Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

ΖΑΝ ΖΕΝΕ





Ο Ζαν Ζενέ, ένας ποιητής-συγγραφέας, που προκαλούσε με τη ζωή του και γοήτευε με το έργο του. Αγνώστου πατρός, τρόφιμος αναμορφωτηρίων και φυλακών, μικροκλέφτης και μικροαπατεώνας, λιποτάκτης και ομοφυλόφιλος, διέσχισε τον 20ό αιώνα με τον δικό του τρόπο.

Τόπος του ήταν το κάθε λογής περιθώριο. Εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, διωγμένος ακόμη και από τους θετούς του γονείς, δεν βρήκε καταφύγιο ούτε στο σχολείο ούτε στη μικρή κοινωνία του χωριού του. Περιπλανώμενος από παιδί, μεταμορφώθηκε σε έναν έφηβο που ζούσε κυρίως στις φυλακές της Γαλλίας, χωρίς ταυτότητα και χωρίς χρήματα. Διέξοδός του αποδείχθηκε η γραφή, με την οποία εισχώρησε τελικά στα γαλλικά γράμματα και απέκτησε φίλους· σημαντικούς φίλους, όπως ο Ζαν Κοκτό και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος του αφιέρωσε τον τόμο «Αγιος Ζενέ, κωμωδός και μάρτυρας». Δεν χρειάστηκε όμως να αλλοτριωθεί ήρθαν εκείνοι και τον βρήκαν.

Από τη λογοτεχνία που του χάρισε αναγνωρισιμότητα κατάφερε στη συνέχεια να αρθρώσει τον πολιτικό του λόγο και να υπερασπιστεί τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους, τους μαύρους και τους μετανάστες. Ταξίδεψε άλλωστε χωρίς βίζα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1968 για να διαμαρτυρηθεί για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Μέχρι τέλους παρέμεινε αριστερός- η συντηρητική Γαλλία άλλωστε τον είχε από νωρίς αποκηρύξει, σχεδόν διαγράψει.

Και όμως: έναν χρόνο προτού πεθάνει ο Ζενέ κατέκτησε την Com die -Fran aise με το «Μπαλκόνι». Η πρώτη προσπάθεια είχε ξεκινήσει πέντε χρόνια νωρίτερα, χωρίς επιτυχία. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1985 σε σκηνοθεσία του Λαβοντάν και στέφθηκε με επιτυχία.

Διέξοδος στη γραφή
«Το θαύμα του ρόδου» και «Η Παναγία των Λουλουδιών», «Το ημερολόγιο του κλέφτη», «Ο καβγατζής της Βρέστης» και «Οι επιτάφιες σπονδές» είναι τα πέντε λογοτεχνικά έργα του Ζαν Ζενέ που γράφτηκαν τη δεκαετία του 1940, παράλληλα με τα ποιήματά του, τα οποία είχαν σχετική θεματογραφία- φυλακές, ομοφυλοφιλία, πόρνες, έρωτες, πάθη, κλοπές, εγκλήματα. Αλλωστε τον χαρακτήρισαν «κλέφτη» από παιδί, και αυτός ο χαρακτηρισμός έγινε σημαία που τον ακολούθησε και στα νεανικά του χρόνια. Το 1958 κυκλοφόρησαν μαζί «Ο σχοινοβάτης», πεζό εμπνευσμένο από τον έρωτά του για τον γερμανο-αλγερινό εκπαιδευτή αλόγων τσίρκου Αμπνταλά, και το δοκίμιο «Το ατελιέ του Αλμπέρτο Τζιακομέτι». Πολύ αργότερα προστέθηκε το μυθιστόρημα «Αιχμάλωτος του έρωτα», το οποίο κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Το 1949 έγραψε το πρώτο του θεατρικό, την «Υψηλή εποπτεία», για να ακολουθήσουν οι «Δούλες», το πιο διαχρονικό και πολυπαιγμένο του έργο, το «Μπαλκόνι», «Τα παραβάν» και «Οι νέγροι», αλλά και το μονόπρακτο «Εκείνη». Πολυγραφότατος ο Ζενέ προσέθεσε στην εργογραφία του επιστολές, αλλά και δοκίμια, άρθρα, πολιτικά κείμενα.

«Οι δούλες» ήταν το πρώτο θεατρικό έργο του Ζενέ που παίχθηκε στο Παρίσι, τον Απρίλιο του 1947, από τον Λουί Ζουβέ, και παρά την ενόχληση που προκάλεσε η θεματολογία του, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Ηταν η εποχή που ένα καινούργιο θέατρο γεννιόταν, ένας νέος λόγος αρθρωνόταν, καθώς ακολούθησαν, πάντα στο Παρίσι, οι πρώτες πρεμιέρες των έργων «Περιμένοντας τον Γκοντό» και «Η φαλακρή τραγουδίστρια», του Σάμιουελ Μπέκετ και του Ευγένιου Ιονέσκο αντιστοίχως. Τότε ήταν που γεννήθηκε, λίγο τυχαία, ο χαρακτηρισμός «θέατρο του παραλόγου» από τον βρετανό κριτικό και θεωρητικό Μάρτιν Εσλιν. Τα θεμέλια είχαν βάλει νωρίτερα ο Αλμπέρ Καμύ και ο Σαρτρ. Λίγο πριν από το τέλος
Το θέατρο του Ζενέ δεν έμοιαζε με των άλλων- ούτε και των υπολοίπων μεταξύ τους. Οι ήρωές του ήταν ουσιαστικά αντι-ήρωες, αφού δεν είχαν κανένα από τα κλασικά χαρακτηριστικά. Κινούνται και αυτοί, όπως ο ίδιος, στο περιθώριο της ζωής και μέσα από τις σκέψεις, τα λόγια και τις καταστάσεις που ζουν επιχειρούν να διαλύσουν τους μύθους και τις αξίες της ζωής. Γι΄ αυτό και η Κυρία στις «Δούλες» παρουσιάζεται εξευτελισμένη, οι τιτλούχοι πελάτες στο «Μπαλκόνι» εμφανίζονται γελοία ανθρωπάκια, η Εκκλησία, ο στρατός, τα αξιώματα παρουσιάζονται στερημένα από κάθε μεγαλείο. Με λόγο μεστό και ποιητικό, ο Ζενέ χειρίστηκε ακραία θέματα με όπλο την ποιητικότητα και την αλήθεια του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έδωσε πολλές συνεντεύξεις, ταξίδεψε στην Ευρώπη. Φίλος της Ελλάδας, ερχόταν συχνά στη χώρα μας και έμενε στην Κηφισιά. Γνώρισε άλλωστε και τον Κώστα Ταχτσή, με τον οποίο αντάλλαξε επιστολές, αφού έχουν βρεθεί γράμματά του προς τον συγγραφέα του «Τρίτου στεφανιού». Η μόνη πατρίδα που βρήκε ήταν το Μαρόκο, όπου και εγκαταστάθηκε, μια που εκεί βρήκε ανθρώπους οι οποίοι τον αγάπησαν, την οικογένεια που είχε στερηθεί. Ο Ζαν Ζενέ πέθανε τη νύχτα της 14ης προς 15η Απριλίου του 1986 στο Παρίσι, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Από τότε που είχε εγκατασταθεί στο Μαρόκο, η διαμονή στη γαλλική πρωτεύουσα γινόταν πάντα στο δωμάτιο 59 του ξενοδοχείου «Ρούμπενς»- εκείνη την τελευταία φορά ήταν γεμάτο. Αν και είχε ήδη προσβληθεί από καρκίνο, ο θάνατός του οφείλεται σε μια τυχαία πτώση από το κρεβάτι του. Στη διαθήκη του ζήτησε να ταφεί στην πόλη Λαράς του Μαρόκου, ογδόντα χιλιόμετρα από την Ταγγέρη. Σ΄ αυτό το χριστιανικό νεκροταφείο της μουσουλμανικής γης, με θέα τη θάλασσα, ο Ζενέ αναπαύεται ανάμεσα στους στρατιώτες της ισπανικής φρουράς. Ολομόναχος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, τα θεατρικά του ανεβαίνουν στη σκηνή και το λογοτεχνικό του έργο γοητεύει, ενώ δοκίμια, βιογραφίες και νέα στοιχεία γύρω από τη ζωή του εξακολουθούν να φωτίζονται από τους μελετητές του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου