Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΘΕΑΤΡΟ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ




Η Αθηναϊκή κοι­νω­νί­α, στην πο­ρεί­α προς την δη­μο­κρα­τί­α βι­ώ­νει έν­το­νες αν­τι­θέ­σεις. Οι πο­λί­τες συ­νει­δη­το­ποι­ούν την ταυ­τό­τη­τά τους και τις υ­πο­χρε­ώ­σεις τους. Προ­κύ­πτουν προ­βλή­μα­τα και ε­ρω­τή­μα­τα που πρέ­πει να α­παν­τη­θούν. Τι εί­ναι ο άν­θρω­πος; Τι εί­ναι δί­και­ο; Ως πού φθά­νουν τα δι­και­ώ­μα­τα; Αυ­τά και άλ­λα πα­ρό­μοι­α ε­ρω­τή­μα­τα α­πο­πει­ρά­ται να α­παν­τή­σει αλ­λά και α­να­πα­ρι­στά το θέατρο με τον μεγάλο εκπρόσωπο του την τρα­γω­δί­α.
Γε­νι­κώς η τραγωδία πραγ­μα­τευ­ό­ταν θέ­μα­τα που ή­ταν δύ­σκο­λο, ή δεν έ­πρε­πε να συ­ζη­τη­θούν στην Εκ­κλη­σί­α του δή­μου και μέ­σω του μύ­θου εκ­φρα­ζό­ταν κά­θε φο­ρά αυ­τό που α­πα­σχο­λού­σε τους πο­λί­τες ως πο­λί­τες Η ρή­ξη που δη­μι­ουρ­γού­σε η δη­μο­κρα­τί­α με την θε­ϊ­κά ο­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη τά­ξη οι η­θι­κές α­να­στο­λές, αμ­φι­βο­λί­ες και α­να­σφά­λει­ες των πο­λι­τών το δι­καί­ω­μα της πό­λε­ως να ε­πεμ­βαί­νει στις ι­δι­ω­τι­κές υ­πο­θέ­σεις των πο­λι­τών, ή­ταν κά­ποι­α α­πό αυ­τά.
Το δρά­μα συν­δέ­ε­ται έ­τσι και με το δί­και­ο. Κα­θώς η ι­σο­νο­μί­α εί­ναι έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Δη­μο­κρα­τί­ας, οι έν­νοι­ες της δι­και­ο­σύ­νης α­πα­σχο­λούν την α­θη­να­ϊ­κή κοι­νω­νί­α. Οι Α­θη­ναί­οι πο­λί­τες, άλ­λω­στε με­τέ­χουν στα δι­κα­στι­κά σώ­μα­τα που θε­σπί­ζει το δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα. Εί­ναι λοι­πόν α­να­με­νό­με­νο, η δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση να αν­τλεί υ­λι­κό και α­πό αυ­τόν τον το­μέ­α. Χρη­σι­μο­ποι­εί τε­χνι­κό νο­μι­κό λε­ξι­λό­γιο και εκ­φρά­ζει την σύγ­κρου­ση της θρη­σκευ­τι­κής πα­ρα­δό­σε­ως με το δί­και­ο της πό­λε­ως. Βέ­βαι­α η τρα­γω­δί­α δεν εί­ναι μί­α δι­κα­στι­κή δι­α­μά­χη.  Έ­χει ό­μως ως αν­τι­κεί­με­νό της τον άν­θρω­πο που συ­χνά βι­ώ­νει αυ­τήν την σύγ­κρου­ση που προ­α­να­φέ­ρα­με.
Στην τρα­γω­δί­α έ­χου­με τον χο­ρό. Ο χο­ρός εί­ναι έ­να συλ­λο­γι­κό όρ­γα­νο.  Α­πο­τε­λεί­ται α­πό μί­α ο­μά­δα πο­λι­τών και εί­ναι ο α­νώ­νυ­μος εκ­φρα­στής των συ­ναι­σθη­μά­των και των α­νη­συ­χι­ών των πο­λι­τών-θε­α­τών. 
Το θέατρο ή­ταν –συ­νε­πώς- ο χώ­ρος όπου η δη­μο­κρα­τί­α έ­δι­νε δι­έ­ξο­δο με ε­λεγ­χό­με­νο τρό­πο στην πραγ­μά­τευ­ση ε­πι­κιν­δύ­νων θε­μά­των και συγ­κρού­σε­ων. Για τον λό­γο αυ­τό φρόν­τι­σε να δι­α­θέ­τει κά­ποι­α α­ναγ­καί­α για την δη­μο­κρα­τί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ό­πως: η πάν­δη­μη συμ­με­το­χή, η ε­νερ­γός δρά­ση,  ο τό­πος συγ­κεν­τρώ­σε­ως, ο προ­βλη­μα­τι­σμός για την πό­λη.
Για να εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή η ε­πί­δρα­ση του θε­ά­τρου η πό­λη φρόν­τι­σε να ε­ξα­σφα­λί­ση την πάν­δη­μη συμ­με­το­χή των πο­λι­τών. Ό­λος ο λα­ός ή­ταν προ­σκε­κλη­μέ­νος να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τις πα­ρα­στά­σεις. Το κρά­τος ε­πι­δο­τού­σε την πα­ρα­κο­λού­θη­ση των πα­ρα­στά­σε­ων. Την ε­πο­χή του Πε­ρι­κλή οι φτω­χοί πο­λί­τες, για να δι­ευ­κο­λυν­θούν να προ­σέλ­θουν στις πα­ρα­στά­σεις λάμ­βα­ναν έ­να μι­κρό χρη­μα­τι­κό βο­ή­θη­μα.
Η πάν­δη­μη συμ­με­το­χή ή­ταν έ­να α­κό­μα ι­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ατ­τι­κού θε­ά­τρου. Για να ε­πι­τευ­χθεί αυ­τό, ή­ταν σκό­πι­μο να ε­πι­λε­γεί προ­σε­κτι­κά ο χρό­νος τε­λέ­σε­ως των πα­ρα­στά­σε­ων.  Δρα­μα­τι­κοί α­γώ­νες δι­ε­ξά­γον­ταν σε δύ­ο ε­ορ­τές του Δι­ο­νύ­σου. Τα Λή­ναι­α (τέ­λη Ι­α­νου­α­ρί­ου) και τα Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια (τέ­λη Μαρ­τί­ου). Δι­α­πι­στώ­νου­με ό­τι ο χρό­νος τε­λέ­σε­ως των θε­α­τρι­κών πα­ρα­στά­σε­ων –οι ο­ποί­ες ή­ταν υ­παί­θρι­ες- δεν ή­ταν ο ι­δα­νι­κό­τε­ρος α­πό α­πό­ψε­ως και­ρι­κών συν­θη­κών. Ό­μως ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε την πάν­δη­μη συμ­με­το­χή. 
Ο προ­βλη­μα­τι­σμός για την πό­λη καλ­λι­ερ­γό­ταν με την ε­πι­λο­γή των κα­ταλ­λή­λων θε­μά­των για τις πα­ρα­στά­σεις. Οι τρα­γω­δι­ο­γρά­φοι ή­ταν πο­λί­τες που α­πευ­θύ­νον­ταν σε πο­λί­τες. Γι' αυ­τό ε­πι­ζη­τού­σαν να προ­σελ­κύ­σουν το εν­δι­α­φέ­ρον των τε­λευ­ταί­ων με τα θέ­μα­τα που ε­πέ­λε­γαν. Τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα της α­θη­να­ϊ­κής κοι­νω­νί­ας ό­πως του πο­λέ­μου και της ει­ρή­νης ή της δι­και­ο­σύ­νης και της φι­λο­πα­τρί­ας κα­τέ­χουν ση­μαν­τι­κή θέ­ση στην θε­μα­το­λο­γί­α των τρα­γω­δι­ών.
Το θέατρο καλ­λι­ερ­γού­σε α­κό­μη την ε­νερ­γό δρά­ση των πο­λι­τών. Οι άρ­χον­τες και οι πο­λί­τες της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας με­τέ­χουν ε­νερ­γά στα πο­λι­τι­κά, νο­μο­θε­τι­κά και δι­κα­στι­κά όρ­γα­να της πό­λης, αλ­λά ταυ­το­χρό­νως και στην ορ­γά­νω­ση των δρα­μα­τι­κών πα­ρα­στά­σε­ων με ποι­κί­λους τρό­πους.
Οι Α­θη­ναί­οι πο­λί­τες συμ­με­τέ­χουν στην Βου­λή των Πεν­τα­κο­σί­ων και στην Εκ­κλη­σί­α του Δή­μου, αλ­λά ταυ­το­χρό­νως α­σκούν­ται στην αν­τι­πα­ρά­θε­ση των ι­δε­ών την συλ­λο­γι­κό­τη­τα, τον δι­ά­λο­γο και την ε­πι­κοι­νω­νί­α, με­τέ­χον­τας ή πα­ρα­κο­λου­θών­τας τις πα­ρα­στά­σεις του αρ­χαί­ου θε­ά­τρου. 
Οι Α­θη­ναί­οι συμ­με­τεί­χαν στους δρα­μα­τι­κούς α­γώ­νες εί­τε ως θε­α­τές, εί­τε ως κρι­τές, εί­τε ως μέ­λη του χο­ρού. Ο ποι­η­τής με­τεί­χε στις πο­λι­τι­κές και ι­δε­ο­λο­γι­κές ζυ­μώ­σεις της πό­λε­ως, ή­ταν ε­νερ­γός πο­λί­της. Η συμ­με­το­χή του στους δρα­μα­τι­κούς α­γώ­νες σχε­τι­ζό­ταν ά­με­σα με την κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α  και με τους πο­λί­τες, οι ο­ποί­οι ή­ταν ταυ­το­χρό­νως και οι θε­α­τές των έρ­γων του. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο το ό­τι για τις πα­ρα­στά­σεις οι Α­θη­ναί­οι χρη­σι­μο­πο­ού­σαν τον ό­ρο «δι­δα­σκα­λί­α». Οι πα­ρα­στά­σεις «ε­δι­δά­σκον­το», δι­ό­τι εί­χαν εκ­παι­δευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα.
Οι πο­λί­τες-υποκριτές εκ­παι­δεύ­ον­ταν στην χρή­ση του προ­φο­ρι­κού λό­γου, σε ε­λεγ­χό­με­νο χώ­ρο, ό­πως οι στρα­τι­ώ­τες εκ­παι­δεύ­ον­ται για την μά­χη στα πε­δί­α των α­σκή­σε­ων. Αυ­τό ή­ταν ση­μαν­τι­κό, δι­ό­τι ο προ­φο­ρι­κός λό­γος την ε­πο­χή ε­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στην πο­λι­τι­κή, στην ρη­το­ρεί­α, την ποί­η­ση. Γί­νε­ται μέ­σο ψυ­χα­γω­γί­ας, προ­βλη­μα­τι­σμού και πει­θούς. Ο δρα­μα­τι­κός λό­γος, εί­ναι προ­φο­ρι­κός και έ­τσι συν­δέ­ε­ται με την πα­ρά­δο­ση, δι­ό­τι α­φο­μοι­ώ­νει τον ε­πι­κό, ρη­το­ρι­κό και λυ­ρι­κό λό­γο. Ό­ταν α­να­φε­ρό­μα­στε σε «ε­λεγ­χό­με­νο χώ­ρο», τού­το εν­νοού­με κα­τά τον τρό­πο, ό­χι κα­τά τον τό­πο, ο ο­ποί­ος αρ­χι­κά δεν ή­ταν ι­δι­αί­τε­ρος. Η α­γο­ρά ή­ταν ο αρ­χι­κός χώ­ρος θε­ά­τρου.
Με αυ­τήν την έν­νοι­α του «ε­λε­χό­με­νου χώ­ρου» το θέ­α­τρο λει­τουρ­γού­σε ως έ­να εί­δος «α­λε­ξι­κέ­ραυ­νου» της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Στον χώ­ρο αυ­τό η κοι­νω­νί­α μπο­ρού­σε με α­σφά­λεια να προ­βλη­μα­τί­ζε­ται πά­νω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Να ε­πα­νο­το­πο­θε­τεί το και­νού­ριο στο πλαί­σιο του πα­λαι­ού, «να κρα­τά σε ε­γρή­γορ­ση πα­λι­ές αμ­φι­βο­λί­ες και σκο­τει­νές πλευ­ρές της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας» και να τις ει­σα­γά­γει «με νέ­α μορ­φή στον νέ­ο κό­σμο». 
Οι θε­α­τρι­κοί α­γώ­νες ή­ταν εν­τε­ταγ­μέ­νοι μέ­σα στα πλαί­σια ε­ορ­τών που λει­τουρ­γού­σαν α­να­κου­φι­στι­κά «αί­ρον­τας την τά­ξη και την πει­θαρ­χί­α της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και συγ­χρό­νως δι­ευ­κο­λύ­νον­τας την πε­ραι­τέ­ρω λει­τουρ­γί­α της». Η ε­λευ­θε­ρο­στο­μί­α τό­σο της κω­μω­δί­α ό­σο και της τρα­γω­δί­ας (αν και σε μι­κρό­τε­ρο βαθ­μό), ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε αυ­τήν την λει­τουρ­γί­α. Στην κω­μω­δί­α μά­λι­στα, η τά­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ε­ξου­δε­τε­ρο­νό­ταν μέ­σα στο γέ­λιο. Με­τά το πέ­ρας των πα­ρα­στά­σε­ων, στο τέ­λος των Δι­ο­νυ­σί­ων, δι­δό­ταν η ευ­και­ρί­α στον δή­μο να συ­ζη­τή­σει την πο­ρεί­α της ε­ορ­τής και να α­κου­στούν απόψεις  και σκέψεις έως και πα­ρά­πο­να. Και αυ­τή η δι­α­δι­κα­σί­α λει­τουρ­γού­σε ε­κτο­νω­τι­κά, διαπαιδαγωγικά και ψυχαγωγικά (με την έννοια του όρου).
Τό­ση με­γά­λη ή­ταν η ε­πιρ­ρο­ή που έ­φθα­σε να α­σκεί στην κοι­νω­νί­α η δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση, ώ­στε ο Πλά­των στην Πο­λι­τεί­α του να ει­ση­γεί­ται την ε­ξο­ρί­α των δρα­μα­τουρ­γών –ό­πως και των άλ­λων ποι­η­τών- α­πό την ι­δε­ώ­δη πο­λι­τεί­α του.
Έ­να α­κό­μη ή­ταν η ε­πι­τη­δευ­μέ­νη έκ­φρα­ση του λό­γου, αλ­λά και η εμ­φά­νι­ση των υ­πο­κρι­τών και του χο­ρού των πα­ρα­στά­σε­ων. Η χρή­ση προ­σω­πεί­ων και τε­λεί­ως δι­α­φο­ρο­ποι­ημέ­νων α­πό τα κα­θη­με­ρι­νά εν­δυ­μά­των δη­μι­ουρ­γούσε μί­α α­πό­στα­ση α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ή­ταν που α­πέ­τρε­πε την α­π’ ευ­θεί­ας δι­α­σύν­δε­ση των δι­α­δρα­μα­τι­ζο­μέ­νων συγ­κρού­σε­ων με την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Το ί­διο και η μυ­θι­κή θε­μα­το­λο­γί­α. Οι τρα­γω­δι­ο­γρά­φοι δη­μι­ουρ­γούν τους μύ­θους τους αν­τλών­τας υ­λι­κό α­πό την ή­δη υ­πάρ­χου­σα μυ­θο­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση. Με αυ­τόν το τρό­πο τα προ­βλή­μα­τα που πραγ­μα­τεύ­ον­ταν τα ε­ξό­ρι­ζαν στο μυ­θι­κό πα­ρελ­θόν, προ­κει­μέ­νου να δι­α­σφα­λι­σθεί η ισορροπία  για να μη ''εγείρονται'' πάθη. Σίγουρα όμως χρησιμοποιούσαν τον μύθο σε μια συμβολική και αναγωγική κατεύθυνση.     
Α­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του έρ­γου Μι­λή­του Ά­λω­σις του Φρυ­νί­χου. Εί­ναι μί­α πα­ρέκ­κλι­ση α­πό αυ­τήν την αρ­χή. Ο ποι­η­τής αν­τί να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει μυ­θο­λο­γι­κό υ­λι­κό για την υ­πό­θε­ση του δρά­μα­τός του, έ­λα­βε το θέ­μα του α­πό σύγ­χρο­νη ι­στο­ρί­α. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν να τι­μω­ρη­θεί και να α­πα­γο­ρευ­θεί το έρ­γο του δι­ό­τι υ­πεν­θύ­μι­σε στους Α­θη­ναί­ους «οι­κεί­α κα­κά». Ή­ταν το πρώ­το μέ­τρο ε­πι­βο­λής λο­γο­κρι­σί­ας στην Ι­στο­ρί­α.
 Δεν θα πρέ­πει να θε­ω­ρη­θεί συμ­πτω­μα­τι­κό το ό­τι η άν­θη­ση της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής τρα­γω­δί­ας που δι­ήρ­κε­σε συ­νο­λι­κά ο­γδόν­τα χρό­νια, ταυ­τί­ζε­ται με την πε­ρί­ο­δο μιας πο­λι­τι­κής αν­θή­σε­ως της αρ­χαί­ας Α­θή­νας. 
Η μεγάλη αξία του Αττικού Θεάτρου έγκειτο στο γεγονός ότι ήταν ο χώ­ρος που γι­νό­ταν η κοι­νω­νι­κή α­πο­φόρ­τι­ση  Στον χώ­ρο αυ­τό μπο­ρού­σαν και οι ί­διοι οι θε­σμοί να υ­πο­στούν την αυ­το­κρι­τι­κή τους.
Μέ­σα στο α­σφα­λές αυτό πε­ρι­βάλ­λον μπο­ρού­σε να α­να­πτυ­χθεί ο ε­λεύ­θε­ρος δι­ά­λο­γος και η κρι­τι­κή σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα της κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ζω­ής της δη­μο­κρα­τι­κής Α­θή­νας. Δεν θα α­πεί­χε –λοι­πόν- κα­νείς πο­λύ α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αν χα­ρα­κτή­ρι­ζε το ατ­τι­κό θέ­α­τρο ως το α­λε­ξι­κέ­ραυ­νο της δη­μο­κρα­τί­ας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου