Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ





Έλλη Λαμπέτη είναι το καλλιτεχνικό όνομα της Έλλης Λούκου που γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 και «βαπτίστηκε» έτσι από το θείο της Τάσο Σταμάτη που ανέλαβε να τη μυήσει στο χώρο του θεάτρου μερικά χρόνια αργότερα, το 1941. Το όνομα Λαμπέτη είναι δανεισμένο από τους ήρωες του Αστραπόγιαννου στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη και θα καθορίσει το ελληνικό θέατρο μιας και θα πολυσυζητηθεί τα επόμενα σαράντα χρόνια, που θα κρατήσει η θεατρική πορεία της μεγάλης ηθοποιού.

Στο κατώφλι της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου γίνεται η καλλιτεχνική της βάπτιση σε Έλλη Λαμπέτη το 1941, από το θείο της Τάσο Σταμάτη, ο οποίος τη συνοδεύει στις πρώτες της θεατρικές εξετάσεις. « Αυτό το θέατρο θα γίνει κάποια μέρα σπίτι μου», δήλωνε πεισματικά όποτε περνούσε έξω από το Εθνικό, όπου όμως δέχεται την πρώτη της θεατρική απόρριψη που αναγγέλθηκε από το διευθυντή της σχολής Νίκο Παπαγεωργίου με την ετυμηγορία:« Αυτό το κορίτσι δεν κάνει ούτε για κομπάρσα» και έβρισκε σύμφωνη όλη την επιτροπή.
Η επόμενη απόρριψη ήρθε αυτή τη φορά από τη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη με μια πιο λακωνική ετυμηγορία: «Δεν τα λέει». Μέλος της καταδικαστικής επιτροπής ήταν και ένας νεαρός ζεν πρεμιέ της εποχής. Το όνομά του Δημήτρης Χορν.
Τελικά έγινε δεκτή στη σχολή της Κοτοπούλη με την απαλλακτική δικαιολογία: «Και δεν την παίρνουμε; Έχει άλλωστε μεγάλο ζήλο». Ίσως όμως η μεγάλη κυρία του θεάτρου με το θεατρικό της ένστικτο να είχε ήδη διακρίνει κάποιου είδους ποιητικής αύρας στο μικρόσωμο εκείνο κοριτσάκι.

Η Κοτοπούλη που βρίσκεται πάντα στο πλευρό της την αποτρέπει από την προσπάθειά της να διορθώσει το γλυκύτατο ψεύδισμά της με μαθήματα ορθοφωνίας (Χαρακτηριστικά της είχε πει : «Αν κάνεις κάτι τέτοιο δεν θα ξαναπατήσεις εδώ μέσα») και την πείθει ότι το σημαντικό είναι να είσαι αληθινός.

Ο Χορν έλεγε για την Λαμπέτη:
«Ήταν μια καλή ηθοποιός, ήταν χαρά να παίζεις της. Είχε την ικανότητα να κάνει τα ασήμαντα σημαντικά».
«Δε νομίζω ότι για ανθρώπους σαν τη Λαμπέτη μπορεί να πει κανείς πολλά πράγματα. Με μια λέξη μπορείς να τα πεις όλα. Από εκεί και πέρα είναι σαν να πιάνεις έναν ωραίο πίνακα και να προσπαθείς να τον αναλύσεις… Είναι ένας πνευματικός άνθρωπος με μεγάλες αρετές και ανώδυνα ελαττώματα. Ένας σημαντικός άνθρωπος του θεάτρου από πάσης πλευράς».
Κατατάσσει τη Λαμπέτη ανάμεσα σε σπουδαίες γυναικείες μορφές του θεάτρου, ανάμεσα στην Παξινού και την Μανωλίδου: «…μα πιστεύω η Έλλη Λαμπέτη είναι το μεγαλύτερο ταλέντο ανάμεσα στις γυναίκες που έχει σήμερα το θέατρό μας. Ίσως μάλιστα, αυτό να τα κατάλαβα ακόμα καλύτερα, μετά τη διακοπή της συνεργασίας μας».

Ένα τόλμημα το οποίο ποτέ δεν πραγματοποίησε ήταν η αναμέτρησή της με ρόλους αρχαίας τραγωδίας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Γιάννη Τσαρούχη: «Ποτέ δεν θα μάθουμε τι έχασε το θέατρο μας απ’ το ότι δεν έπαιξε η Λαμπέτη αρχαία τραγωδία». Από τη σχολή ακόμα η Κοτοπούλη διέκρινέ στο πρόσωπο της Έλλης, όπως η ίδια έλεγε, μια μεγάλη Ηλέκτρα.
Η μόνη πρόταση που δελέασε πραγματικά την Έλλη είναι αυτή που της έκανε ο Μ. Κακογιάννης. Της πρότεινε να παίξει και τους τρεις γυναικείους ρόλους στις Τρωάδες. Και η Έλλη ενώ έχει σχεδόν δεχθεί την αναμέτρησή της με την αρχαία τραγωδία, έρχεται το πραξικόπημα του ’67 να κάνει τα σχέδια του Κακογιάννη να ναυαγήσουν.

Έλεγε για το ταλέντο:
Το ταλέντο πρέπει να το δουλέψεις, να το καλλιεργήσεις, να το ποτίσεις, να το ταΐσεις, να το μεγαλώσεις. Και πρέπει να είσαι γερός για να κάνεις αυτή τη δουλειά τέλεια. Και να είναι και οι συνθήκες ευνοϊκές».35 Σε αντίθετη περίπτωση είναι δυνατόν αυτό το ίδιο το ταλέντο να αποβεί επιζήμιο: « Γι’ αυτό βλέπεις ανθρώπους με ταλέντο που του έχουν κάνει τέτοια κακή χρήση ώστε να τους βγαίνει σε κακό! Φαντάσου ένα δώρο θεϊκό να μπορεί να καταστρέψει.»

Η ίδια όταν στο τέλος της ζωής της θα κάνει τον προσωπικό της θεατρικό απολογισμό, θα νιώσει ότι δεν αξιοποίησε όσο και όπως θα έπρεπε το ταλέντο της, κάνοντας, για διάφορους λόγους, άστοχες επιλογές. Για λιγοστούς ρόλους νιώθει ιδιαίτερη ικανοποίηση και καλλιτεχνική δικαίωση:
« Από τους ρόλους μου στο θέατρο δύο θεωρώ τεράστιους στην εξέλιξή μου και στην καριέρα μου. Πρώτα, της Μπλανς Ντυμπουά και ύστερα της Μαργαρίτας, τελευταία. Λυπάμαι που δεν κατάφερα να παίξω Ιουλιέττα.»

Στην πορεία της υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που βαραίνουν το θεατρικό της ενεργητικό μιας και αναπόφευκτα το επηρέασαν. Κάποιες προσωπικές δοκιμασίες, πένθη, αρρώστιες την έβγαλαν κατά διαστήματα από την πορεία της. Όμως στις επιλογές του ρεπερτορίου της δεν έπαιζε ρόλο μονάχα η προσωπική προτίμηση για κάποιο έργο. Κάτι τέτοιο θα ήταν ουτοπικό. Υπήρξαν κάποιοι αντικειμενικοί παράγοντες που καθόριζαν, κατά κύριο λόγο, το ρεπερτόριο του κάθε θιάσου. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους οικονομικούς.
Οι δυσβάσταχτοι προϋπολογισμοί κάποιων παραστάσεων, οι προστριβές με τους θεατρικούς επιχειρηματίες και οι εμπορικές αποτυχίες κάποιων έργων είχαν ως αποτέλεσμα την προσφυγή σε επιχειρηματικούς συμβιβασμούς. Είναι οι περιπτώσεις που το θέμα της επιβίωσης αναγκάζει τους καλλιτέχνες να παρεκκλίνουν για κάποιο διάστημα από τα καλλιτεχνικά τους πιστεύω και να καταφεύγουν σε συμβιβασμούς.

Η Λαμπέτη θυμάται:
Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;” κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: “Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο”. Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;”. Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.
Κάποια στιγμή μου λέει. “Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη”. Είχα ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.
Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

Για τον σκηνοθέτη:
Ξέρεις, εγώ δεν έχω καμιά εκτίμηση στην έννοια “σκηνοθέτης”. Θα μπορούσαν να λείπουν οι σκηνοθέτες – δεν τους χρειάζεται κανείς. Έτσι κι αλλιώς το θέατρο ως τον 19ο αιώνα τα πήγαινε μια χαρά χωρίς αυτούς. Δεν μπήκαν στη μέση παρά μόνο στα χίλια οκτακόσια τόσο… Αλλά φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε στις κριτικές “δεν τον βοήθησε ο σκηνοθέτης”! Ποιος να σε βοηθήσει, βρε! Ποιος είναι ο σκηνοθέτης για να σε βοηθήσει; Τι να σου κάνει; Υποτίθεται ότι σε καθοδηγεί; Γιατί να χρειάζεσαι να σε καθοδηγεί κάποιος; Το θέατρο είναι ομάδα. Είναι ένα συνολικό πράγμα. Είναι ο συγγραφέας και οι ηθοποιοί. Κολλητά. Αυτοί είναι – αυτό είναι το θέατρο. Δεν χωράει άλλον. Θέλεις να υπάρχει κι άλλο ένα μάτι; Θέλεις κάποιον απ’ έξω να παρατηρεί για να σου πει μια γνώμη; Γιατί δεν αρκεί γι’ αυτό ένας άνθρωπος με γούστο που ν’ αγαπάει το θέατρο;
Ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δεν υπάρχει ή αυτός που δε φαίνεται. Να μη λέει ο θεατής, “ποιος το σκηνοθέτησε;” να λέει, “τι ωραίο έργο! Καλοπαιγμένο. Συγκινήθηκα!” Ο σκηνοθέτης αυτή τη δουλειά έχει να κάνει. Δεν είναι δουλειά του φτιάχνει ηθοποιούς, δ ε ν μ π ο ρ ε ί. Κι όμως τον σκηνοθέτη στις μέρες μας τον γράφουν πρώτον πρώτον.


Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον Δημήτρη Χορν:
Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: “Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια”. Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.
Για ένα τραγικό γεγονός:
Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.
Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.
Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου (Πλωρίτη). Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το “εν ψυχρώ”. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;


Για τους νέους ηθοποιούς:
Δεν θα επιχειρήσω να σας δώσω συμβουλές. Πώς θα μπορούσα; Να σας πω πως θα γίνεται καλοί ηθοποιοί, εγώ δε θα ‘ξερα. Μα, αν βρείτε κάποιον άλλον, που ξέρει να σας το πει, τότε στείλτε τον και σε μένα, παρακαλώ… Θα μπορούσε να μου πει πώς να αλλάξω τα καστανά μου μάτια σε γαλανά και να μικρύνω λίγο το πιγούνι μου! Μα, καλοί μου φίλοι, αισθάνομαι πως θα μπορούσα ίσως να σας φανώ χρήσιμη πριν ριχτείτε στην υπέροχη περιπέτεια που λέγεται θέατρο, με το να σας υποβάλλω μια ερώτηση: Πόσο αγαπάτε το θέατρο; Αν η απάντηση πεταχτεί από μέσα σας όπως η λάβα από ένα ηφαίστειο⋅ πάνω από όλα, τότε, θα δευτερορωτήσω: Γιατί; Κι αν πάλι απαντήσετε: «Γιατί δεν μπορώ να ζω χωρίς να αναπνέω, τότε, φίλοι μου, σας ζηλεύω και ξέρω πως σύντομα θα ανήκω στη χορεία των θαυμαστών σας. Μ’ αν, όπως στο πρώτο ερώτημα η απάντησή σας έρθει αργή, διστακτική, σαν τον ήχο αυγουστιάτικου μισοξεραμένου ρυακιού, ω, τότε, για το δικό σας το καλό, μια ηθοποιός, που έχει δουλέψει πολλά-πολλά χρόνια στο θέατρο, σας συμβουλεύει-ήταν αναπόφευκτο να δώσω συμβουλή: Διαλέξτε ένα άλλο επάγγελμα! Το θέατρο είναι γι’ αυτόν που το αγαπάει σαν τον δροσερό αέρα που αναπνέουμε, είναι η ζωή που είναι όμορφη κι όταν ακόμα είναι πικρή, που δεν θέλουμε να την χάσουμε γιατί είναι… όλα!… Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο! Χαρείτε τη ζωή και συγχωρέστε… την άγνοιά μου.


Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για την “Φιλουμένα Μαρτουράνο”:

Άπειρες φορές μου απαντάει το κοινό. Όταν η Φιλουμένα λέει: “Ξέρεις πότε κλαίει ο άνθρωπος; Κλαίει όταν έχει γνωρίσει την ευτυχία και δεν την έχει πια”.

“Έτσι είναι”....λένε από κάτω οι θεατές.


Καλλιτεχνικό Βιογραφικό:

Πρωτοεμφανίζεται στη σκηνή, και ενώ είναι ακόμα μαθήτρια της σχολής Κοτοπούλη, ως κομπάρσα τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 1942 σε δύο μουσικές κωμωδίες11 ενώ βγαίνει θριαμβευτικά στο επαγγελματικό θέατρο το Νοέμβριο του 1942 με το ονειρόδραμα του Χάουπτμαν Η Χάνελλε πάει στον Παράδεισο. Μια εμφάνιση που κάνει το Σπύρο Μελά να της αφιερώσει άρθρο με τίτλο: «Το Λαμπετάκι» όπου μαντεύει το μελλοντικό θεατρικό της στερέωμα μιλώντας για την ανατολή ενός άστρου της δραματικής σκηνής.12
Με το θίασο της Κοτοπούλη συνεργάζεται ως το 1944, χρονιά που ξεκινά τη συνεργασία της με τον Κ. Μουσούρη. Στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν βρίσκεται το 1946 μέχρι το 1948, ενώ το ίδιο καλοκαίρι βρίσκεται στο θίασο της Κατερίνας. Επιστρέφει για δεύτερη συνεργασία με το θίασο Μουσούρη από το 1949 μέχρι το 1952. Το 1952 φτιάχνει θίασο με το Γ. Παππά και το Δ. Χορν ως το 1954 ενώ από το 1954 ως το1955 ο θίασος τους βρίσκεται σε περιοδεία στην Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Τουρκία13. Ακολουθεί μια αρκετά εμπορική συνεργασία με το Χορν και το Μουσούρη που κρατά από το 1955 ως το 1956. Η πιο πολυσυζητημένη συνεργασία της καριέρας της είναι αυτή με το Δ. Χορν, ο οποίος εκτός από καλλιτεχνικός συνεργάτης είναι και σύντροφός της στην προσωπική της ζωή για εφτά περίπου χρόνια, και κρατά από το 1956 ως το 1959.
To 1961-62 εμφανίζεται στο θέατρο «Διονύσια» με δικό της θίασο, ο οποίος την επόμενη θεατρική σαιζόν, 1962-63, στεγάζεται σε θέατρο που παίρνει το όνομα του από την Έλλη Λαμπέτη. Ο θίασός της αλλάζει αρκετές φορές θεατρική στέγη. Έτσι τις περιόδους 1964-65, 1966-67, 1967-68, στεγάζεται στο θέατρο «Διονύσια», το 1968-69 στο θέατρο «Κεντρικόν» και το 1969-70 στο «Βρετάνια». Το 1970-71 η Έλλη βρίσκεται στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ με συνθιασάρχη το Λ. Κωνσταντάρα, το 1972 στο θέατρο «Μπρόντγουαίη» με συνθιασάρχη το Ν. Ηλιόπουλο, ενώ το 1972-73 στο θέατρο Διάνα στο πλευρό της Κατερίνας.
Την περίοδο 1974-75 καταγράφεται στο θεατρικό της ιστορικό η παρουσία της στο «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» και η συνεργασία της με το Δ. Παπαμιχαήλ στο θέατρο «Διονύσια», στο οποίο παραμένει και την περίοδο 1975-76 με το δικό της θίασο. Ακολουθεί μια συνεργασία με το Μ. Κατράκη 1977-78 στο θέατρο «Μπρόντγουαιη», ενώ ο Απρίλιος του 1978 τη βρίσκει με το θίασο της στο θέατρο «Κάππα». Τέλος βρίσκεται στο θέατρο «Σούπερ Σταρ» με συνθιασάρχη το Δ. Παπαμιχαήλ τις περιόδους 1978-79 και 1979-80, ενώ η τελευταία της εμφάνιση γίνεται στο ίδιο θέατρο με το δικό της θίασο το 1981.
Παράλληλα με τη θεατρική της παρουσία, σημαντική είναι και η κινηματογραφική της πορεία, μιας και η επιτυχία κάποιων από τα έργα στα οποία συμμετείχε, σημείωσαν επιτυχία στο εξωτερικό και προώθησαν την παγκόσμιά της αναγνώριση.
Οι ταινίες της είναι οι εξής: 1946 Αδούλωτοι σκλάβοι (Νόβακ φιλμ), 1947 Παιδιά της Αθήνας (Περγαντής Ηλίας), 1949 Διαγωγή μηδέν (Ανζερβός),1951 Ματωμένα Χριστούγεννα (Ανζερβός), 1954 Κυριακάτικο ξύπνημα (Μήλλας φιλμ), 1955 Η κάλπικη λίρα (Ανζερβός), 1956 Το κορίτσι με τα μαύρα (Ερμής φιλμ), 1958 Το τελευταίο ψέμα (Φίνος φιλμ), 1961 Χαμένο κορμί (Λουξ φιλμ), 1968 Μια μέρα ο πατέρας μου ( Άρτεμις φιλμ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου