Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Η ΙΣΤΟΡΙΑ της ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑΣ




Αν η αρχαία Ελλάδα καυχιόταν, και δίκαια, πως ήταν η κιβωτός του Δράματος, στάθηκε ταυτόχρονα και η μητριά της λογοκρισίας ­ πρώτα, σαν απόπειρας κι έπειτα ως πράξης: Οταν ο Θέσπις μετάτρεψε τον διονυσιακό Διθύραμβο σε διάλογο υποκριτών και Χορού, δηλ. σε τραγωδία, ο νομοθέτης Σόλων πήγε και παρακολούθησε μια παράσταση. Κι ύστερα, κάλεσε τον ποιητή-υποκριτή και τον ρώτησε επιτιμητικά «πώς δεν ντρέπεται να λέει τόσο μεγάλα ψέματα μπροστά σε τόσο κόσμο». Ο Θέσπις του αποκρίθηκε πως «δεν είναι δα και τίποτα τρομερό να τα λέει κανείς και να τα παρασταίνει παίζοντας». Κι ο Σόλων χτύπησε θυμωμένος το ραβδί του στη γη, φωνάζοντας: «Αν όμως επαινούμε και τιμούμε αυτό το παιχνίδι ­ αυτή την ψευτιά ­ γρήγορα θα τη βρούμε και στα συμβόλαια» (λες και τα συμβόλαια περιμένουν το θέατρο για να μάθουν την τέχνη του ψεύδους). Κι ο γέρο νομοθέτης προσπάθησε να εμποδίσει τις παραστάσεις του Θέσπη, επειδή είναι «βλαβερή η ψευδολογία».
Αλλά η ψυχαγωγία αποδείχθηκε δυνατότερη από τη «νομοθεσία»: ο τύραννος Πεισίστρατος μάντεψε τι σημασία έχουν το θέατρο για το κοινό ­ και, το 535/4, οι παραστάσεις τραγωδίας καθιερώθηκαν ως μέρος της γιορτής των Μεγάλων Διονυσίων.
Ωστόσο, η λογοκρισία πέτυχε την πρώτη νίκη της λίγο αργότερα (γύρω στα 490), όταν ο Φρύνιχος δίδαξε την τραγωδία του Μιλήτου άλωσις, που αναφερόταν στην εξέγερση των ιωνικών πόλεων και την κατατρόπωσή τους απ' τους Πέρσες. Και συντάραξε τους θεατές, που ξέσπασαν σε κλάματα («το θέητρον έπεσεν ες δάκρυα»), επειδή τους θύμισε «οικεία κακά»: την ενοχή τους που είχαν αφήσει αβοήθητους τους συμμάχους τους Μιλήσιους. Ο ποιητής τιμωρήθηκε με πρόστιμο βαρύτατο (1000 δραχμές) και απαγορεύθηκε να ξαναπαιχτεί το έργο του. Τα «οικεία κακά» τα πληρώνουν περισσότερο οι σχολιαστές παρά οι δράστες...
Από εκεί και πέρα, όμως, οι δραματικοί και κωμικοί ποιητές ήταν ελεύθεροι να γράφουν οτιδήποτε για οποιονδήποτε. Μόνο τους νεκρούς, τους «αποιχομένους», απαγορευόταν να λοιδωρούν ­ αν και ο Αριστοφάνης δεν δίστασε να σατιρίσει τους «μακαρίτες» πια Κλέωνα και Ευριπίδη...
Δεν θ' απορήσει, βέβαια, κανείς που οι Τριάντα Τύραννοι πρόκοψαν και στη λογοκρισία, απαγορεύοντας τις «παραβάσεις» των κωμωδιών (όπου ο Χορός απευθυνόταν στο κοινό και σχολίαζε τα τρέχοντα) και το «ονομαστί κωμωδείν», την επώνυμη διακωμώδηση5. Αλλά κι αυτές οι απαγορεύσεις δεν μακροημέρευσαν, και μόνο στη Μέση και τη Νέα Κωμωδία ατόνησε η πολιτική σάτιρα, μια και άλλα ήταν τα θέματά τους.
Σε πλατύτερους χώρους, δύο κορυφαίοι στάθηκαν θύματα «λογοκρισίας» δικαστικής αλλά ουσιαστικά πολιτικής: ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος Αναξαγόρας που κατηγορήθηκε για «αθεΐα» (επειδή δίδασκε πως αρχή του κόσμου δεν είναι οι θεοί αλλά ο «Νους») και απελάθηκε απ' την Αθήνα. Και ο Σωκράτης, βέβαια, που θανατώθηκε για τα «καινά δαιμόνιά» του: ένα από τα σπάνια ­ αλλά το μεγαλύτερο ­ δικαστικό έγκλημα στην αρχαία Ελλάδα...
Με τη ζωή του πλήρωσε, κι ο αθυρόστομος ποιητής Σωτάδης (γύρω στα 250 π.Χ.) το «θράσος» του να σατιρίζει τους πανίσχυρους της εποχής: όταν έφτασε να σαρκάσει τον γάμο του Πτολεμαίου Β' του Φιλάδελφου με την αδερφή του Αρσινόη, λέγοντας πως ο βασιλιάς «ανόσια τρύπα διάλεξε να σπρώξει το κεντρί του» («ες ουχ οοίην τρυμαλιήν το κέντρον ώθεις»). Ο τελευταίος διάταξε και τον κλείσανε σ' ένα πιθάρι και το φουντάρανε στη θάλασσα6, για να πνίξει κυριολεκτικά την «αναίσχυντη» φωνή του.
Οχι κρούσματα καταστολής, αλλά προληπτική απαγόρευση με καταστατικό νόμο «χάρηκε» από την αρχή η Ρώμη: καθώς οι «φεσκένινοι στίχοι» (κοροϊδευτικά και άσεμνα τραγούδια των αγροτικών γιορτών) σατίριζαν τους «ευγενείς», αυτοί φρόντισαν ν' απαγορευθούν τα σκωπτικά τραγούδια («mala carmina») από την ίδια τη Δωδεκάδελτο - το ρωμαϊκό Σύνταγμα, ας πούμε (451 π.Χ.). Και η λογοκρισία θρονιάστηκε για τα καλά στη Ρώμη, ανελέητη για τους δυσάρεστους, ανεκτική για τους ευάρεστους - όπως ειρωνεύεται ο μεγάλος σατιρικός Γιουβενάλης: «Ο λογοκριτής αθωώνει τα κοράκια και καταδικάζει τα περιστέρια» («Dat veniam corvis, vexat censura columbas»)8. Πού να κάθεσαι, όμως, να ξεχωρίζεις το ένα πουλερικό απ' το άλλο...
Δεν τιμωρούνται, βέβαια, όλοι οι «ενοχλητικοί» με κώνεια και πιθάρια. Πολύ πιο συνηθιμένος και εύκολος στόχος των κάθε λογής κρατούντων είναι τα ίδια τα «αμαρτωλά» έργα, που παραδίνονται στο πυρ το εξώτερον. Ο Μ. Κωνσταντίνος λ.χ. έβαλε κι έκαψαν τα γραφτά του αιρεσιάρχη Αρειου, ενώ η Σύνοδος της Καρθαγένης (255 μ.Χ.) απαγόρευσε δια ροπάλου όλα τα «εθνικά» συγγράμματα. Κι έτσι ως το τέλος του Βυζαντίου. Με στερνό θύμα τα βιβλία του σπουδαίου φιλοσόφου Γεώργιου Γεμιστού-Πλήθωνα (1360-1452), που ο αντίπαλός του Γεώργιος Σχολάριος ­ ο πρώτος Πατριάρχης της τουρκοκρατίας ­ διάταξε να εξαφανισθούν «δια πυράς».
Φυσικά, όλοι οι βιβλιοκτόνοι ξαστοχούν πως τα βιβλία καίγονται, αλλά οι φωνές μένουν - και καίνε τους δημίους τους...
Πολύ μεγαλύτερη λογοκριτική επίδοση σημείωσε η Δυτική Εκκλησία, που έκαιγε όχι μόνο τα γραφτά των «αιρετικών» αλλά και τους ίδιους τους γραφιάδες.
Η εφεύρεση της τυπογραφίας δεν πολλαπλασίασε μόνο τα βιβλία και τη γνώση, αλλά και τη δραστηριότητα της κληρικής λογοκρισίας, που προσπαθούσε να φιμώσει τις δογματικές «παρεκτροπές» και τις επιθέσεις κατά της παντοδυναμίας και της διαφθοράς του Βατικανού - αυτό ήταν το ψαχνό.
Πρωτοπόρος της ωραίας ετούτης τέχνης, ο πάπας Αλέξανδρος Στ' καθιέρωσε την προληπτική λογοκρισία των βιβλίων (1501) που, για να κυκλοφορήσουν, έπρεπε να έχουν γραπτή άδεια των κατά τόπους αρχιεπισκόπων. Ποινή για τους παραβάτες ­ ακόμα και για τους αναγνώστες: αφορισμός, βαρύ πρόστιμο και, φυσικά, κάψιμο των επιλήψιμων βιβλίων. Και για να μην αφήνονται τα πράγματα στην τύχη, το Βατικανό επινόησε (1558) τον περιβόητο Index (Index librorum prohibitorum = κατάλογος απαγορευμένων βιβλίων), που απαριθμούσε τα αποδιοπομπαία συγγράμματα και απαγόρευε (και απαγορεύει ακόμα) την ανάγνωσή τους απ' τους πιστούς.
Και πώς μπορούσε η πολιτεία να μη μιμηθεί το θεάρεστο παράδειγμα - και ειδικά, η κάθε είδους απολυταρχία, που άκουγε σε κάθε κρίση και διαφωνία τον ήχο της επανάστασης; Γραφεία, υπηρεσίες, δραγάτες στήθηκαν παντού, διαβάζοντας, σβήνοντας, απαγορεύοντας οτιδήποτε νόμιζαν πως μπορούσε να προκαλέσει έστω κι ένα γρατζούνισμα στα τείχη της εξουσίας. Τις χειροπέδες αυτές σαρκάζει ο Μπωμαρσαί στους Γάμους του Φίγκαρο:
«... Εφόσον δεν γράφω για την εξουσία, τη θρησκεία, την πολιτική, την ηθική, τους υψηλά ιστάμενους, τα αξιοσέβαστα ιδρύματα, την όπερα, και γενικώς για κάθε πρόσωπο που έχει γνωριμίες, μέσα και διασυνδέσεις, μπορώ να γράφω ........πανελεύθερα
Ολοι οι μεγάλοι και οι λιγότερο μεγάλοι του πνεύματος στηλίτευσαν την κ. Αναστασία - και η Γαλλική Επανάσταση νομοθέτησε την ελευθερία της έκφρασης. Το ίδιο και τα δικά μας Συντάγματα της Επανάστασης και τα μεταγενέστερα, βέβαια. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι εραστές της λογοκρισίας, εδώ κι αλλού, καταθέσανε τα όπλα. Πασίγνωστος είναι ο στίχος του Αλέξανδρου Σούτσου κατά του «τυποκτόνου ψηφίσματος» του Καποδίστρια (Μάιος 1831): «Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μην γράφεις». Κι αργότερα, η Εκκλησία δεν δίστασε να αφορίσει και ν' απαγορεύσει τα έργα του Καΐρη, του Ροΐδη, του Λασκαράτου, του Καζαντζάκη. Που, φυσικά, έγιναν ανάρπαστα...
Αξιοι επίγονοι των εστεμμένων απολυταρχιών, οι κάθε φυράματος δικτατορίες ακολούθησαν και «βελτίωσαν» το εθνοσωτήριο παράδειγμά τους. Τόσο οι αλλοδαποί τύραννοι όσο και οι ημεδαποί πίθηκοί τους (4η Αυγούστου, 21η Απριλίου). Μέγας μιμητής του Βατικανού και της Ιερής Εξέτασης, ο Χίτλερ έκαιγε τα βιβλία των «αριστερών» και των εβραίων, πριν στείλει τους ίδιους στα κρεματόρια, για να σώσει την αρία φυλή του.
Ολοι αυτοί δεν σωφρονίστηκαν από την πείρα των αιώνων, που έδειξε πως το ψαλίδι της αφέντρας τους δεν κόβει, τελικά, παρά τα δικά τους δάχτυλα. Δεν έμαθαν πως «το πνεύμα όπου θέλει πνει», πως κανένα λογοκριτικό οχύρωμα δεν μπορεί να το σταματήσει. Δεν διδάχθηκαν πως ανέσπερος μένει πάντα ο λόγος του Επίκτητου: «Κανένας δεν μπορεί να μ' εμποδίσει, κανένας δεν μπορεί να μ' αναγκάσει με τη βία να σκεφτώ αλλιώτικα απ' ό,τι θέλω εγώ». («Ουδείς εμποδίσαι δύναται, ουδείς βιάσασθαι άλλως χρήσασθαι ή ως θέλω»)10. Να σκεφτώ και να.... μιλήσω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου