Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ στους ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

 
Οι παραστάσεις άρχιζαν στην Αθήνα απ’ το πρωί και πολύ πριν το άριστον.
Άριστον ήταν ένα πρόχειρο κι απλό φαγητό που τρώγαν οι αρχαίοι προς το μεσημέρι ή το απόγευμα. Το πιο πολυτελές που το έλεγαν δείπνον το έπαιρναν κανονικά στο τέλος της μέρας. Το πρωί είχε προηγηθεί το ακράτισμα που ήταν ψωμί βουτηγμένο σε άκρατον οίνον. Στους προκλασικούς χρόνους τα γεύματα ήσαν πάλι τρία: Το άριστον κατά την ανατολή του ήλιου, το δείπνον κατά τις μεσημβρινές ώρες και το δόρπον το βράδυ. (Αθήναιος ΙΑ).
Στην περίπτωση που προβλεπόταν η συρροή του κόσμου να είναι μεγάλη οι θεατές έπιαναν τις θέσεις τους απ’ τη νύχτα. Απ’ τον ήλιο προφύλαγαν τους Υποκριτές τα οικοδομήματα που βρίσκονταν γύρω απ’ τη Σκηνή και τους θεατές οι Πέτασσοι (είδος πλατύγυρων καπέλων). Την άνοιξη (Μεγάλα Διονύσια) έρχονταν στο θέατρο στεφανωμένοι με λουλούδια και το χειμώνα (Λήναια) τυλιγμένοι με το ιμάτιο. Σε περίπτωση ξαφνικής βροχής πήγαιναν στη στοά που βρισκόταν στο πίσω μέρος του θεάτρου ή στα υπόστεγα που ήσαν πίσω απ’ τη Σκηνή.
Οι παραστάσεις πολλές φορές διαρκούσαν 10-12 ώρες και γι’ αυτό στα διαλείμματα συνήθως έτρωγαν και έπιναν λίγο. Επειδή οι θέσεις ήσαν σκαλισμένες σε βράχο και δεν ήσαν και τόσο αναπαυτικές, έφερναν μαζί απ’ τα σπίτια τους μικρά μαξιλάρια ή μικρά κομμάτια σανίδες που τα τοποθετούσαν στα εδώλια για να κάθονται πάνω τους πιο αναπαυτικά. Αυτά τα μετέφεραν οι δούλοι που κατά τη διάρκεια της παράστασης παρέμεναν στη στοά που όπως είπαμε βρισκόταν στο πίσω μέρος του θεάτρου. Την τάξη στο θεατρικό χώρο επέβλεπαν οι Ραβδούχοι ή Ραβδοφόροι που ήσαν επιφορτισμένοι γι’ αυτό.


Οι Ραβδούχοι ή Ραβδοφόροι λέγονταν η τάξη των λειτουργών της πολιτείας που κρατώντας ραβδί ή βακτηρία σαν όργανο κι έμβλημα της εξουσίας τους. Επέβαλλαν την τάξη στις συγκεντρώσεις του πλήθους (Πολύαινος ΙΙΙ 145). Οι ραβδούχοι ήσαν λοιπόν όργανα της δημόσιας τάξης. Ήσαν, δηλαδή ένα είδος αστυνομικών οργάνων. Στην αρχή ραβδούχοι ήσαν μόνο οι υπηρέτες του θεάτρου που ονομάζονταν αισυμνήται. Κάθονταν συνήθως δίπλα στη θυμέλη ή στις άκρες της σκηνής κι ήσαν έτοιμοι να επιβάλουν με τους βοηθούς τους την τάξη σ’ όσους κάναν θόρυβο και παρεκτρέπονταν 

Οι διαστάσεις του Διονυσιακού θεάτρου τον 5ο π.Χ. αιώνα είχαν υπερβεί κατά πολύ το επιτρεπτό όριο που θα έκανε τις συνθήκες, για την παρακολούθηση μιας παράστασης, ευνοϊκές. Η τελευταία σειρά είχε απόσταση απ' την πρώτη, των επισήμων, 80 μέτρα κι πρώτη απ’ τους υποκριτές 12 μέτρα. Έτσι και το πιο εξασκημένο μάτι δε μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες. Σε μια μεγάλη πόλη όπως η Αθήνα η κατασκευή ενός τόσο μεγάλου οικοδομήματος ήταν απαραίτητη.
Σύμφωνα με υπολογισμούς, ο αριθμός των πολιτών με την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου είχε φτάσει στο πιο υψηλό σημείο, δηλαδή στους 170.000 στους οποίους πρέπει να προστεθούν 30.000 μέτοικοι και 115.000 δούλοι.

Οι περισσότεροι ελεύθεροι πολίτες κι οι μέτοικοι έδειχναν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τους δραματικούς αγώνες. Δικαίωμα εισόδου είχαν επίσης αγόρια και γυναίκες.
Οι γυναίκες όμως δεν έπαιζαν κανέναν ιδιαίτερο ρόλο. Η στερεότυπη έκκληση για επιδοκιμασία, δεν αφορούσε τις γυναίκες.
Ακόμα επιτρεπόταν η είσοδος στους δούλους, όταν συνόδευαν, όπως πραοαναφέρθηκε, τους κυρίους τους.
Για να μπορεί να πηγαίνει στο θέατρο ακόμα κι ο πιο φτωχός, ο Περικλής δημιούργησε έν’ αποθεματικό, απ’ το οποίο πλήρωναν τα θεωρικά, την αποζημίωση των 2 οβολών, για τους πιο φτωχούς πολίτες που αποδεδειγμένα δεν είχαν να καταβάλουν το αντίτιμο.
 Επίσης κατά την περίοδο των Διονυσίων έρχονταν πολυάριθμες αντιπροσωπείες κι από άλλες πόλεις στην Αθήνα κι έτσι πρέπει να συνυπολογιστούν σαν θεατές και ξένοι.
Το κράτος ένιωθε υποχρεωμένο να προσφέρει χώρο σε όλους τους ενδιαφερόμενους, ακόμα κι αν μια μερίδα θεατών δεν είχε ικανοποιητικές οπτικές δυνατότητες. Επειδή οι παραστάσεις ήσαν μοναδικά κι όχι επαναλαμβανόμενα γεγονότα, ήταν επόμενο, όπως σήμερα στις αθλητικές συναντήσεις, να πηγαίνουν χιλιάδες θεατές μέσα σε λίγες μέρες. Έτσι γίνονταν πολλές φορές ακόμη και καυγάδες για την εξασφάλιση μιας θέσης.

Κατά τη διάρκεια της παράστασης επικρατούσε μεγάλη ησυχία, αλλά οι επιδοκιμασίες κι οι αποδοκιμασίες κατά των ποιητών γίνονταν με φωνές. Ένδειξη της επιδοκιμασίας των θεατών ήταν το χειροκρότημα, της αποδοκιμασίας τα σφυρίγματα και στα μέρη του δράματος που ήθελαν επανάληψη γιατί τους άρεσαν φώναζαν αύθις.
Η μέρα της παράστασης ήταν η μεγάλη στιγμή που ο χορηγός έβγαινε απ’ την αφάνεια και παρουσιαζόταν δημόσια για να δεχτεί τις τιμητικές διακρίσεις σαν ανταμοιβή για την προσφορά του. Στην τελετή του προάγωνα του παραχωρούσαν μάλιστα ειδική τιμητική θέση. Μια θέση πολύ κοντά στη θέση του ιερέα (Δημοσθένης 21,16 και 56).
Οι χορηγοί των διθυραμβικών χορών όταν νικούσαν, σαν εκπρόσωποι της νικήτριας φυλής, όχι μόνο κέρδιζαν το διονυσιακό στεφάνι από κισσό, αλλά κι έναν τρίποδα, βραβείο αθλοθετημένο απ’ το κράτος.
Συγχρόνως είχαν την υποχρέωση να τον στήσουν με δικά τους έξοδα σαν αναθημιτικό δώρο. Αυτό γινόταν κοντά στο Διονυσιακό θέατρο, στην ανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Από κει περνούσε με κατεύθυνση προς την αγορά η γνωστή μας οδός Τριπόδων, ένας αρχαίος δρόμος που ένωνε τα δυο ιερά του Διονύσου κι ήταν γεμάτος από εκατοντάδες επινίκιους τρίποδες.
Στην αρχή ο χορηγός έφτιαχνε για τον τρίποδά του μια απλή υποδοχή, μια βάση με τη σχετική επιγραφή. Όμως τον 4ο π.Χ. αιώνα οι κατασκευές αυτές πήραν σιγά-σιγά μνημειακό χαρακτήρα, γιατί οι χορηγοί φρόντιζαν για την υστεροφημία τους και συναγωνίζονταν για το ύψος της δαπάνης.
Ένα δείγμα αυτού του είδους είναι το σωζόμενο μνημείο του Λυσικράτους που φτιάχτηκε το 335/4 π.Χ. Είναι ένας μαρμάρινος κυκλικός μικρός ναός πάνω σε μια παραλληλεπίπεδη βάση που στη στέγη του ήταν τοποθετημένος ένας τρίποδας υπερφυσικού μεγέθους.
Στις βάσεις κι τις επιγραφές των τριπόδων είναι γραμμένα τ’ όνομα της νικήτριας φυλής και μετά τ’ όνομα του χορηγού και του διδασκάλου. Ακολουθεί η χρονολογία που δίνεται με το όνομα του άρχοντα, ενώ απ’ τον 4ο αιώνα αναφέρεται και τ’ όνομα του αυλητή.
Ο χορηγός του δραματικού αγώνα που δεν συνδεόταν με κάποια συγκεκριμένη φυλή, αλλά εκπροσωπούσε απλά το χορό του, δεν κέρδιζε καμιά επίσημη τιμητική διάκριση προορισμένη γι’ ανάθημα. Έτσι ήταν προσωπικό θέμα του χορηγού και του ποιητή η απόφαση για διαιώνιση της ανάμνησης της νίκης. Το σίγουρο πάντως είναι πως μια νίκη είχε σαν επακόλουθο μεγάλες τιμές και δημόσια αναγνώριση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου