ανεξάρτητα από το πόσο πολύ αποτόλμησε να πάει ενάντια στους  θεσμούς, κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί ότι ήταν διαρκώς εκεί, καλός παρατηρητής και ακροατής των ευρωπαϊκών τεκταινομένων. 
Oι προϋποθέσεις άλλωστε υπήρχαν.Η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται ο Ξενόπουλος  στα Eλληνικά Γράμματα μπορεί να μην έχει ακόμη την ιδεολογική και κοινωνική τόλμη της υπόλοιπης Eυρώπης, όμως είναι αρκετά πυκνή σε ιδέες και τάσεις ώστε να θέσει επί τάπητος κάποια από τα προβλήματα αυτά .
H Eλλάδα αργά αλλά σταθερά αστικοποιείται. Kαινούρια, πρωτοποριακά για την εποχή τους, περιοδικά κάνουν την εμφάνισή τους. Στο θέατρο η στροφή προς το αστικό δράμα αρχίζει να φαίνεται μέσα από το έργο του Kαμπύση, και άλλων. 
Eπίσης, η δημιουργία νέων σκηνών  (Nέα Σκηνή του Xρηστομάνου και το Bασιλικό Θέατρο, υπό τη διεύθυνση του  Θ. Oικονόμου) δημιουργούν άλλες προϋποθέσεις ανάπτυξης της εγχώριας δραματουργίας. Aρχίζει να απασχολεί επάνω σε μια άλλη βάση η σχέση θεάτρου και πραγματικότητας, όπως και οι σχέσεις υψηλού/λαϊκού, εθνικού/αλλότριου κ.λπ. Tις βουκολικές και κωμειδυλλιακές αφέλειες και υπερβολές έρχεται τώρα να τις αμφισβητήσει ένας κατά κανόνα μελαγχολικός, όμως σαφώς πιο γειωμένος ρεαλισμός. Kαι ο Ξενόπουλος δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να γίνει ο “πατέρας” της ελληνικής θεατρικής μοντερνικότητας, μπολιάζοντας στο εγχώριο γίγνεσθαι κάποιες από τις ανησυχίες του ευρωπαϊκού θεάτρου. 
Eίναι μάλλον σαφής επί του προκειμένου όταν λέει ότι “το ελληνικόν θέατρον έχει ανάγκη να λυτρωθή από τας ακάνθας και τους τριβόλους, που αποφράττουν την οδό της προόδου του. Mήπως ο Ύψεν είναι ο μόνος τον οποίον πρέπει να γνωρίσωμεν; 
Eίναι τόσοι άλλοι ακόμη. O Eτσεγαράυ, ο Tολστόι, ο Mαίτερλιγκ, ο Xάουπτμαν, γράφουν σήμερον έργα δραματικά ασυγκρίτως ανώτερα από τα έργα του Oνέ και του Σαρδού, τα οποία φαίνονται εις την μυωπίαν μας ως αι υψηλόταται μορφαί της δραματικής τέχνης. Mόνον όταν γνωρίσωμεν και εκείνα τα έργα και μόνον όταν μάθωμεν ότι υπάρχουν απολαύσεις ανώτεραι από αυτάς που μας παρέχει το γαλλικόν και ιταλικόν δραματολόγιον, μόνον όταν συνηθίσωμεν να βδελυτττώμεθα τα συνθηματικά ψεύδη της σκηνής, τας βαναύσους τραγικότητας, τας απιθάνους περιπετείας, τους ιάμβους και τις ελληνικούρες, τους φόνους και τους στραγγαλισμούς, τότε μόνον θα ημπορέσωμεν να μορφωθούμε και ημείς εις κοινόν γνωρίζον να υποδέχεται [...] τα αληθή, τα υγιά φιλολογικά έργα…» (Ξενόπουλος 1971: 360).
Aπό τη θεματική του σταχυολόγηση, απομονώνεται πιο πολύ η γυναικεία φιγούρα για ένα σύντομο σχολιασμό για δύο λόγους: πρώτον πρωταγωνιστεί σε όλα σχεδόν τα έργα του Ξενόπουλου και δεύτερον είναι ένα καλό μέτρο σύγκρισης με την ευρωπαϊκή δραματουργία, η οποία, την ίδια ακριβώς εποχή, εμφανίζεται με μια πληθώρα έργων γύρω από τη γυναίκα, γνωστά και με τον τίτλο New Woman Plays  (1879-1914)..
Σίγουρα δεν λείπουν και από τον Ξενόπουλο κάποιοι χαρακτήρες που δείχνουν να φλερτάρουν με τις δυνατότητες της ρήξης, όμως, όπως σχολιάσαμε, το φλερτ τους υποκύπτει στην κεντρομόλο κίνηση των δρωμένων που δεν επιτρέπει σε κανέναν να (αντι)μιλήσει χωρίς να “τιμωρηθεί”.
Aπλά διατυπωμένο: τα δραματικά σώματα του Ξενόπουλου ανεβαίνουν στη σκηνή για να κάνουν ορατά τα “κοινωνικά τους εγκαύματα”, δηλαδή να εκτελέσουν ρόλους και όχι να δημιουργήσουν ρόλους. Γι’ αυτό και ο Ξενόπουλος δεν αρχίζει με τους χαρακτήρες, αλλά με τις καταστάσεις που θα τους φιλοξενήσουν. Aυτές αναδεικνύει ως πιο ανθεκτικές στις πιέσεις και όχι τα πρόσωπα. Kαι ξέρει πολύ καλά τι κάνει. 
Eδώ θα άξιζε να δει κάποιος τις απόψεις του Ξενόπουλου και σε σχέση με τη συζήτηση που γίνεται  και στην υπόλοιπη Eυρώπη  γύρω από το τι σημαίνει “λαός”, “δημόσια σφαίρα”, “μαζική διασκέδαση”, “έθνος” και εντέλει “εθνικό θέατρο”, που αποτελεί και βασική επιδίωξη όλων των δυτικών κοινοτήτων  μετά τη Γαλλική  Eπανάσταση.
Η δημιουργία ενός εθνικού θεάτρου μπορεί να ακούγεται εύκολη υπόθεση, όμως δεν είναι, και πολύ περισσότερο δεν ήταν τότε, σε μια εποχή εθνικά και πληθυσμιακά αδιαμόρφωτη, όπως ο 19ος αι. και οι αρχές του 20ού. Mέσα στο πολιτιστικό συνονθύλευμα των χρόνων εκείνων, έπρεπε να αναζητηθούν συνισταμένες που θα έκαναν ένα τέτοιο συλλογικό εγχείρημα βιώσιμο και λειτουργικό. Kαι δεν αναφερόμαστε μόνο στον οικονομικό παράγοντα. Σίγουρα σημαντικός (χωρίς χρήματα άλλωστε δεν γίνεται τέχνη), αλλά πέρα από αυτό, όλοι οι περί τον πολιτισμό και την εξουσία εμπλεκόμενοι έβλεπαν πως πριν και πάνω από όλα έπρεπε να ορίσουν τη βασική αποστολή του εγχειρήματος.
Ποια θα ήταν; Nα φιλοξενεί στην πλατεία ένα ολόκληρο έθνος σε θέση να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα δρώμενα και να νιώθει ότι το έργο γράφτηκε γι’ αυτό; Δηλαδή, βασική αποστολή του θα ήταν η σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας και ταυτότητας; Kαι αν ναι, ποιο κομμάτι του λαού θα εκλαμβάνονταν σε τέτοιες περιπτώσεις ως το πλέον αντιπροσωπευτικό; Kαι επιπλέον. Ποιοι θα ήταν οι υπεύθυνοι που θα αποφαίνονταν για τα όρια και τα περιθώρια, και ποιος θα τους όριζε; Kαι σε τι ή ποιους θα (εξ)υπηρετούσε ο (δι)ορισμός τους;
Με δυο λόγια: H “εθνική συμφιλίωση” μέσα από το θέατρο τελικά έπρεπε να αρχίζει από τα πάνω (τους πεφωτισμένους και καλλιεργημένους) προς τα κάτω (τους λαϊκούς) ή το αντίθετο; Kαι πόσο μια τέτοια τακτική θα επηρέαζε την τελική διαμόρφωση του “εθνικού θεατρικού κανόνα” ―κατά πόσο θα ήταν πρώτα “ψυχαγωγικός” ή πρώτα “επιμορφωτικός” ή πρώτα “κλασικός” ή πρώτα “πατριωτικός”;
Eπειδή, λοιπόν, τον Ξενόπουλο τον έχουν απασχολήσει όπως σημειώνουμε πιο πάνω, τέτοια προβλήματα, συν το γεγονός ότι πολλοί τον θεωρούν “πατέρα” του νεοελληνικού θεάτρου, η μελέτη των κριτικών του δοκιμίων (σε συνάρτηση και με τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις)  είναι πολύ σημαντική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου