Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ κι ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ


Ο Αριστοτελικός Ορισμός είναι πραγματολογικός  και αποτελεί συνεπτυγμένη εφαρμογή παρατηρήσεων, απόψεων και θεωριών, όπως διατυπώνονται στο «Περί Ποιητικής» που αποτελεί κάτοπτρο μιας καθαρά γενετικής στην Ιστορία του Θεάτρου.
Ο περίφημος Αριστοτελικός Ορισμός, που είναι μια συνεπτυγμένη χρηστική εφαρμογή των θέσεων της «Ποιητικής», στην οποία περιέχεται και χρησιμεύει σα δομικός σκελετός των θεμάτων που πρόκειται να αναπτυχθούν.
Γενικότερα, η αριστοτελική θέση προσφέρεται σα δείκτης αντιβολής και σταθερός άξονας αναφοράς στη διαλεκτική διαδρομή της θεατρικής λειτουργίας.
Το ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη και για τον ερευνητή είναι διπλό.
Με την «Ποιητική», σα βοήθημα, όχι μόνο διαφωτίζεται και ταξινομείται η ποικιλία των προβλημάτων, αλλά συνάμα με την εξέτασή τους γίνεται αποκαλυπτικότερο σημασιολογικά το ίδιο το αριστοτελικό κείμενο. Μέσ’ απ’ αυτό κατανοούμε δικαιότερα και πιο ψύχραιμα τις σύγχρονες αναζητήσεις και, αντίστροφα, ξεκινώντας από αυτές μάς φανερώνονται απίθανες οι προεκτάσεις του.
Ο όρος «τραγωδία» δεν ενδιαφέρει την εξέταση σαν ιστορικά δημιουργημένο είδος, αλλά σαν ακριβής περιγραφή των διαστάσεων εκείνων οι οποίες ορίζουν αυτή την αναφαίρετη λειτουργία της ζωής, που ονομάζεται Θέατρο.
 Η αποκλειστικά πραγματολογική αντίληψη της εποχής εκείνης που δημιούργησε αυτό που λέμε θέατρο — στη γλώσσα και στις διαστάσεις ενός συγκεκριμένου πολιτισμού — γίνεται, προφανώς, απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατανοηθούν τα προβλήματα της αρχέγονης αυτής μιμητικής λειτουργίας και μάλιστα σ’ εποχές, όπως η σύγχρονη, όπου παρατηρείται μια καθολική ανατροπή των ηθικών και αισθητικών αξιών αυτού του ίδιου του πολιτισμού.
 Τα θεατρολογικά στοιχεία που ενδιαφέρουν αντλούνται από τον όρο «τραγῳδία», μιας και τα μέρη της «Ποιητικής», που θα μιλούσαν για την κωμωδία δεν έχουν διασωθεί. Ίσως, με το γνώμονα της αντιθέσεως, και η κωμωδία να μπορεί να ερμηνευθεί κατά τεκμήριο με βάση τον Ορισμό.          
Όπως και αν έχει το πράγμα, το θέμα «τραγῳδία» αντιστοιχεί υποχρεωτικά για μας με τον όρο «θέατρο», εφ’ όσον η όλη διάταξη του Ορισμού περιλαμβάνει όλα εκείνα τα γνωρίσματα, που είτε πλήρη είτε κολοβά, είτε ακέραια είτε περιττά, περιγράφουν τη θεατρική λειτουργία στην οικουμενική της, τοπικά και χρονικά, έκταση. 
Η αντιστοιχία αυτή δεν επισκιάζει τη συγκεκριμένη «μοναδικότητα» της ελληνικής αντιλήψεως, που δημιούργησε μέσα στα πολιτισμικά της δεδομένα το κορυφαίο ποιητικό στίγμα, που ονομάζουμε θέατρο, ούτε πάλι εμποδίζει τη θέα του προβλήματος, ως προς το ποιοι ήταν οι λόγοι, το Θέατρο, στην κατοπινή του εξέλιξη, να χειραφετηθεί από το σώμα της ποιήσεως και να θεωρείται σαν ανεξάρτητο είδος. Η αντιστοιχία έχει συναρμοστική συμπεριφορά και περιγραφική χρήση.
Η συλλογιστική ανάπτυξη του θέματος μπορεί να διακριθεί, συμβατικά και χρηστικά, στις ακόλουθες ενότητες του Αριστοτέλειου ορισμού για τη Τραγωδία και για το Θέατρο συνολικά.

«Ἔστιν οὖν Τραγῳδία (θέμα) 
μίμησης πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος εχούσης (περιεχόμενο),
ἡδυσμένῳ λόγῳ,, χωρίς έκάστου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις,, δρώντων καὶ οὐ δι’’ ἀπαγγελίας (μορφή) 
δι’’ ἐλέου καὶὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιιν » (αποτέλεσμα).

Είναι δηλαδή οι ενότητες αυτές είναι στοιχεία που συνθέτουν κάθε θεατρική δημιουργία στη μορφή της πληρότητας που έλαβε το ποιητικό είδος. Αυτή η πληρότητα, με την έννοια του πολυδιάστατου των δομικών στοιχείων, εμφανίζεται σε κάθε λαϊκό θέατρο, ασχέτως προς τα χωροχρονικά όριά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου