Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

ΜΠΡΕΧΤ: ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ



«Όπως η μεταβολή της φύσης, έτσι και η μεταβολή της κοινωνίας είναι απελευθερωτική πράξη και, ακριβώς, τις χαρές μιας τέτοιας απελευθέρωσης θα πρέπει να μεταδίδει το θέατρο μιας επιστημονικής εποχής» (Μπρεχτ, 1979:260). Με τα λόγια αυτά ο ‘υλιστής – μαρξιστής’ Bertolt Brecht μας καλεί να αντιληφθούμε το θέατρο ως διαλεκτικό μέσο αλλαγής του κόσμου. Κάτι τέτοιο θα συμβεί χάρη στην καταλυτική επίδραση μιας νέας φιλοσοφικής – αισθητικής θεώρησης, αυτής της ‘επιστημονικής εποχής’, κατά την οποία η τέχνη, συνυφασμένη με τη διαλεκτική σκέψη, θα αξιοποιεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και θα αποτελεί διαδικασία Γνώσης (Μάρκαρης, 1982:12-13).

Αντίθετα, ένα θέατρο, όπως το αστικό, που προσπαθούν να αναπαραστήσουν έναν κόσμο τον οποίο κυβερνά η μοίρα, και που επιχειρούν να βυθίσουν τους θεατές στα πάθη των ηρώων και στη συγκίνηση του μύθου, δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα της παραπάνω θεώρησης. Γιατί ο Μπρεχτ πιστεύει ότι το παραδοσιακό θέατρο με το να διογκώνει τη συναισθηματική φόρτιση των θεατών μέσα στο μικρόκοσμο των χαρακτήρων δεν είναι ικανό να δώσει στους θεατές τα μέσα για κριτικό στοχασμό και έτσι τους αποπροσανατολίζει από τον κύριο στόχο που είναι η κατανόηση και αλλαγή του εαυτού και του κόσμου (Silberman, 2004:46-47). Ορίζοντας το σκοπό του θεάτρου του γράφει: «Σκοπός του θεάτρου μου είναι να ξυπνήσει στον θεατή την επιθυμία να καταλάβει την κοινωνία στην οποία ζει και να μεθοδέψει σ’ αυτόν το μεράκι να πάρει μέρος στην αλλαγή της» (Μπρεχτ, 1983:10, Βλ. και Μπρεχτ, 1979). Ο ίδιος απορρίπτει τον αριστοτελικό ‘φόβον’ και ‘έλεον’ που προκαλούν οι συγκρούσεις των ηρώων στους θεατές, καθώς αυτές δεν τους αφήνουν να αντιληφθούν τις αντιφάσεις των κοινωνικών σχέσεων που βρίσκονται πίσω από τη συμπεριφορά των προσώπων (Ντορτ, 1975:66). Μάχεται, λοιπόν το θεατρικό κατεστημένο το οποίο θεωρεί ότι χρησιμοποιεί την τέχνη με κύριο στόχο την αναπαραγωγή των κοινωνικών προτύπων μέσα από τη διασκέδαση των θεατών (Μπρεχτ, 1979:246-248).

Απογοητευμένος από το αστικό κοινό που, ως οργανικό μέρος του θεατρικού κατεστημένου, δεν μπορούσε να αλλάξει, μιας και αυτό που ήθελε ήταν η απλή ψυχαγωγία, ο Μπρεχτ αποφασίζει να απευθυνθεί στους μαθητές και τη νεολαία πιστεύοντας πως είναι η καταλληλότερη ομάδα αναφοράς για να δοκιμάσει τις απόψεις του. Θεωρεί ότι το θέατρο είναι τέχνη παιδαγωγική και από αυτήν την άποψη πρέπει να στοχεύει στην εκπαίδευση των θεατών (Brecht, GBFA, τομ. 21:396 και Βαλαβάνη, 2004:477). Προτείνει λοιπόν ένα διδακτικό θέατρο που δεν αποτελεί δρόμο προς το προϊόν της γνώσης, αλλά το ίδιο γίνεται διαδικασία γνώσης (Muir, 1996:37). Σ’ αυτό το βαθιά ριζοσπαστικό θέατρο ηθοποιοί και θεατές είναι μαθητές σε μια συλλογική δράση με σκοπό την αλλαγή. Οι θεατές δεν είναι παθητικοί καταναλωτές και ευσυγκίνητοι δέκτες εύπεπτου θεάματος, αλλά συμμετέχουν ενεργά και συνδιαμορφώνουν από κοινού την παράσταση (Μπρεχτ, 1977:105-106).

Σε συνεργασία με τον Kurt Weill διαμορφώνει ένα είδος μουσικού δράματος που θα επιχειρούσε να αφυπνίσει από τη συγκίνηση, καθώς δεν στόχευε στην ψυχαγωγία αλλά στη διδασκαλία των νέων στα σχολεία, όχι ως θεατών αλλά ως δρώντων προσώπων (Έσσλιν, 2005: 72). Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα αναπτύσσει μια ιδιαίτερη μορφή της θεατρικής του τέχνης, τα διδακτικά έργα. Με αυτά προσπαθεί να διδάξει στους νέους τη διαλεκτική και την πολιτική σκέψη. Δεν αποσκοπεί στο να τους ψυχαγωγήσει βυθίζοντάς τους στο συναισθηματικό τέλμα των μύθων. Γι’ αυτό και στα διδακτικά του έργα δεν υπάρχουν θεατές και ηθοποιοί. Όλοι είναι συμμετέχοντες, δυνάμει ηθοποιοί.

Θα ήταν ευχής έργο κάθε παράσταση σήμερα να εξασφαλίζει στους ανήλικους θεατές όχι μόνο ψυχαγωγία αλλά κυρίως πνευματική καλλιέργεια, σύμφωνα με την παιδαγωγική άποψη του Μπρεχτ για το διδακτικό θέατρο – σχολείο, το οποίο στόχο έχει να ασκεί τη διαλεκτική και πολιτική σκέψη των συμμετεχόντων. Η κριτική σκέψη για τη βελτίωση και την αλλαγή δεν μπορεί παρά να καλλιεργηθεί μέσα από τη μεταμόρφωση των παραδοσιακών θεατών, από παθητικούς σε ενεργητικούς. Κι αυτό θα γίνει όταν η προσωπική τους συμμετοχή μπορεί να συμβάλει στη συλλογική δράση των ηθοποιών στη σκηνή.

Το «Αυτός που λέει Ναι και αυτός που λέει Όχι» είναι ένα Διδακτικό Έργο που έγραψε ο Μπρεχτ για παιδιά και νέους και σύμφωνα με τις υποδείξεις του για τα Διδακτικά Έργα, αυτά να ανατεθούν «σ’ αυτούς στους οποίους απευθύνονται και ανήκουν, σ’ αυτούς δηλαδή που δεν είναι αγοραστές και έμποροι τέχνης, που θέλουν μόνο να κάνουν τέχνη»[3]. Ο Μπρεχτ τονίζει: «Το διδακτικό έργο διδάσκει με το να παίζεται κι όχι με το να βλέπεται. Ουσιαστικά για το διδακτικό έργο δεν είναι απαραίτητος ούτε ένας θεατής.…Το διδακτικό έργο βασίζεται στην προσδοκία ότι εκείνος που παίζει μπορεί να επηρεαστεί κοινωνικά, με την εκτέλεση ορισμένων τρόπων δράσης, με τη λήψη ορισμένων στάσεων… Οι εκτελεστές έχουν το καθήκον να μαθαίνουν διδάσκοντας» (Μπρεχτ, 1977:106). Τα Διδακτικά Έργα, λοιπόν, δεν απευθύνονται σε θεατές, αλλά σε συμμετέχοντες που σκοπό έχουν να μαθητεύσουν. Επομένως, στο έργο δεν υπάρχουν θεατές, αφού όλοι είναι ενεργά πρόσωπα σε μια συλλογική δράση που με κριτική αποστασιοποίηση μαθαίνουν από τα γεγονότα – παραβολές.

Σ’ ένα σύγχρονο πλέον διδακτικό θέατρο για παιδιά και νέους σήμερα, σκηνοθέτες, ηθοποιοί και συντελεστές με διαλεκτική και πολιτική σκέψη, επιστημονική γνώση και πίστη στον άνθρωπο μπορούν να προτείνουν μια νέα θεατρική πραγματικότητα – κοντά στην υπάρχουσα για τη σύγκριση της σχετικής έρευνας – όπου το διαφορετικό και παρήγορο θα είναι η μετατροπή των παραδοσιακών θεατών σε ενεργητικούς, των καταναλωτών θεάματος σε δρώντες και συμμετέχοντες θεατές. Προς αυτήν την κατεύθυνση, τα διδακτικά έργα, τα πιο καινοτόμα ως προς τη μορφή έργα του Μπρεχτ – και ειδικότερα το «Αυτός που λέει Ναι και αυτός που λέει Όχι» – μπορούν να θεωρηθούν ότι και σήμερα αποτελούν εξαιρετική βάση για τη θεατρική έρευνα και τις εφαρμογές της στο μέλλον (Βαλαβάνη, 2004:441-442 και Silberman, 2004:49-50), ώστε να κατανοήσουν οι σημερινοί νέοι πως αυτό που παίζεται στη σκηνή δεν είναι μόνο ο μύθος, το μεγάλο ψέμα όπου θα χαθούν, αλλά τους αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της κοινωνίας και τη δική τους ζωή, την οποία πρέπει να καταλάβουν καλά. Να αποκτήσουν τη γνώση ερευνώντας κυρίως τη συμπεριφορά και τις απόψεις – όπου ενυπάρχουν τα συναισθήματα και οι ιδέες – των ρόλων στη διαλεκτική συνάντηση του παλιού με το νέο. Άλλωστε, αυτό που μπορεί να εγγυηθεί την αλλαγή είναι η ‘ενεργητική δοκιμασία’ με στόχο την αλλαγή των στάσεων, των αντιλήψεων και της καθημερινής πρακτικής και συμπεριφοράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου