Το αρχαίο δράμα δεν ήταν για τους Αθηναίους απλώς θέμα ψυχαγωγίας. Είχε πρωταρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα, επειδή στην τελική ανάλυσή του ήταν λατρεία και σεβασμός για το θεό Διόνυσο. Γι’ αυτό στις γιορτές η παρουσίαση και η διδασκαλία των δραμάτων γίνονταν προς τιμήν του θεού αυτού. Με την τραγωδία συνδέονται τρεις γιορτές:
1. Τα Λήναια
2. Τα Αγροτικά Διονύσια και
3. Τα Εν Άστυ Διονύσια ή Μεγάλα Διονύσια
Η πολιτεία τιμούσε τους νικητές χορηγούς δίνοντας τους ως βραβείο έναν τρίποδα και φρόντιζε να καταγραφούν τα ονόματά τους σε επίσημους καταλόγους. Συνολικά θεωρούμενο το θέατρο, παρόλο που διαμορφώνεται στην εποχή των τυράννων, τράφηκε απ’ τη δημοκρατία και άκμασε όσο άκμασε η δημοκρατία. Αυτή καθόρισε τον τρόπο λειτουργίας του και το βοήθησε να ακμάσει σχεδόν μέσα σ’ έναν αιώνα ωθώντας το έτσι να διαγράψει τροχιά παράλληλη με το ίδιο το πολίτευμα. Οι Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στα όργανα της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, εντός του θεάτρου, βίωναν τη συλλογικότητα της δραματουργίας καθώς ασκούνταν στην αντιπαράθεση ιδεών, στο διάλογο και την επικοινωνία.
Η ίδια η πολιτεία με τη συμμετοχή της αναγνώριζε τόσο την αισθητική όσο και την εκπαιδευτική αξία της θεατρικής τέχνης. Το δράμα άνθησε και έφτασε σε ύψη τελειότητας στην Αθήνα του 5ου αι. ακριβώς επειδή δεν ήταν περιθωριακή ή τυχαία κοινωνική δραστηριότητα προς τέρψιν εξίσου τυχαίων θεατών. Κατείχε κεντρική θέση στις σκέψεις και τις δαπάνες μιας συμπαγούς κοινωνίας. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το αττικό δράμα, τελικά, δεν ήταν μόνο μια μορφή τέχνης, όπως στη σημερινή εποχή, αλλά ένας κοινωνικός θεσμός. Πραγματώνεται λοιπόν η σύνδεση του τραγικού είδους με την πολιτική άνθηση, όταν ο ίδιος λαός συσπειρωμένος, όπως και στο θέατρο, γίνεται ρυθμιστής των πεπρωμένων του. Έτσι πιθανώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη θέση που κατέχουν στις ελληνικές τραγωδίες τα μεγάλα εθνικά προβλήματα του πολέμου, της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της φιλοπατρίας αλλά και οι διαμάχες γύρω απ’ τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα. Τα δεδομένα του ηρωικού έπους αποδίδονταν στο θέατρο του Διονύσου κάτω απ’ το άγρυπνο πνεύμα των θεών και με την έγνοια για την κοινότητα.

Οι θεατές φορούσαν στεφάνια και στα πέτρινα εδώλια τοποθετούσαν μαξιλάρια. Δεν υπήρχαν ερεισίνωτα (στηρίγματα για την πλάτη) εκτός απ’ τα πρώτα προεδρικά καθίσματα. Οι θέσεις ορίζονταν με κοκάλινα κέρματα. Αρχικά η είσοδος των πολιτών στα θέατρα ήταν δωρεάν. Έτσι λοιπόν οι θεατές, εφοδιασμένοι με το δωρεάν εισιτήριο, προσέτρεχαν στο θέατρο του Διονύσου πρωί-πρωί, επειδή οι παραστάσεις άρχιζαν το πρωί και τελείωναν αργά το απόγευμα. Για μια τέτοια ολοήμερη εξόρμηση οι θεατές έπρεπε να είναι καλά προετοιμασμένοι. Πριν ξεκινήσουν για το θέατρο έτρωγαν ένα καλό πρόγευμα. Πήγαιναν στο θέατρο στεφανωμένοι, χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια και φορούσαν σκιάδια για να προστατεύονται απ’ τη ζέστη. Έφεραν μαζί τους κρασί και τραγήματα (ξηρούς καρπούς, καρύδια, σταφίδες, σύκα, κουκιά, ρεβίθια κ.τ.λ.).
Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι οι θεατές έτρωγαν πιο πολλά τραγήματα όταν οι ηθοποιοί δεν ήταν καλοί. Με την είσοδο ελεύθερη και με το θρησκευτικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα των παραστάσεων είναι εύκολο να φανταστούμε τι συνέβαινε έξω και μέσα στο θέατρο του Διονύσου με τις 20.000 θέσεις θεατών. Υπήρχε αταξία, πολλοί έπαιρναν τα καθίσματα απ’ το βράδυ! Υπήρχαν ακόμη και παράπονα ότι οι ξένοι έπαιρναν τις καλύτερες θέσεις. Για τους λόγους αυτούς το κράτος αποφάσισε να επέμβει θεσπίζοντας το θεσμό του εισιτηρίου. Η είσοδος ορίστηκε σε δύο οβολούς για όλη την ημέρα, εκτός απ’ τις πρώτες σειρές των καθισμάτων.

Ο Περικλής, θεωρώντας ότι το θέατρο ήταν το σχολείο του λαού και ότι η τραγωδία είχε εκπαιδευτικό χαρακτήρα, καθιέρωσε τα θεωρικά να δίνονται σ’ όλους τους πολίτες αδιακρίτως οικονομικής κατάστασης. Τα θεωρικά χρήματα, θεσμός ο οποίος διατηρήθηκε έως το 338 π.Χ., έβγαιναν απ’ το θεωρικό ταμείο, έσοδα του οποίου ήταν τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού. Το ταμείο αυτό απέκτησε τόση μεγάλη σημασία και οικονομική ευρωστία, ώστε διορίστηκε και ειδικός «υπουργός» για τη διαχείριση του. Ψηφίστηκε μάλιστα και νόμος που απαγόρευε να χρησιμοποιούνται τα χρήματα αυτά για άλλους σκοπούς, ακόμη και για στρατιωτικές δαπάνες. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που έκτακτες ανάγκες απαιτούσαν χρήματα, το κράτος επέβαλλε φορολογίες κυρίως στους πλούσιους. Τα θεωρικά χρήματα έμεναν άθικτα! Στην ουσία τα χρήματα αυτά δεν δίνονταν στους θεατές αλλά στον ενοικιαστή του θεάτρου, το θεατρώνη ή θεατροπώλη όπως λεγόταν. Αυτός έδινε ένα είδος εισιτηρίου, το σύμβολο, στους πολίτες και ήταν επίσης υπεύθυνος για την καλή συντήρηση του θεάτρου, των μηχανημάτων και της σκευής των ηθοποιών. Την τάξη εντός του θεάτρου τηρούσαν οι «ραβδούχοι» (αστυνομικοί υπάλληλοι).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου